Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Η προσφυγή της Μεγάλης Βρετανίας στο ΔΝΤ (Α’ μέρος) Πηγή: http://www.inprecor.gr

Στις 16 Οκτωβρίου 2011 το inprecor δημοσίευσε το άρθρο «ΔΝΤ: Το μακρύ χέρι της χρηματιστικής ολιγαρχίας και το «αόρατο χέρι» των ΗΠΑ».[1] Στόχος μας –όπως ήδη γράφαμε από τότε εγκαινιάζοντας την ενότητα αυτή των άρθρων για το ΔΝΤ– είναι να ανοίξουμε τη συζήτηση για τις πολιτικές μεταβολές που σημειώνονται στις χώρες που προσφεύγουν στο ΔΝΤ και εφαρμόζουν προγράμματα σκληρών πολιτικών λιτότητας. Σ’ εκείνο το εισαγωγικό άρθρο είδαμε επιγραμματικά την είσοδο του ΔΝΤ στην ευρωζώνη μέσω της Ελλάδας. Κάναμε μια ανασκόπηση στη δημιουργία και το ρόλο του ΔΝΤ ως οργανισμού με βάση τον οποίο το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο θέλει να φορτώνει τα βάρη της κρίσης του καπιταλισμού στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα συνολικά και παράλληλα, σκιαγραφήσαμε το πώς διαμορφώθηκε ο κόσμος μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Είδαμε ακόμη ότι η επιλογή των ΗΠΑ μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν να προχωρήσει με διμερείς συμφωνίες δανείων και με ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης της Ευρώπης (δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ) και για πολιτικούς λόγους, που αφορούσαν στις προσπάθειες απομόνωσης του κομμουνιστικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά το πρώτο εισαγωγικό άρθρο, το σημερινό -πρώτο στη σειρά- κείμενο μελετάει τις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές στη Μεγάλη Βρετανία μετά την προσφυγή της στο ΔΝΤ το 1976.

ΔΝΤ: Περιπτώσεις εφαρμογής μονοπωλιακής πολιτικής στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η περίπτωση μιας ηγετικής ιμπεριαλιστικής χώρας: Η Μεγάλη Βρετανία ή Ενωμένο Βασίλειο.

Η Μεγάλη Βρετανία είναι η πρώτη χώρα που αναγκάζεται να προσφύγει στο ΔΝΤ και ενώ ανήκει στον ηγετικό πυρήνα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων[2]. Η προσφυγή γίνεται το 1976 από την κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος με πρωθυπουργό τον Τζέιμς Κάλαχαν. Έχει προηγηθεί η ένταξη της χώρας στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ, τώρα ΕΕ) το 1973, με κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος υπό την πρωθυπουργία του Έντουαρτ Χιθ. Στις 5 Ιούνη 1975 η κυβέρνηση των Εργατικών προχωράει σε δημοψήφισμα με το ερώτημα παραμονή ή έξοδος της Βρετανίας απ’ την Κοινή Αγορά. Το 67,2% (17.378.581 ψήφοι) του βρετανικού λαού θα ταχθεί υπέρ της συμμετοχής στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) και 32,8% (8.470.073 ψήφοι) κατά. Το τελικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα αποτελέσει ήττα των υποστηριχτών μιας διαφορετικής πορείας της Βρετανίας. Ταυτόχρονα έδειχνε μια πιο πλατιά αποδοχή της Κοινής Αγοράς, από λαϊκά στρώματα. Ωστόσο έκανε σαφή και μια αλλαγή στάσης των κυρίαρχων χρηματιστικών κύκλων[3] της Βρετανίας, που απ’ το 1960 προωθούσαν την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών[4].

Η προσφυγή της, ήδη ενταγμένης στην ΕΟΚ, Μεγάλης Βρετανίας στο ΔΝΤ είναι σταθμός στην πορεία της χώρας και αποτελεί καταλύτη των μεταβολών τόσο στη βρετανική κοινωνία, όσο και στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η προ ΔΝΤ εποχή της Βρετανίας με διακυβέρνηση των Συντηρητικών

Η περίοδος διακυβέρνησης από το Συντηρητικό Κόμμα (1970-1974) χαρακτηρίζεται από μια πολιτική σκληρής επίθεσης κατά των εργαζομένων και σύγκρουσης με τα συνδικάτα.

Σ’ αυτή την περίοδο, που όπως είδαμε, η Βρετανία γίνεται μέλος της ΕΟΚ (1973), το Εργατικό Κόμμα κάνει ριζοσπαστικό τον πολιτικό του λόγο. Η εργατική βάση των ψηφοφόρων και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, που στηρίζουν το Εργατικό Κόμμα, θέλουν και πιέζουν για έναν πιο ριζοσπαστικό λόγο, καθώς και μέτρα που ν’ αποτυπώνονται στο Πρόγραμμα του κόμματος. Απαιτούν επίσης, μεγαλύτερο έλεγχο της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος από τη βάση του. Πράγματι, το Πρόγραμμα που ψηφίστηκε στην 72η Συνδιάσκεψη του Εργατικού Κόμματος τον Οκτώβρη του 1973, είναι πολύ ριζοσπαστικό για τα ως τότε δεδομένα των Εργατικών. Χαρακτηρίζεται ως μια στροφή στα αριστερά και επανασύνδεσής του Εργατικού Κόμματος με πολλές ιδέες, που απ’ τις αρχές της 10ετίας του 1950 είχε εγκαταλείψει. Στη Συνδιάσκεψη[5] του 1973 έντονη ήταν επίσης η αμφισβήτηση και η εκστρατεία ενάντια στις δομές της Κοινής Αγοράς (ΕΟΚ). Ο πρόεδρος του Κόμματος Ουίλσον με πολύ μεγάλη δυσκολία κατάφερε ν’ αποφύγει την ψήφιση μιας πρότασης, η οποία εξέφραζε αντίθεση αρχής στη συμμετοχή της Μεγάλης Βρετανίας στην Κοινή Αγορά. Τελικά μπόρεσε να περάσει τη δική του πρόταση για «επαναδιαπραγμάτευση» των όρων συμφωνίας της Βρετανίας με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Κοινής Αγοράς.

Τον Νοέμβρη του 1973 εκδηλώνονται μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις λόγω της πολιτικής λιτότητας που έχει εξαγγείλει ο Χιθ. Στις 5 Φλεβάρη 1974 οι ανθρακωρύχοι με πλειοψηφία 81% τάσσονται υπέρ της κήρυξης γενικής απεργίας. Ο Χιθ και η κυβέρνηση του Συντηρητικού κόμματος αρνείται να υποχωρήσει και στο ελάχιστο στις δικαιολογημένες διεκδικήσεις των ανθρακωρύχων. Στις 7 Φλεβάρη αποφασίζει να προσφύγει στο εκλογικό σώμα και αναγγέλλει τη διάλυση της Βουλής των Κοινοτήτων.

Η προεκλογική εκστρατεία του Συντηρητικού Κόμματος κατευθύνεται απροκάλυπτα ενάντια στη «δικτατορία των συνδικάτων». Στα συνδικάτα καταλογίζει ότι κατευθύνονται ή χειραγωγούνται από τους κομμουνιστές και παράλληλα εξαπολύει επίθεση ενάντια στον «εξτρεμισμό» του Εργατικού Κόμματος, που στηρίζουν και στηρίζονται απ’ τα συνδικάτα.

Οι εκλογές της 28ης Φλεβάρη 1974 γίνονται σε κλίμα έντονης πόλωσης. Οι Συντηρητικοί τις χάνουν, αλλά και το Εργατικό κόμμα δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία και σχηματίζει κυβέρνηση μειοψηφίας με τον Ουίλσον πρωθυπουργό. Μετά από μια νέα διάλυση της βουλής, οι Εργατικοί κερδίζουν και τις εκλογές της 10ης Οκτώβρη με το 39,3% των ψήφων και σχηματίζουν ξανά κυβέρνηση.

Η προ ΔΝΤ εποχή της Βρετανίας με διακυβέρνηση των Εργατικών και το δημοψήφισμα για την ΕΟΚ (1974-1976)

Η ένταξη της Βρετανίας στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) το 1973, απ’ την κυβέρνηση των Συντηρητικών υπό το Χιθ, τίθεται σε δημοψήφισμα το 1975 μετά την άνοδο του Εργατικού Κόμματος στην κυβερνητική εξουσία. Τον Οκτώβρη του 1974 –το Εργατικό Κόμμα– με βάση τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του 1973, εκδίδει ένα Μανιφέστο στο οποίο ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος σε όλους τους τομείς και σ’ αυτόν της Κοινής Αγοράς, δίνοντας έμφαση στην ανεξαρτησία της Βρετανίας στις αποφάσεις της. Οι διατυπώσεις του Μανιφέστου των Εργατικών ήταν σύμφωνες με τη γραμμή της «επαναδιαπραγμάτευσης» των όρων. Στην εξωτερική και στρατιωτική πολιτική βέβαια, δεν αμφισβητούσε το ΝΑΤΟ. Αλλά κατά την διάρκεια της εκστρατείας για το Δημοψήφισμα εκδηλώθηκαν πολύ πιο καθαρά οι τάσεις που υπήρχαν για το θέμα της Κοινής Αγοράς τόσο στους Εργατικούς όσο και στους Συντηρητικούς.

Στους υπερασπιστές του «ΝΑΙ» στην ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ ήταν ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης των Εργατικών και κατοπινός πρωθυπουργός –μετά την παραίτηση Ουίλσον το 1976– Κάλαχαν. Πρωταγωνιστής του «ΟΧΙ» ήταν ο Μάικλ Φούτ, της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών κι αυτός υπουργός Απασχόλησης στην κυβέρνηση των Εργατικών!

Στο διάστημα των δύο περίπου χρόνων της διακυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος με υπουργό Απασχόλησης τον Μάικλ Φούτ υπήρξε μια κοινωνική πολιτική που βελτίωνε τις μέχρι τότε συνθήκες των εργαζόμενων. Οι κοινωνικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 9%, οι συντάξεις κατά 14%, τα ενοίκια των κατοικιών πάγωσαν, ψηφίστηκε νόμος για την κατάργηση των διακρίσεων του φύλου που έδινε το δικαίωμα στην εργαζόμενη γυναίκα να διεκδικεί ίση μεταχείριση κ.α. Ταυτόχρονα ο πρωθυπουργός Ουίλσον στάθηκε εντελώς αρνητικά στο πρόβλημα της Βόρειας Ιρλανδίας. Την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του, αποκάλεσε τους αγώνες για ανεξαρτησία και τις κινητοποιήσεις των συνδικάτων στο Όλστερ, ως τελείως αποκομμένους από την πραγματικότητα «που δεν είχαν καμιά σχέση με τον αιώνα μας παρά μονάχα έκαναν για τον 17ο αιώνα.»!

Τελικά στις 16 Μαρτίου 1976 -εννέα μήνες ύστερα απ’ την ήττα των υποστηρικτών του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα για την ΕΟΚ- ανακοινώνει ξαφνικά την παραίτησή του απ’ την πρωθυπουργία ο Ουίλσον. Μια παραίτηση που προκαλεί πολλές απορίες[6] για το λόγο που έγινε. Η παραίτηση Ουίλσον αποτέλεσε, μετά το δημοψήφισμα, ένα ακόμα γεγονός που άλλαξε και πάλι το συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στο Εργατικό Κόμμα, αλλά και στην εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων του.

Η αλλαγή ηγεσίας στο κυβερνών Εργατικό Κόμμα

Στην αναμέτρηση για τη διαδοχή του Ουίλσον στο Εργατικό κόμμα, η αριστερή πτέρυγα παρουσιάζει δύο αντίπαλους υποψήφιους: τους Τόνι Μπεν και Μάικλ Φουτ. Η δεξιά πτέρυγα παρουσιάζει τον Τζένκινς, ηγέτη των μετριοπαθών και φιλοευρωπαίων, και τον Άντονι Κρόσλαντ, θεωρητικό του μη μαρξιστικού σοσιαλισμού. Το κέντρο εκφράζουν ο Ντένις Χίλι, υπουργός Οικονομικών, και κυρίως ο Τζέιμς Κάλαχαν, υπουργός εξωτερικών, τυπικά «κεντρώος». Τελικά, στις 5 Απρίλη 1976 επικρατεί[7] ο Κάλαχαν (176 ψήφοι) που υπερισχύει επί του Φούτ (137 ψήφοι).

Με τον Κάλαχαν -64 ετών, παλιό μέλος του κόμματος- στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος και στην πρωθυπουργία βρίσκεται –όπως τον περιγράφουν[8]- ένας ήρεμος, φρόνιμος, φιλοατλαντικός, χαλαρά ευρωπαιόφιλος εργατισμός, που διατηρεί καλές σχέσεις με τους συνδικαλιστές ηγέτες. Το Εργατικό Κόμμα με Πρωθυπουργό τον Κάλαχαν κάνει μια σημαντική στροφή σε σχέση με την πολιτική επί Ουίλσον. Εκδηλώνονται περικοπές σε μια σειρά κατακτήσεις των εργαζομένων και του συνδικαλιστικού κινήματος. Η στροφή αυτή ενισχύεται και από τις αλλαγές που έχουν γίνει στις ηγεσίες τόσο του Συντηρητικού κόμματος όσο και του Φιλελεύθερου.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ στην ηγεσία των Συντηρητικών το 1975

Στο Συντηρητικό κόμμα από τον Φλεβάρη του 1975, έχει γίνει αλλαγή ηγεσίας: Ο Χιθ έχει δώσει τη θέση του, στην αρχηγία του κόμματος, στη Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι ιδέες της είναι ακόμα πιο συντηρητικές από του Χιθ. Πρόκειται για μια πολιτικό εκπρόσωπο της πιο επιθετικής και αντιδραστικής πτέρυγας του μονοπωλιακού κεφαλαίου της Βρετανίας. Παρουσιάζεται ως νοσταλγός των παραδοσιακών αξιών, ένθερμη οπαδός του οικονομικού φιλελευθερισμού, εχθρική απέναντι στην κεντρική διεύθυνση της οικονομίας και ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέτρα. Η Θάτσερ είναι μια γνήσια εκπρόσωπος της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου που τα θέλει όλα.

Στο συνέδριο των Συντηρητικών τον Οκτώβρη του 1975, η Θάτσερ κάνει μια σφοδρότατη επίθεση[9] ενάντια στην πολιτική των Εργατικών και Σοσιαλιστικών, Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Κατηγορεί το «σοσιαλισμό», ως υπεύθυνο του πληθωρισμού, της υποαπασχόλησης, της ύφεσης, των καταχρηστικών φορολογικών πιέσεων, των υπερβολικών δημόσιων δαπανών και του εξωτερικού χρέους. Κάνοντας επίθεση «σε αυτούς που ισχυρίζονται ότι το σύστημα της ελεύθερης επιχείρησης απέτυχε», η Θάτσερ δηλώνει: «Αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι η κρίση του καπιταλισμού, αλλά η κρίση του σοσιαλισμού. Καμιά χώρα δεν είναι δυνατόν να ευημερήσει αν η οικονομική και κοινωνική ζωή κυριαρχείται από την εθνικοποίηση και τον κρατικό έλεγχο». Στη θέση τους η Θάτσερ προτείνει στους σύνεδρους ένα άλλο κοινωνικό όραμα, βασισμένο «στη βρετανική κληρονομιά»: «το δικαίωμα του καθένα να εργάζεται όπως θέλει, να ξοδεύει αυτά που κερδίζει, να κατέχει αγαθά και να μπορεί να θεωρεί το κράτος ως υπηρέτη και όχι ως αφέντη… Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν τη βάση μιας ελεύθερης οικονομίας και όλες οι υπόλοιπες ελευθερίες μας εξαρτώνται από αυτήν». Στο συνέδριο του Συντηρητικού κόμματος το 1976, η Θάτσερ επιδίδεται σε μία παρόμοια αντισοσιαλιστική σταυροφορία.

Ο ρόλος των Φιλελευθέρων

Από το 1974 τα ποσοστά, του τρίτου κόμματος, των Φιλελευθέρων σημειώνουν μια σχετική άνοδο. Προτείνουν επίσης μια σειρά μέτρα που βρίσκουν απήχηση, όπως π.χ. η αποκέντρωση της εξουσίας με τη δημιουργία περιφερειακών Κοινοβουλίων στη Σκοτία και στην Ουαλία, εγγυημένο κατώτατο μισθό, αυξημένη αποτελεσματικότητα φόρου κληρονομιών, σύστημα «προστίμων ενάντια στον πληθωρισμό», κ.α. Στις 7 Ιούλη 1976 αλλάζει και η ηγεσία του Φιλελεύθερου Κόμματος. Νέος ηγέτης του αναδεικνύεται ο Ντέιβιντ Στιλ στη θέση του παραιτηθέντος Θορπ.

Η προσφυγή της κυβέρνησης των Εργατικών στο ΔΝΤ το 1976

Το Σεπτέμβρη του 1976, με τον Κάλαχαν πλέον στην πρωθυπουργία, η κυβέρνηση των Εργατικών προσφεύγει στο ΔΝΤ για να πάρει ένα δάνειο 3.9 δις δολαρίων. Η Βρετανία αποδέχεται ότι η οικονομική της πολιτική θα έπρεπε να έχει την έγκριση του ΔΝΤ και το δάνειο συνοδεύεται από σκληρή επίθεση στους μισθούς των εργαζομένων, στις συντάξεις κλπ. Τον Μάρτη του 1977 κάτω από τις μεγάλες αντιδράσεις στην πολιτική λιτότητας των Εργατικών και τον κλυδωνισμό της κυβέρνησης Κάλαχαν, υπογράφεται συμφωνία συνεργασίας ανάμεσα στο Εργατικό Κόμμα και το Φιλελεύθερο. Υπάρχουν αμοιβαίες δεσμεύσεις. Το Εργατικό κόμμα υιοθετεί μια σειρά θέσεις του Φιλελεύθερου κόμματος. Το Φιλελεύθερο κόμμα με τη σειρά του, αναλαμβάνει να στηρίζει τις επιλογές της κυβέρνησης του Εργατικού κόμματος στη Βουλή. Το Σύμφωνο κράτησε μέχρι το 1978. Το σύμφωνο δε μπόρεσε να αποτρέψει τη γρήγορη φθορά της κυβέρνησης των Εργατικών και τη στροφή μιας μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος προς τους Συντηρητικούς.

Η προσφυγή στο ΔΝΤ επιδρά καθοριστικά στη Βρετανική κοινωνία και οικονομία και η στροφή του Εργατικού Κόμματος είναι ουσιαστική. Αλλάζει ο μέχρι τότε παραδοσιακός προσανατολισμός του ως κόμματος, που ήταν δημιούργημα των συνδικάτων και στηριζόταν κυρίως στην ψήφο της εργατικής τάξης. Η πολιτική του γραμμή προετοιμάζει την επάνοδο του Συντηρητικού Κόμματος στην κυβέρνηση. Όπως είδαμε την ηγεσία των Συντηρητικών έχει αναλάβει απ’ το 1975 η Μάργκαρετ Θάτσερ, σηματοδοτώντας μια γενική επίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε όλα τα επίπεδα, στην εργατική τάξη και το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά και στις άλλες ηγετικές ιμπεριαλιστικές χώρες…

ΥΓ: Στο επόμενο, η υπό την εποπτεία του ΔΝΤ 3ετής κυβερνητική πολιτική των Εργατικών, η άνοδος της Μάργκαρετ Θάτσερ στην πρωθυπουργία και η συνύπαρξή της με την προεδρία του Ρόναλντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ. Η σχέση Βρετανίας ΕΟΚ κατά τη δεκαετία του ’80 και η δρομολόγηση της πλήρους μετάλλαξης του Εργατικού Κόμματος.


[1] http://www.inprecor.gr/index.php/archives/121734

[2] Η Μεγάλη Βρετανία είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση παρακμής ιμπεριαλιστικής δύναμης. Στη διεθνή σκηνή κυριαρχεί απ’ το 19ο αιώνα μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918). Μετά το τέλος του πολέμου από χώρα πιστωτής γίνεται κατά το μισό χρεώστης και χάνει το μοναδικό μονοπώλιο που είχε και τις έδινε τεράστια πλούτη και παγκόσμια κυριαρχία. Η μόνη χώρα που βρέθηκε από οικονομικής άποψης εντελώς ανεξάρτητη ήταν οι ΗΠΑ, που ενώ ως τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν χρεώστης, μετά τον πόλεμο έγινε μόνο πιστωτής. Ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στη φούχτα των ιμπεριαλιστών που κυριαρχούσαν ως τότε στον κόσμο άλλαξε. Κυρίαρχη δύναμη αναδείχτηκαν οι ΗΠΑ. Ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος ήρθε να επικυρώσει την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο δυτικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο –όχι μόνο οικονομικά, αλλά πολιτικά και στρατιωτικά– και την ταυτόχρονη αποσύνθεση της πάλαι ποτέ Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Για τις ανάγκες αντιμετώπισης του Β’ παγκοσμίου πολέμου οι ΗΠΑ είχαν ψηφίσει το νόμο «Για την εκμίσθωση και το δανεισμό». Ο νόμος αυτός υπερχρέωσε μεν τη Βρετανία στις ΗΠΑ, αλλά στήριξε την πολεμική της ικανότητα ν’ αντιμετωπίσει την πολεμική μηχανή του Χίτλερ. Η Βρετανία επίσης, για να μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στην ανασυγκρότησή της μετά τον πόλεμο, αναγκάστηκε να υπογράψει την Άγγλο-Αμερικανική Οικονομική Συμφωνία στις 6 Δεκέμβρη 1945. Η συμφωνία αυτή μπήκε σ’ εφαρμογή στις 15 Ιούλη 1946. Τα δάνεια αυτής της συμφωνίας ξεχρεώθηκαν στις 29 Δεκέμβρη 2006! Δες προηγούμενο άρθρο μας «ΔΝΤ: Το μακρύ χέρι της χρηματιστικής ολιγαρχίας και το αόρατο χέρι των ΗΠΑ», http://www.inprecor.gr/index.php/archives/121734

[3] Οι αλλαγές μέσα στην αστική τάξη της Βρετανίας φαίνονται και από μερικά ακόμα κατοπινά γεγονότα. Από την αποδοχή τελικά του πολύ παλιού σχεδίου της υπόγειας ένωσης με σήραγγα της Αγγλίας και της Γαλλίας στη Μάγχη. Το έργο άρχισε το Μάη του 1986 και τελείωσε το 1994. Την κατασκευή του έργου η Αγγλία την αρνούνταν ως τότε επίμονα με το επιχείρημα μήπως και εισβάλλουν εχθρικά στρατεύματα στο έδαφός της. «ο φόβος των Άγγλων από τη σήραγγα είναι φόβος από τον ίδιο τον εαυτό τους» σημείωνε εύστοχα ο Λένιν το Σεπτέμβρη του 1913. Αν και παλιές φοβίες φαίνονται να ξεπερνιούνται, υπάρχουν εκδηλώσεις που δείχνουν ότι παρόλα αυτά οι επιφυλάξεις σχετικά με την ΕΟΚ και κατόπιν με την ΕΕ είναι πολύ ισχυρές στους κυρίαρχους οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους του Ηνωμένου Βασιλείου. Μια σοβαρή εκδήλωση αυτής της τάσης ήταν η μακρόχρονη αντιδικία της Θάτσερ με την Κομισιόν, για να επιστραφούν στη Βρετανία ποσά που είχαν δοθεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό, καθώς και μείωση της εισφοράς της, κάτι που τελικά έγινε. Μια άλλη εκδήλωση αυτής της τάσης είναι και η μη συμμετοχή της Βρετανίας στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ.

[4] Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών το 1960 από τη Βρετανία και τις Σκανδιναβικές χώρες, αποτελεί την κύρια αντίδραση της Γηραιάς Αλβιόνας στην ίδρυση της ΕΟΚ το 1958. Οι πρώτες 6 χώρες μέλη της ΕΟΚ είναι: Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία.

[5] Στην αγγλική γλώσσα το Συνέδριο αντιστοιχεί στη λέξη Congress, ενώ η Συνδιάσκεψη αντιστοιχεί στη λέξη Conference. Τόσο στην ελληνική γλώσσα, όσο και στην αγγλική υπάρχει σαφώς διαφορά ανάμεσα στα δύο. Ωστόσο οι Εργατικοί της Αγγλίας δεν χρησιμοποιούν ποτέ το Congress. Για τους Εργατικούς Συνδιάσκεψη και Συνέδριο είναι το ίδιο.

[6] Ο Ουίλσον αρχικά επικαλέστηκε μια δήλωσή του, ότι θα σταματούσε την πολιτική του καριέρα όταν θα συμπλήρωνε τα 60 του χρόνια. Κατόπιν επικαλέστηκε λόγους υγείας, επιστρατεύοντας τον γιατρό του που δήλωσε ότι ο Ουίλσον παρουσίαζε συμπτώματα Αλτσχάιμερ. Για τη στήριξή της παραίτησής του υπήρξε ένας κατάλογος ονομάτων που εκθείαζαν το έργο του, ωστόσο σ’ αυτό τον κατάλογο περιέχονταν και πρόσωπα που ενέχονταν σε διάφορα σκάνδαλα και είχαν γίνει αντικείμενο σχολιασμού και σάτιρας από έντυπα πλατιάς κατανάλωσης όπως πχ η Sun (κάτι σαν την Espresso). Ο κατάλογος αυτός ήταν επιλογή του ίδιου του Ουίλσον σε συνεργασία με την ιδιαιτέρα γραμματέα του και προϊσταμένη του πολιτικού του γραφείου και, μάλιστα πήρε την ονομασία «Λίστα της Λεβάντας» γιατί τα ονόματα γράφτηκαν σε ένα χαρτί αρωματισμένο με λεβάντα, που όταν μαθεύτηκε προκάλεσε πιπεράτα σχόλια. Συνδυάστηκε δε, με μια άλλη ιστορία που είχε ακουστεί κατά την επίσκεψη του σοβιετικού ηγέτη Νικήτα Χουρτσόφ στο Λονδίνο, όπου κύριο πρόσωπο ήταν πάλι η ιδιαιτέρα γραμματέας του Ουίλσον…

[7] Η εκλογή έγινε από εκλεκτορικό σώμα και χρειάστηκαν τρεις αναμετρήσεις. Στην πρώτη συμμετείχαν 6 υποψήφιοι, στη δεύτερη 3 και στην τρίτη και τελευταία δύο. Ο Κάλαχαν και ο Μάικλ Φουτ.

[8] Πρόκειται για την κριτική που άσκησε η αριστερή πτέρυγα του Εργατικού κόμματος στον Κάλαχαν και αποτυπώθηκε σε άρθρα και ομιλίες στελεχών της.

[9] Εφημερίδα Le Monde, 12 και 13 Οκτώβρη 1975.

Δεν υπάρχουν σχόλια: