Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Μια μαρξιστική ερμηνεία της κρίσης

Συνέντευξη του Ντέιβιντ Χάρβεϊ

*Στο 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' επιτίθεστε στους οικονομολόγους του κατεστημένου γιατί απέτυχαν να προβλέψουν την κρίση. Μπορείτε να μας πείτε γιατί οι αστοί οικονομολόγοι δεν είδαν την επερχόμενη κρίση, την οποία προέβλεπαν πολλοί μαρξιστές; Πόσο υπερέχει ο μαρξισμός έναντι της αστικής οικονομικής επιστήμης, απ΄ αυτή την άποψη;

--Θεωρώ ότι κεντρική θέση στο μαρξισμό κατέχει η ιδέα της αντίφασης, ότι το καπιταλιστικό σύστημα θεωρείται πως εμπεριέχει μια σειρά θεμελιωδών αντιφάσεων που συγκρούονται και συνεπώς παράγουν μια κοινωνία που διατρέχεται διαρκώς από διαφόρων ειδών εντάσεις. Για παράδειγμα, η ένταση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία είναι μια εμφανής κατάσταση στην οποία κάθε μαρξιστής θα όφειλε να στρέψει την προσοχή του στο χαρακτήρα δηλαδή του ταξικού αγώνα. Υπάρχουν, όμως, και άλλες εντάσεις, ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση , στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία. Όλες αυτές οι εντάσεις υπάρχουν. Τι είναι ένα σπίτι; Είναι μια αξία χρήσης, εκεί που οι άνθρωποι κατοικούν, ή είναι μια ανταλλακτική αξία; Εκείνο που διαπιστώσαμε στην πρόσφατη κρίση είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ένταση ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία μιας κατοικίας ξεσπάει με τη μορφή μιας μακρο-κρίσης. Συνεπώς, από μαρξιστικής σκοπιάς, πάντα υπάρχουν εντάσεις. Έτσι το μόνο ενδιαφέρον ερώτημα, από τη σκοπιά του μαρξισμού, είναι το πότε ξεσπούν αυτές οι εντάσεις και λαμβάνουν τη μορφή μιας μεγάλης κρίσης αστάθειας και, άρα, πρέπει να ξεπεραστούν με την εμφάνιση ενός διαφορετικού σχηματισμού καπιταλιστικών δυνάμεων, στην περίπτωση που κρίση λύνεται μέσα στον καπιταλισμό.
Υπάρχει ένα ανέκδοτο για τους μαρξιστές, λέγεται ότι προέβλεψαν σωστά τις τελευταίες δώδεκα από τις τελευταίες τρεις κρίσεις. Συνεπώς, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός όταν λέει πως μια αντίφαση πρόκειται να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις κρίσης ή ότι αυτή η κρίση πρόκειται να είναι η τελειωτική. Η μαρξιστική θεωρία, όμως, μάς λέει ότι δεν υπάρχει σταθερό καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι, επί παραδείγματι, όταν οικονομολόγοι από τον Μπεν Μπερνάνκι [νυν διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ ] μέχρι τον Πολ Κρούγκμαν αρχίζουν να μιλούν για τη δεκαετία του 1990 ως μια περίοδο 'μεγάλης αυτοσυγκράτησης' και όταν λένε ότι οι κρισιακές τάσεις έχουν ξεπεραστεί, γνωρίζει κανείς, αν δει τα πράγματα από μαρξιστική σκοπιά, ότι δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Πολύ πρόσφατα, το 2004-2005, πριν ακόμη αναλάβει ως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ο Μπερνάνκι υποστήριζε ότι οι τάσεις προς την αστάθεια έχουν αμβλυνθεί και δεν συντρέχει ουδείς λόγος ανησυχίας.
Οι συμβατικοί οικονομολόγοι διατηρούν μια αντίληψη για την κοινωνία που συνοψίζεται σ΄ αυτό που θα θεωρούσαν ροπή προς την ισορροπία, δηλαδή πιστεύουν πως όταν η αγορά λειτουργεί σωστά, εντός του ορθού θεσμικού πλαισίου -το οποίο περιλαμβάνει κάποιο βαθμό ρύθμισης των συμβολαίων και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων-, πρέπει να παράγει μια κατάσταση ισορροπίας. Έτσι, τα συμβατικά οικονομικά πάντα μιλούν για την τάση προς σύγκλιση, προς ισορροπία, και ότι η ισορροπία είναι δυνατή υπό τον όρο ότι υπάρχει σωστό μείγμα πολιτικής και δεν σημειώνεται κάτι εξωγενές που να δημιουργεί αναταράξεις στο όλο σύστημα. Εξωγενή προβλήματα θα μπορούσαν να αποκληθούν οι φυσικές καταστροφές, οι πόλεμοι, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και ο προστατευτισμός. Κρίση θα μπορούσε να υπάρξει λόγω αυτών των εξωγενών παραγόντων [υποστηρίζουν οι συμβατικοί οικονομολόγοι], η οποία θα ξεστράτιζε το σύστημα από το μονοπάτι της ισορροπίας, όμως η ισορροπία είναι πάντα κάτι το εφικτό.
Από μαρξιστικής σκοπιάς, η ισορροπία είναι ασυνήθης κατάσταση. Υπάρχουν πάντα δυνάμεις που μας απομακρύνουν, δυνάμεις εσωτερικές στη δυναμική του συστήματος. Έτσι, η μαρξιστική αντίληψη θα εξέταζε αυτό το ζήτημα με πολύ διαφορετικό τρόπο. Και πάλι, όμως, επανέρχομαι σ΄ αυτό που είπα προηγουμένως, πάντα πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, όταν εξετάζει από τη μαρξιστική σκοπιά το θέμα αυτό, και να μη λέει , 'Ιδού η επόμενη κρίση και αυτή θα είναι η τελειωτική'. Αυτό που επιχειρώ στο 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' είναι να μιλήσουμε πολύ συγκεκριμένα για το ποια είναι η φύση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού και γιατί η λύση της κρίσης της δεκαετίας του 1970 δημιούργησε μια δομή που εμπεριείχε την πιθανότητα δημιουργίας κρίσης του είδους που είδαμε να ξεσπάει γύρω μας τα τελευταία δυο-τρία χρόνια. Αυτό οδηγεί στο μέγα ερώτημα: Τι είδους προσαρμογές είναι πιθανόν να συντελούνται στην καπιταλιστική δυναμική, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν τα θεμέλια μιας νέας κρίσης στο μέλλον;

*Πιστεύετε ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση αποτελεί επίσης κρίση της αστικής νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας;

--Αναμφίβολα, η νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης θεωρίας αμφισβητείται. Πολλοί, που κάποτε ήταν ακλόνητοι υποστηρικτές της υπόθεσης των αποτελεσματικών αγορών, σήμερα αναγνωρίζουν το λάθος τους. Πολλοί οικονομολόγοι φαίνεται να συναινούν στο ότι, όντως, απαιτούνται πιο δυναμικές μορφές παρέμβασης στην οικονομία, προκειμένου να τερματιστεί η κρίση και να σταθεροποιηθεί το σύστημα. Τα συνήθη νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα, τα οποία προβάλλονταν στις δεκαετίες του 1970 και 1980 ως ο τρόπος εξόδου από την κρίση, δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν, συμπεριλαμβανομένου, βεβαίως, του επιχειρήματος ότι η κρίση οφείλεται στα αρπακτικά συνδικάτα, στους άπληστους εργάτες και συνεπώς η εργασία δεν πρέπει να αμείβεται πολύ. Στην εποχή μας, δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει αυτό το επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, το μόνο επιχείρημα που στέκει, ως προς αυτό, είναι πως οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε αδυναμία, στις παρούσες περιστάσεις.
Βεβαίως, ιδεολογικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να πει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή η δεξιά πτέρυγα του Δημοκρατικού ότι η απάντηση είναι να ενισχυθούν και πάλι οι εργαζόμενοι στις παρούσες συνθήκες. Ένα μέρος όπου αρχίζουμε να βλέπουμε σημάδια του τι συμβαίνει είναι ασφαλώς η Κίνα. Για πρώτη φορά επέτρεψε η κεντρική κινεζική κυβέρνηση να εξελιχθεί μια μεγάλη απεργία που δεν είχε οργανωθεί από τα συνδικάτα που καθοδηγεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά ήταν αυθόρμητη. Είδαμε την απεργία στην εταιρεία Honda, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι μισθοί κατά 30-40%. Στην εταιρεία Foxconn έγινε σύγκρουση, η οποία οδήγησε στο διπλασιασμό των μισθών. Φαίνεται πως τώρα η κινεζική κυβέρνηση ενισχύει τα δικαιώματα των εργατών, κάτι που δεν βλέπουμε σε όλον τον υπόλοιπο αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, όπως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

*Με βάση την πρακτική των κυβερνήσεων και των οικονομολόγων του κατεστημένου, τι αντικαθιστά τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία;

--Υπάρχει μια θεωρία του νεοφιλελευθερισμού που στην πραγματικότητα ουδέποτε λειτούργησε. Η Μάργκαρετ Θάτσερ επιχείρησε να την εφαρμόσει και απέτυχε μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια. Υπάρχει επίσης μια πραγματιστική μορφή νεοφιλελευθερισμού, η οποία μονίμως υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και την παύση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Στην πράξη, όμως, αυτό σήμαινε υποστήριξη προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στη μεξικανική κρίση χρέους π.χ., το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και το αναζωογονημένο ΔΝΤ έσωσαν το Μεξικό, προκειμένου να σώσουν τους τραπεζίτες της Νέας Υόρκης. Εκείνο που συνέβη λοιπόν ήταν η εισαγωγή του ηθικού κινδύνου στο σύστημα. Το βασικό στοιχείο αυτού του τελευταίου είναι ότι σε κάθε περίπτωση αποφασίζεται να διασώζονται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με κάθε κόστος. Αυτό δεν είναι διόλου συμβατό με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, η καθαρή ιδεολογία, θα έλεγε: 'Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς. Αν κάνεις μια κακή επένδυση και χρεοκοπήσεις, τόσο το χειρότερο'. Αυτή τη στιγμή εκείνο που βλέπουμε είναι πως η επίσημη ιδεολογία, που θέλει να κρατήσει το κράτος μακριά από οτιδήποτε, έχει πρόβλημα, εφόσον η πολιτική εξουσία υιοθετεί ανοιχτά την απαίτηση να σωθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εις βάρος του πληθυσμού. Φαίνεται ότι διεξάγεται κάποια πάλη γύρω απ΄ αυτό το ζήτημα, επειδή τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμφωνούν μ΄ αυτό.
Όπως το βλέπω αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει η πρόθεση οποιασδήποτε αλλαγής αυτής της θέσης, δηλαδή ότι αυτό είναι που πρέπει να γίνει. Όμως, το πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι έτσι μετατοπίζουν την κρίση. Και πάλι, μία από τις θέσεις, που για μένα είναι πολύ σημαντικές, στο 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' αφορά το ότι το κεφάλαιο δεν ξεπερνά τις κρισιακές τάσεις του , αλλά τις ανακυκλώνει. Δόθηκε μεν κάποια λύση στο θέμα της τραπεζικής κρίσης, αλλά τώρα προέκυψε η κρίση των κρατικών χρεών, των οικονομικών των κρατών. Το βλέπετε αυτό βεβαίως στη Νότια Ευρώπη, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Δημοσιονομική κρίση υπάρχει και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τη σοβαρή δυσκολία που έχει η Καλιφόρνια π.χ., η οποία διατηρεί έναν από τους μεγαλύτερους κρατικούς προϋπολογισμούς στον κόσμο. Έτσι, η κρίση μετατοπίστηκε από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα δημόσια οικονομικά. Υπάρχει λοιπόν ένα μεγάλο ερώτημα, πώς θα αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, και αυτό είναι το κύριο ζήτημα της ημερήσιας διάταξης τούτη τη στιγμή. Ενώ το περασμένο έτος το ζήτημα ήταν πώς θα σταθεροποιηθούν οι τράπεζες, τώρα είναι πώς θα σταθεροποιηθούν τα δημόσια οικονομικά και αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν πρόκειται να λυθεί εύκολα. Θα απασχολεί τα επόμενα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.
Παράλληλα μ΄ αυτό, όσο επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά μέσω της λιτότητας θα διατηρούν υψηλή ανεργία. Αυτό είναι το ζήτημα που εμφανίζεται τώρα, μετατόπισαν την κρίση από τις τράπεζες στα δημόσια οικονομικά και στη συνέχεια στο λαό με τη μορφή της λιτότητας και της ανεργίας. Συνεπώς, το μείζον ερώτημα είναι, πώς θα αντιδράσει ο λαός; Βλέπουμε την αντίδρασή του σε κάποιο βαθμό με τις απεργίες στην Ελλάδα και στην Ισπανία, καθώς και με τον αναβρασμό που υπάρχει στα πανεπιστήμια της Καλιφόρνιας, όπου αρχίζει να οικοδομείται λαϊκή αντίσταση εναντίον του τρόπου με τον οποίο σταθεροποιούνται τα δημόσια οικονομικά εις βάρος του λαού. Βεβαίως, τα δημόσια οικονομικά περιήλθαν σε χαοτική κατάσταση, επειδή σταθεροποίησαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ένα είδος αλυσιδωτού φαινομένου. Συνεπώς, το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται κατά τη γνώμη μου από το πώς θα εξελιχθεί ο ταξικός αγώνας. Θα είναι ένας ταξικός αγώνας έναντι ενός κρατικού μηχανισμού και μιας κρατικής εξουσίας που λένε, 'Εσείς πρέπει να πληρώσετε το κόστος της κρίσης', ενώ πολλοί άνθρωποι λένε 'Όχι δεν πρέπει να πληρώσουμε εμείς το κόστος της κρίσης. Πρέπει να το πληρώσουν οι τραπεζίτες, οι χρηματιστές και οι ανώτερες τάξεις', οι περισσότεροι -κάποιοι βέβαια έχουν πληγεί- από τους οποίους βγήκαν, μέχρι στιγμής, αλώβητοι από την κρίση. Έτσι θα δούμε να εξελίσσεται αυτή η δυναμική του ταξικού αγώνα.

*Όπως αναφέρατε, εδώ, στις ΗΠΑ, και στην Ευρώπη εφαρμόζονται μέτρα λιτότητας. Πιστεύετε ότι αυτά τα μέτρα θα δώσουν λύση στην κρίση;

--Τα μέτρα λιτότητας θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο ξεπέρασμα της δημοσιονομικής κρίσης του κράτους, αλλά θα επαναληφθεί αυτό που έγινε με τη δημοσιονομική κρίση που προέκυψε από τη λύση της κρίσης των τραπεζών. Το ερώτημα είναι λοιπόν: Τι είδους κρίση θα προκληθεί απ΄ αυτά τα μέτρα; Κρίση ανεργίας, βεβαίως. Εάν τα κράτη εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας -όπως ο Κάμερον στη Βρετανία που μιλά για μεγάλες περικοπές- αυτά θα προκαλέσουν μεγάλη ανεργία. Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης το θέμα συζήτησης είναι οι μεγάλες περικοπές του προϋπολογισμού και η μαζική ανεργία που θα προκληθεί στον δημόσιο τομέα. Θα εξαπολυθεί στη συνέχεια ένας μεγάλος αγώνας μεταξύ του κράτους και των συνδικάτων του δημόσιου τομέα ιδίως . Έτσι είναι πιθανόν να δούμε, όπως είδαμε στην Ελλάδα και στην Ισπανία, έναν εκτεταμένο αγώνα, επειδή η κρίση μεταφέρεται σε άλλο χώρο, και αυτό μας επαναφέρει στη θέση μου ότι οι κρίσεις δεν λύνονται, απλά μετατοπίζονται από τη μια σφαίρα στην άλλη.

*Πώς βλέπετε την αντίδραση της Αριστεράς στις περικοπές του προϋπολογισμού και ποιο δρόμο πιστεύετε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει η Αριστερά για να προχωρήσει μπροστά;

--Εξαρτάται από το τι αποκαλείτε Αριστερά. Υπάρχουν πολλές ομαδοποιήσεις στην Αριστερά που δυσανασχετούν μ΄ αυτή την κατάσταση, αλλά δεν βλέπω μια ενιαία ανάλυση της Αριστεράς σχετικά με τη φύση του προβλήματος. Βλέπω πολλά είδη λύσεων και διαφορετικές διατάξεις οργάνωσης. Έτσι νομίζω ότι η Αριστερά δεν αντιδρά με ενιαίο τρόπο. Πιστεύω ότι τώρα, στο βαθμό που η κρίση μετατοπίζεται προς τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, είναι πιθανόν να δούμε πιο κλασικές μορφές ταξικού αγώνα ως αντίδραση έναντι της κατάστασης από ό,τι συνέβη όταν η κρίση έδρευε στο τραπεζικό σύστημα. Αυτό θα οδηγήσει στη σύγκλιση πολλών δυνάμεων της Αριστεράς γύρω από την ιδέα ότι πρέπει να προστατεύσουμε τον πληθυσμό γενικά έναντι των μέτρων λιτότητας που προέρχονται από το κράτος.
Θεωρώ ότι οι αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελίσσεται η κρίση είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε πιο ενοποιημένη πολιτική μέσα στην Αριστερά, ωστόσο υπάρχουν πολλές διαφορετικές ομαδοποιήσεις. Μερικές φορές μπλέκω σε μπελάδες που το λέω αυτό, αλλά επί παραδείγματι ο αναρχικός αυτονομιστικός χώρος δεν θέλει να πάρει την κρατική εξουσία και δεν πιστεύει στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, αν και τώρα σημειώνονται κάποιες μετατοπίσεις μεταξύ των σημαντικών θεωρητικών αυτού του χώρου. Θεώρησα ενδιαφέρον στοιχείο το ότι στο τελευταίο βιβλίο τους οι Χαρντ και Νέγκρι δεν εξέφρασαν αντίθεση στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, κάτι πολύ ασυνήθιστο γι΄ αυτό το χώρο, έτσι ίσως αυτή η ιδέα μπορεί να μεταβληθεί. Πιστεύω ότι οι κλασικοί αριστεροί σχηματισμοί, και δεν μιλώ για τη σοσιαλδημοκρατία, μιλώ κυρίως για τους μαρξιστικούς και κομμουνιστικούς σχηματισμούς, έχουν πρόβλημα. Θα το παρουσιάσω εδώ χονδροειδώς. Δεν πιστεύω ότι φέρνει αποτελέσματα η ιδέα τους για τον εργοστασιακό εργάτη ως τον πρωτοπόρο προλετάριο που θα κάνει την επανάσταση. Δεν πιστεύω πραγματικά ότι αυτή η ιδέα απέδωσε ποτέ πολύ καλά αποτελέσματα. Πρέπει κανείς να διαμορφώσει μια ευρύτερη έννοια συμμαχίας δυνάμεων εντός της οποίας το συμβατικό προλεταριάτο αποτελεί σημαντικό στοιχείο, αλλά όχι αναγκαία ένα στοιχείο που παίζει ρόλο ηγεσίας.
Μια δομή ηγεσίας πρέπει να αναπτυχθεί γύρω από όλους τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Επί παραδείγματι, ένας από τομείς ενδιαφερόντων μου θα ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που εμπλέκονται στη δημιουργία της αστικοποίησης, οι άνθρωποι που δημιουργούν πόλεις και οι άνθρωποι που παράγουν τη ζωή της πόλης. Τούτη τη στιγμή, στο βαθμό που ο αγώνας θα διεξαχθεί πιθανώς ανάμεσα στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα και στον κρατικό μηχανισμό, θα είναι μια ειδική μορφή αγώνα που δεν βασίζεται στα εργοστάσια. Τα συνδικάτα των καθηγητών και αυτού του είδους οι ομάδες πιθανώς θα ωθηθούν να αναλάβουν έναν πιο πρωτοποριακό ρόλο. Νομίζω λοιπόν ότι οι αριστερές οργανώσεις χρειάζεται να αναρωτηθούν ποιοι θα παίξουν, πιθανώς, το ρόλο της πρωτοπορίας στην τρέχουσα κατάσταση και τι πολιτική θα έπρεπε να διαμορφωθεί σε σχέση με τις κυβερνήσεις των Πολιτειών, όπως και με τις εταιρείες.

*Ο μαρξισμός πάντα είχε να κάνει τόσο με την εξήγηση όσο και με την αλλαγή της κοινωνίας. Ποιος, κατά τη γνώμη σας, είναι ο ρόλος που πρέπει να παίξει ο μαρξισμός στην οικοδόμηση μιας νέας αντίστασης με στόχο το μετασχηματισμό της κοινωνίας;

--Θεωρώ ότι παίζει βασικό ρόλο. Από τη δική μου οπτική γωνία, η αποτυχία των άλλων μορφών κατανόησης της πολιτικής οικονομίας είναι πλέον τόσο φανερή που υπάρχει σήμερα η δυνατότητα να προωθηθεί πραγματικά σθεναρά μια πιο σαφής μαρξική αντίληψη για το πώς λειτουργεί η πολιτική οικονομία, συνεπώς θεωρώ ότι σ΄ αυτό το επίπεδο κριτικής ο μαρξισμός έχει να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο. Πιστεύω επίσης ότι η ιστορία του μαρξισμού και η εποικοδομητική πλευρά του αποτελούν συλλογική μνήμη που μπορεί να ανασυρθεί πολιτικά, και πρέπει να το πούμε ευθέως: ο βαθμός του βιοτικού επιπέδου που είχαμε επιτύχει τη δεκαετία του 1970 σχετιζόταν με τη δυναμική του ταξικού αγώνα όπως εξελίχθηκε μετά το 1917, ακόμη και σ΄ αυτή τη χώρα [τις ΗΠΑ] κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Λέγεται από κάποιους ότι ο μαρξισμός απέτυχε - ε, λοιπόν, δεν απέτυχε. Στην πραγματικότητα έπαιξε πολύ εποικοδομητικό ρόλο. Ταυτόχρονα, όσοι κινούμαστε στο πλαίσιο του μαρξισμού οφείλουμε επίσης να κοιτάξουμε πίσω και να είμαστε πολύ επικριτικοί σε αυτές που θεωρούμε πολύ συντηρητικές, μάλλον δογματικές αντιλήψεις για τον κόσμο.
Επί παραδείγματι, δεν μπορούμε να ανατρέχουμε και να παραθέτουμε τον Λένιν σαν να είναι αυτό μια λύση, κατά κάποιον τρόπο. Ο καλός μαρξιστής αυτό που κάνει είναι να εξετάζει τη συμβατική κατάσταση και να την αναλύει συνεχώς, δοθείσης της μεθόδου του Μαρξ [που τον προτρέπει] να προσπαθεί και να κατανοεί τη δυναμική της κατάστασης και συνεπώς να παρεμβαίνει με τρόπο που να οδηγεί την κοινωνία σε πιο δημοκρατικές και εξισωτικές λύσεις και τελικά σε λύσεις που είναι εντελώς αντικαπιταλιστικές. Πιστεύω ότι ο μαρξισμός ως επαναστατική θεωρία και ως επαναστατική πράξη έχει να διδάξει πολλά. Υπάρχει μια θαυμάσια ιστορική καταγραφή, αλλά πρέπει να προσεγγίσουμε με κριτικό τρόπο το τι κάναμε λάθος και τι σωστά, και γι΄ αυτό πιστεύω ότι τούτη η στιγμή είναι εξαιρετική για να παρουσιάσουμε ξανά , αν θέλετε, τη μαρξική επιχειρηματολογία, νομίζω μάλιστα ότι πολύ περισσότερος κόσμος είναι πρόθυμος να ακούσει. Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσκόπηση του Pew Research Center που αναφέρει ότι μόνο το 43% των ανθρώπων της χώρας πιστεύει πραγματικά ότι ο καπιταλισμός είναι καλός και νομίζω ότι ειδικά ανάμεσα στη νεότερη ηλικιακά ομάδα , των 18-30 ετών, το 43% πιστεύει ότι ο σοσιαλισμός ήταν καλύτερος. Έτσι, ακόμη και σ΄ αυτή τη χώρα, οι όμοιοι του Γκλεν Μπεκ [δεξιός θρησκευόμενος λαϊκιστής, επιχειρηματίας των MME, που τον έχει φέρει στον κοινωνικό αφρό το ακραία συντηρητικό κίνημα του Tea Party] έχουν αναστατωθεί ακριβώς εξαιτίας μιας αθόρυβης, αλλά δραστικής μεταβολής στον τρόπο του σκέπτεσθαι, μιας μεταβολής που βρίσκεται υπό εξέλιξη, και αυτό μπορούμε να το υποστηρίξουμε με επιχειρήματα. Η δική μου συμβολή ήταν να γράψω το 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' που είναι προσιτό στον κόσμο, έτσι ώστε μπορεί να σχηματίσει μια αντίληψη για το ποια είναι η μαρξική επιχειρηματολογία, χωρίς να είναι πολύ δογματικό ή αλαζονικό σχετικά μ΄ αυτή. Αυτή πιστεύω ότι είναι η κατάστασή μας τούτη τη συγκεκριμένη στιγμή.


Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΕ - ΓΣΕΕ / AΔΕΔΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρήσιμο εργαλείο για την ανατροπή του Μνημονίου

Επιμέλεια Μάκης Μπαλαούρας

Η ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ πάντα αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι η μοναδική επιστημονική μελέτη από την πλευρά της εργατικής τάξης που παρουσιάζει τις πηγές και τις αιτίες των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα υποβάλλει προτάσεις για εναλλακτικούς δρόμους διεξόδου.
Αν η αναγκαιότητά της είναι σημαντική σε κάθε περίοδο, σήμερα στο μέσον βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης καθίσταται εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για τα συνδικάτα, τα κόμματα της Αριστεράς, αλλά και τους επιστημονικούς φορείς προκειμένου να θεμελιώσουν επιχειρήματα αντίστασης στην επιχειρούμενη κυβερνητική προσπάθεια κατεδάφισης των εργατικών κατακτήσεων, του βιοτικού τους επιπέδου και του κοινωνικού κράτους.

Τα αίτια της κρίσης

Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία πέρασε μια μακρά περίοδο (1994-2008) μεγάλης ανάπτυξης, την ίδια αυτή περίοδο άρχισαν να συσσωρεύονται δημόσια ελλείμματα και δημόσιο χρέος. Το δημόσιο έλλειμμα αυξανόταν ετησίως κατά 5 δισ., ενώ το δημόσιο χρέος κατά 6,2 δισ.! Το «ελληνικό παράδοξο», όπως το αναφέρει η Έκθεση, δηλαδή το πως μπορεί να εξηγηθεί η ταυτόχρονη αύξηση του ΑΕΠ με τη δημιουργία των ελλειμμάτων και του χρέους. Το ΙΝΕ, με στοιχεία, εξηγεί ότι το πρόβλημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στη «δανειακή μεγέθυνση της δημόσιας κατανάλωσης, της ιδιωτικής κατανάλωσης των ανώτερων εισοδημάτων, στις υπερτιμολογήσεις των κρατικών προμηθειών, στις φοροαπαλλαγές προς τις επιχειρήσεις που στέρησαν έσοδα από τον κρατικό προϋπολογισμό, στην ανισοκατανομή του εισοδήματος, την απελευθέρωση της φοροδιαφυγής και στην κατάρρευση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού είσπραξης των εσόδων του κράτους, στην εισφοροδιαφυγή, την ευάλικτη, την αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, καθώς και στη συρρίκνωση του τεχνολογικού και οικονομικού δυναμικού της χώρας».

Το ελληνικό παράδοξο

Ενώ για 14 χρόνια το ΑΕΠ αυξάνονταν σημαντικά, τοποθετώντας την ελληνική οικονομία στις πρώτες θέσεις της ανάπτυξης, η ολοένα συνεχής ανισοκατανομή του εισοδήματος, μέσω των φοροαπαλλαγών, φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και διαφθορά, οδήγησαν το κράτος σε ολοένα σε μεγαλύτερα ελλείμματα και μεγαλύτερο δανεισμό για να καλύψει την απώλεια εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Από μια άλλη πλευρά μπορεί κανείς να δει το «τραπεζικό παράδοξο». Δηλαδή μια επί χρόνια τεράστια κερδοφορία που πήγαινε στους ιδιώτες μετόχους, χωρίς όμως να γίνει καμία προσπάθεια, τουλάχιστον, θωράκισής τους.
Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν οι τιμές καταναλωτή είναι στο 94% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή είναι ακριβή χώρα, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας είναι στο 92% του μέσου όρου της ΕΕ (χώρα πολλών ωρών και έντασης εργασίας), οι μισθοί βρίσκονται στο 82%. Δηλαδή οι μισθοί είναι χαμηλοί σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας και των τιμών.

Η έντονη ταξική φορολογία

Προς θεμελίωση αυτών, διαπιστώνεται ότι τα τέσσερα ευρώ που παράγονται στην ελληνική οικονομία, το ένα δεν φορολογείται, δηλαδή διαρροή εσόδων του κράτους κατά 12-15 δισ. ετησίως Ταυτόχρονα ενώ η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα είναι 35,1% (2007) περίπου στο μ.ο. της ΕΕ (36,4%), η πραγματική φορολόγηση των κερδών ανέρχεται σχεδόν στο μισό του μ.ο. της ΕΕ (15,9%) στην Ελλάδα, έναντι 33% στην ΕΕ).
Συναφές με το παραπάνω είναι το γεγονός ότι οι άμεσοι φόροι, στην Ελλάδα φτάνουν μόλις στο 7,7% το ΑΕΠ, ενώ στην ΕΕ σχεδόν στο διπλάσιο, στο 13,1% του ΑΕΠ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναλογία των εισοδημάτων ιδιοκτησίας προς τα εισοδήματα από την εργασία (συμπεριλαμβανόμενης και της αυτοαπασχόλησης) στην Ελλάδα ανέρχονταν, το 2009 σε 0,43, ενώ στις περισσότερες χώρες της ΕΕ ?15 βρισκόταν μεταξύ 0,150,3 (μέσος όρος ευρωζώνης 0,25).

Η συνταγή της τρόικας και της κυβέρνησης

Η προσφυγή στον «μηχανισμό στήριξης» της ελληνικής οικονομίας από την τρόικα, μονεταριστικής έμπνευσης, κινείται στην κατεύθυνση της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας για την μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παντελής έλλειψη αναδιανεμητικών και αναπτυξιακών στοιχείων θα παρατείνει τις συνθήκες οικονομικής κρίσης και ύφεσης της ελληνικής οικονομίας κατά τα επόμενα χρόνια. Η ακολουθούμενη πολιτική, που πολλοί αποκαλούν «εσωτερική υποτίμηση» ή «ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό» είναι μια σωρευτική διαδικασία διαδοχικών κύκλων μείωσης των μισθών και των τιμών. Μέσω αυτών των μειώσεων, σύμφωνα με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας και θα αυξηθούν οι καθαρές εξαγωγές. Έτσι, θα βελτιωθεί, υποτίθεται, το εξωτερικό έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, και η συνολική ζήτηση θα αρχίσει να ανακάμπτει. Στο τέλος της διαδικασίας, η οικονομία θα ισορροπήσει σε ένα ποσοστό ανεργίας υψηλότερο και ένα επίπεδο παραγωγής χαμηλότερο από το σημερινό. Αυτή η διαδικασία είναι μακρά και για να επιταχυνθεί θα πρέπει, σύμφωνα πάντοτε με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας που προστατεύουν (υποτίθεται υπερβολικά) τους εργαζόμενους να «μεταρρυθμιστούν» στη γνωστή κατεύθυνση απελευθέρωσης των απολύσεων, αποδυνάμωσης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας κλπ. Επομένως, η ύφεση, δεν είναι ένα «ατύχημα», ή το αποτέλεσμα κακών χειρισμών.Η ύφεση αξιοποιείται ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζομένων σε λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις και χαμηλότερους μισθούς υπό την πίεση της ανεργίας και του διογκούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού.Ήδη το ποσοστό ανεργίας πρόκειται να παρουσιάσει άνοδο, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε περίπου 12% το 2010 και 13,2% το 2011. Εάν η πρόβλεψη αυτή επαληθευτεί, ήδη στο τέλος του τρέχοντος έτους το ποσοστό ανεργίας θα έχει προσεγγίσει στην Ελλάδα το υψηλότερο σημείο της μεταπολιτευτικής περιόδου (12%, όσο δηλαδή το 1999), το δε 2011 θα φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα της πεντηκονταετίας.

Τα καταστροφικά αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής και της τρόικας

Η μείωση των μισθών επιφέρει μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αυτή η αρχική μείωση επηρεάζει αρνητικά την συνολική ζήτηση και διαμέσου αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, η ανεργία θα αυξηθεί και θα μειώσει και αυτή με την σειρά της την εσωτερική ζήτηση και ο φαύλος κύκλος θα αρχίζει από την αρχή. Όμως μια οικονομία που έχει υποστεί παρατεταμένη μείωση της ζήτησης δεν επανέρχεται στην αρχική της κατάσταση όταν αυξηθεί η ζήτηση, διότι, έχει εν τω μεταξύ υποστεί μια σειρά καταστροφών στο παραγωγικό και στο εργατικό δυναμικό της.

Η «Λατινική Ευρώπη»

Στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης φάνηκε καθαρά η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίσει συλλογικά και συντονισμένα τα έντονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πολλές Ευρωπαϊκές χώρες. Ενας από τους θεμελιώδεις λόγους της δημιουργίας της, η συνοχή δηλαδή που οδηγεί στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και η σύγκλιση ανάμεσα στις φτωχότερες χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης και τις πλουσιότερες του Ευρωπαϊκού βορρά φαίνεται ότι χάνεται οριστικά. Αρκετοί αναλυτές μάλιστα εκτιμούν ότι δημιουργείται μια νέα «οικονομική ήπειρος» η «Λατινική Ευρώπη» συγκροτημένη περιφερειακά από τις αδύναμες παραγωγικά, τεχνολογικά και κοινωνικά χώρες της Ανατολικής και Μεσογειακής Ευρώπης. Το επιχείρημα της θεραπείας σοκ στην Ελλάδα συνίσταται στο γεγονός της αναγκαιότητας αποκατάστασης των σοβαρών δημοσιονομικών ανισορροπιών της χώρας προκειμένου να μην παρατηρηθεί το φαινόμενο του ντόμινο και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Με άλλα λόγια, θεωρείται ότι το ισχυρό μέλλον του ευρώ και της Ευρωζώνης θα εξαρτηθεί από την επιτυχή έκβαση του προγράμματος λιτότητας στην Ελλάδα.

Ο ελληνικός θάλαμος καταστολής

Τα μέτρα λιτότητας που θα γνωρίσουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι την προσεχή τριετία θα επιδεινώσουν τουλάχιστον το βιοτικό τους επίπεδο κατά 30% και θα μειώσουν σημαντικά το επίπεδο ζήτησης και κατανάλωσης. Παράλληλα, θα συμβάλλουν κατά τα επόμενα έτη στην επιδείνωση της τεχνολογικής-παραγωγικής βάσης της χώρας, στην σημαντική αύξηση της ανεργίας και στην περαιτέρω διάβρωση της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η πολιτική ύφεσης που ασκείται δεν προβλέπεται να έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα σε σχέση με την διαχείριση του δημόσιου χρέους και η εφαρμοζόμενη πολιτική για την δημοσιονομική προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας έχει εισέλθει σε τροχιά αυτοϋπονόμευσης. Το πρόγραμμα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται ότι δεν θα επιτύχει τους στόχους του, είτε επειδή η προκαλούμενη ύφεση μειώνει σε μεγαλύτερο βαθμό τα φορολογικά έσοδα σε σύγκριση με τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες αυξάνοντας το δημόσιο έλλειμμα, είτε επειδή, σε μια καλύτερη εκδοχή, η μείωση του ελλείμματος αποδεικνύεται μια εξαιρετικά βραδεία διαδικασία με ιδιαιτέρως αυξημένο κοινωνικό κόστος, χωρίς παράλληλα να επιτυγχάνεται ικανοποιητική μείωση του δημόσιου χρέους εξαιτίας της αναιμικής ανάπτυξης.

Οι προτάσεις του ΙΝΕ

Για την έξοδο από την κρίση αντίθετα με την εσωτερική υποτίμηση θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να πραγματοποιηθεί ο ανταγωνιστικός αποπληθωρισμός με απευθείας μείωση των τιμών χωρίς να θιγούν οι μισθοί, για τον πολύ απλό λόγο ότι τα περιθώρια κέρδους στην Ελλάδα είναι κατά πολύ αυξημένα έναντι των άλλων προηγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μείωση των περιθωρίων κέρδους πρέπει να χρηματοδοτήσει την διατήρηση της απασχόλησης και την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, που εκτός από την κοινωνική τους διάσταση, είναι και η καλύτερη μακροοικονομική ρύθμιση που μπορεί να γίνει στις παρούσες συνθήκες ώστε να ενισχυθεί η συνολική ζήτηση. Αυτό που χρειάζεται στη σημερινή συγκυρία η ελληνική οικονομία δεν είναι η διατήρηση των κερδών στα σημερινά επίπεδα αλλά η αύξηση της ζήτησης των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων από εργασία διαμέσου μιας μείωσης των περιθωρίων κέρδους (άρα και των τιμών).Θα έπρεπε η οικονομική πολιτική να προωθήσει σειρά δραστικών μέτρων για τον περιορισμό των κατά τα άλλα πασίγνωστων ολιγοπωλιακών συνθηκών στις ελληνικές αγορές προϊόντων.

Και με μείωση μισθών ανεβαίνει ο πληθωρισμός

Ενώ το ονομαστικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, συγκρινόμενο με το αντίστοιχο των ανταγωνιστριών χωρών, μειώνεται ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2008, σε αντίθεση με τις τιμές των προϊόντων που συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία μέσα σε συνθήκες ύφεσης, που δείχνουν την αποφασιστικότητα με την οποία ο επιχειρηματικός κόσμος υπερασπίζεται την υψηλή κερδοφορία με την οποία έχει εξοικειωθεί. Εάν υπάρχουν άκαμπτες αγορές στην Ελλάδα, αυτές δεν είναι οι αγορές εργασίας αλλά οι αγορές προϊόντων και σε αυτές απαιτείται να στοχεύουν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Οι μεγάλες περιουσίες θα έπρεπε να αναλάβουν το κύριο βάρος της προσαρμογής, τα επιχειρηματικά κέρδη να φορολογηθούν με υψηλότερο συντελεστή, οι φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων να επανεξετασθούν, ο έλεγχος των ανώτερων εισοδημάτων που φοροδιαφεύγουν να γίνει εξονυχιστικός κλπ.
Είναι δυνατόν στις σημερινές κρίσιμες περιστάσεις για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, να υλοποιηθεί μια αύξηση της φορολογίας κατά 10 μονάδες του ΑΕΠ, η οποία θα προέλθει κατά το μισό από την πραγματική αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης, και κατά το άλλο μισό από την αναδιανομή του εισοδήματος και την επιβολή ενός πράσινου φόρου. Με αυτό τον τρόπο θα εξασφαλιστεί η πληρωμή των τόκων του δημοσίου χρέους, αλλά θα υπάρχουν και πόροι διαθέσιμοι για τη στήριξη της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, για την άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας σε κοινωνικές υπηρεσίες (4 δις ευρώ το χρόνο ισοδυναμούν με 200.000 ως 250.000 θέσεις εργασίας) και για την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων κατά 40% περίπου.

Πόλιτική αδιέξοδη που ευνοεί και σενάρια παύσης πληρωμών

Εξαιτίας αυτών των λόγων, η τριετής απόσυρση από τις χρηματιστικές αγορές αναμένεται να αποδειχθεί ανεπαρκής μέχρι το τέλος της δεκαετίας 2010. Συντηρούνται έτσι σενάρια αναδιαπραγμάτευσης του χρέους ή ακόμα και παύσης πληρωμών.
Ένα ακόμη στοιχείο μιας τέτοιας εναλλακτικής κατεύθυνσης πολιτικής είναι η δραστική σύλληψη της παραοικονομίας και η ένταξη μεγάλου μέρους της στην επίσημη οικονομία, γιατί η αύξηση του ΑΕΠ που θα προκύψει έτσι, θα βελτιώσει το έλλειμμα και το χρέος και θα απομακρύνει τον κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους. Εάν η σύλληψη της παραοικονομίας ανερχόταν σε 10% του ΑΕΠ ετησίως, τότε το ονομαστικό ΑΕΠ θα αυξανόταν με ρυθμό 8% και το δημόσιο χρέος θα μειωνόταν. Παρά ταύτα, η λογιστική αυτή αύξηση, που θα βελτίωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα, δεν θα αναιρούσε σε τίποτα τις επιπτώσεις της ύφεσης ως προς την απασχόληση, τα εισοδήματα κλπ, εκτός από τα μάλλον μέτρια αποτελέσματα που θα προκαλούσε η μείωση των επιτοκίων. Με άλλα λόγια, η αποφυγή του κινδύνου αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους, έστω και με αυτόν τον τρόπο, δεν συμβάλλει στην απομάκρυνση της φτωχοποίησης του κόσμου της μισθωτής εργασίας που συνεπάγονται η μείωση των μισθών και της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, η ανεργία και οι δραστικές περικοπές στις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες και επενδύσεις. Θα μπορούσε να συμβάλλει, όμως, σε μια επιστροφή του ελληνικού δημοσίου στις αγορές για δανεισμό με χαμηλότερα επιτόκια. Θα απέδιδε δε τα μέγιστα, εάν εντασσόταν σε μια συνεπή πολιτική μείωσης των τιμών με διατήρηση του εισοδηματικού μεριδίου των μισθωτών στο ΑΕΠ.

Η κλιματική αλλαγή

Και σ αυτό το μείζον ζήτημα η κυβέρνηση παίζει προπαγανδιστικά. Έχει αφήσει τις επενδύσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στα χέρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων, δεν έχει ένα πρόγραμμα για την προστασία των φυσικών πόρων, ετοιμάζεται να κλείσει τις περισσότερες σιδηροδρομικές γραμμές και να επιδοτήσει την αγορά ιδιωτικών αυτοκινήτων. Επειγόντως χρειάζεται μια στροφή προς τον σχεδιασμό πολιτικών για να αντιμετωπιστούν και να αμβλυνθούν όλες οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Επίσης, χρειάζεται να αποκτήσουν πρωτεύοντα ρόλο οι δημόσιες πολιτικές και να συνδεθούν οι πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος με τις κοινωνικές πολιτικές, με την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ριζικός αναπροσανατολισμός της πολιτικής

Με αυτά τα δεδομένα, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ θεωρεί ότι χρειάζεται ριζικός αναπροσανατολισμός της πολιτικής για την ανάκαμψη και την αποτροπή της όξυνσης της κρίσης δανεισμού, χρέους και ανεργίας. Θα πρέπει να αντικατασταθεί η πολιτική που προωθεί την ευελιξία της εργασίας, την ενίσχυσης της προσφοράς και την ιδιωτικοποίηση και κεφαλαιοποίηση του κοινωνικού κράτους, από μια πολιτική που θα προωθεί το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της ρύθμισης της εργασίας, της ενίσχυσης της ζήτησης και της καινοτομικής και παραγωγικής ανάπτυξης διαμέσου της αύξησης των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων και της ενδυνάμωσης της αναδιανομής του εισοδήματος και της αναδιανεμητικότητας του κοινωνικού κράτους.
Επομένως, είναι αναγκαίο και κατά προτεραιότητα, εκτός της επιλογής πολιτικών αντιμετώπισης του κοινωνικού κόστους, να στηριχθούν κλάδοι παραγωγικής δραστηριότητας που θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει πολύ καλύτερες επιδόσεις σε ότι αφορά την ποιότητα, την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση.

Πηγή: Η ΕΠΟΧΗ

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Μονόδρομος η αθέτηση πληρωμών

http://www.prin.gr/2010/09/rmf-lapavitsas.html

Η ευρωζώνη μεταξύ λιτότητας και αθέτησης πληρωμών, τιτλοφορείται το νέο κείμενο εργασίας του βρετανικού ιδρύματος ερευνών RMF, με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα που δόθηκε πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα. Στις σελίδες του τεκμηριώνεται ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ευρωζώνης και η ανάγκη εξόδου από το ευρώ, όπως και η ανάγκη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους με πρωτοβουλία των οφειλετών κι όχι των τραπεζών. Στην Ελλάδα μόνο το 42% του συνολικού χρέους ανήκει στον δημόσιο τομέα και στην Ισπανία το 13%!


Ακριβείς και εμπεριστατωμένες απαντήσεις στα πιο ακανθώδη και καίρια ερωτήματα που τίθενται σε κάθε συζήτηση για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση δίνει το νέο κείμενο εργασίας του κέντρου ερευνών RMF (Research on Money and Finance) με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα που δόθηκε πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα. Όπως για παράδειγμα: Αν μια χώρα προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών θα μπορεί να δανειστεί ξανά από το εξωτερικό; Δεν θα την «τιμωρήσουν» οι διεθνείς αγορές λόγω της ζημιάς που προκάλεσε σε όσους είχαν επενδύσει στα ομόλογά της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλύψει τις δανειακές ανάγκες της; Το παράδειγμα της Αργεντινής και της Ρωσίας, που περιγράφεται σε ειδικό παράρτημα της μελέτης διαλύει τους σχετικούς και πέρα για πέρα βάσιμους φόβους που εγείρονται ? κι όχι πάντα κακοπροαίρετα. Η Αργεντινή λοιπόν που έπαψε να εξυπηρετεί το χρέος της στις 24 Δεκέμβρη 2001 (κι ήταν μόνο 144 δισ. δολ., πολύ λιγότερο από το μισό δηλαδή του ελληνικού), πέντε χρόνια μετά, το 2006, προέβη στην έκδοση πενταετών ομολόγων ύψους 500 εκ. ευρώ η οποία καλύφθηκε πλήρως από την διεθνή αγορά! Μέχρι τότε κάλυπτε τις ανάγκες της με διμερή δάνεια από φιλικές γειτονικές της χώρες, όπως η Βενεζουέλα. Ακόμη πιο ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία που αφορούν τις οικονομικές επιδόσεις της Αργεντινής και της Ρωσίας, μετά την αθέτηση πληρωμών. Η μεν πρώτη, αφού το 2002 είδε το ΑΕΠ της να κατακρημνίζεται κατά 11%, τα επόμενα χρόνια κατέγραψε αυξήσεις κατά μέσο όρο της τάξης του 8%-9%. Η Ρωσία, που δήλωσε στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους και επαναδιαπραγμάτευση το 1998, τα επόμενα δύο χρόνια είδε το ΑΕΠ της να μεγεθύνεται κατά 6,3% και 10% ενώ μέχρι την κρίση του 2008 ποτέ δεν έπεσε κάτω από 4%! Κάθε άλλο παρά συνώνυμη της καταστροφής λοιπόν είναι η αθέτηση πληρωμών!

Η νέα μελέτη του RMF, με έδρα το Λονδίνο, έχει τίτλο «η ευρωζώνη μεταξύ λιτότητας και αθέτησης πληρωμών» και ως προς το παρόν είναι διαθέσιμη μόνο στα αγγλικά. Πέντε είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι οι οποίοι στηρίζουν όλη την έρευνα, η οποία με επιστημονικό τρόπο θεμελιώνει όχι μόνο την δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα εξόδου από το ευρώ και παύσης πληρωμών.

Πρώτο, η εκτόξευση του χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας (που στο μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα και όχι τον δημόσιο) είναι άμεσο αποτέλεσμα των πλεονασμάτων που παράγει η οικονομική επέκταση της Γερμανίας. Ως καύσιμη ύλη αυτής της επέκτασης χρησιμοποιήθηκαν τα αντεργατικά μέτρα του Σρέντερ που επέβαλαν την καθήλωση των μισθών και των ημερομισθίων στην Γερμανία. Ως αποτέλεσμα οι γερμανικές εξαγωγές κατέστησαν φθηνότερες αλώνοντας τα εμπορικά ισοζύγια του νότου. Σε αυτό το πλαίσιο η υπό εξέλιξη κρίση της ευρωζώνης αντιμετωπίζεται σαν ιστορική αποτυχία της που καθιστά όρο εκ των ων ουκ άνευ την έξοδο από το ευρώ, για την υπέρβαση της κρίσης σε μια φιλολαϊκή κατεύθυνση.

Δεύτερο, τα 750 δισ. ευρώ που απελευθέρωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Μάιο με σκοπό την αγορά ομολόγων από την δευτερογενή αγορά δεν αποτέλεσαν σωσίβια λέμβο για τα κλυδωνιζόμενα κράτη, αλλά για τις τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας που έχουν δώσει τα περισσότερα δάνεια σε αυτά τα κράτη. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως τον Δεκέμβρη του 2009 οι τράπεζες της ευρωζώνης είχαν ανοίγματα στην Ισπανία, την Πορτογαλία την Ελλάδα και την Ιρλανδία ύψους 1,6 τρισ. δολ., εκ των οποίων μόνο το 16% (254 δισ. δολ.) ήταν κυβερνητικό χρέος!

Τρίτο, η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλη την ΕΕ, ως το αντίτιμο για τη διάσωση των τραπεζών και του ευρώ, απειλεί να οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου ύφεση. Άμεσα ωστόσο η επιστροφή σε προ-κεϋνσιανές πολιτικές αναδιατάσσει τον ταξικό συσχετισμό στη γηραιά ήπειρο υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος της εργασίας.

Τέταρτο, το χρέος και η λιτότητα φέρνουν πιο κοντά το ενδεχόμενο αθέτησης πληρωμών το οποίο μπορεί να υλοποιηθεί με δύο ολότελα διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος είναι με πρωτοβουλία του πιστωτή και με μαθηματική βεβαιότητα αποτελεί νέα πηγή κερδών για τις τράπεζες και δεινών για τους εργαζόμενους. Ο δεύτερος τρόπος αθέτησης πληρωμών γίνεται με πρωτοβουλία του οφειλέτη. Πρακτικά πρόκειται για μονομερή παύση πληρωμών που ακολουθείται από επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και την σημαντική μείωσή του. Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν χώρες όπως η Ελλάδα, για να διαφύγουν από τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης στον οποίο παραδέρνουν σήμερα. Παράλληλα φυσικά με την υιοθέτηση μιας σειράς άλλων μέτρων όπως η κρατικοποίηση των τραπεζών, η επιβολή ελέγχου στην κίνηση κερδοσκοπικών κεφαλαίων, κλπ.

Η μελέτη του RMF που παρουσιάστηκε την Τετάρτη στην Αθήνα σε μια επιτυχημένη εκδήλωση του βρετανικού κέντρου μελετών, του Αριστερού Βήματος Διαλόγου για την Κοινή Δράση και της Πρωτοβουλίας Καλλιτεχνών και Διανοουμένων κατά του ΔΝΤ δίνει νέα ώθηση στην προβολή του αιτήματος εξόδου από το ευρώ και παύσης πληρωμών. Το μεγάλο της προτέρημα είναι η βαθιά της επιστημονική θεμελίωση ταυτόχρονα με τον πολιτικό της ριζοσπαστισμό.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

http://www.iospress.gr/

Ο λαγός του ΔΝΤ
Πριν αρχίσουν να λαμβάνονται τα σκληρά μέτρα εις βάρος των δημοσίων υπαλλήλων προηγήθηκε μια εκστρατεία διασυρμού τους με κύριο όχημα τη θεωρία των τεράστιου αριθμού τους.

Ο πρώτος στόχος των βίαιων μέτρων εις βάρος των εργαζομένων που λαμβάνονται από την ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο του περιβόητου Μνημονίου είναι ως γνωστόν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτοί ήταν οι πρώτοι που είδαν τις αποδοχές τους να περικόπτονται, τις συντάξεις τους να περιστέλλονται και τις θέσεις εργασίας τους να απειλούνται άμεσα. Προκειμένου να γίνουν αποδεκτά αυτά τα σκληρά μέτρα ως «υποχρεωτική λύση» και «μονόδρομος» για να αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας έπρεπε πρώτα να βομβαρδιστεί η κοινή γνώμη με μια σειρά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τον τρόπο διορισμού, το ρόλο και την απόδοση των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Αλλωστε δεν είναι δύσκολο για μια χώρα με αυτό το επίπεδο δημόσιας διοίκησης και το πανίσχυρο πελατειακό σύστημα να πειστεί κάθε πολίτης να στρέψει τα πυρά του στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα. Ακόμα και οι ίδιοι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τρέφουν την παραμικρή εκτίμηση για συναδέλφους τους άλλων κλάδων γιατί έχουν κι αυτοί υποφέρει από τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης.

Ο στόχος, λοιπόν, της προπαγανδιστικής εκστρατείας ήταν εύκολος. Και κεντρικό στοιχείο του ο χιλιοδιατυπωμένος ισχυρισμός ότι στην Ελλάδα έχουμε υπερβολικό αριθμό δημοσίων υπαλλήλων και πάση θυσία πρέπει να τον μειώσουμε. Όμως ο λεγόμενος υπερπληθυσμός των δημοσίων υπαλλήλων είναι μια κοινοτοπία που δεν στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα. Είναι ένας ακόμα «αστικός μύθος» από τους πολλούς που κυκλοφορούν στη χώρα μας. Μόνο που αυτός ο μύθος καλύπτει και εξυπηρετεί συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Η κολοκυθιά του δημοσίου

Για να συντηρηθεί ο μύθος του υπερπληθυσμού των δημοσίων υπαλλήλων υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να διατηρείται μια σύγχυση για τον ακριβή τους αριθμό, τις επί μέρους κατηγορίες εργαζομένων που υπάγονται στο δημόσιο τομέα και τον τρόπο πληρωμής τους. Λες και υπάρχει ένα αξεδιάλυτο μυστήριο, το οποίο επί χρόνια αναπαράγεται χωρίς κανείς να μπορεί να το λύσει. «Κρύβουν τον αριθμό των υπαλλήλων» έγραφε για την προηγούμενη κυβέρνηση το Βήμα, καταγγέλλοντας ότι «η κυβέρνηση δίνει ψεύτικα στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Ενωση για τους εργαζομένους στο Δημόσιο» (26.5.09). Παρόμοιες καταγγελίες βλέπουν κάθε λίγο και λιγάκι το φως της δημοσιότητας, ενώ οι αριθμοί που αναφέρονται σπάνια συμπίπτουν.

Μιλώντας στο Συνέδριο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών ο πρωθυπουργός είχε προβεί στις αρχές Μαΐου σε μια αναπάντεχη ομολογία: «Όταν ήρθαν οι διαπραγματευτές της λεγόμενης τρόικας», διηγήθηκε ο κ. Παπανδρέου, «περνούσαν από τα υπουργεία και ρωτούσαν τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Ηταν αδύνατο να δοθεί σωστή απάντηση. Αδύνατον να γνωρίζει το ελληνικό κράτος πόσοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Όπως καταλαβαίνετε, δεν βοηθάει σε μια διαπραγμάτευση, ούτε στην αξιοπιστία μας, όταν εμείς δεν μπορούμε να πούμε πόσοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αρα λοιπόν η Ενιαία Αρχή Πληρωμής θα μας επιτρέψει να καταγράψουμε καταρχήν τους δημόσιους υπαλλήλους. Αλλά επειδή αυτό δεν είναι απλό, διότι ξέρετε πόσο τα υπουργεία είναι φέουδα μεταξύ τους και μέσα στα υπουργεία υπάρχουν άλλα, μικρότερα φέουδα, περιμένουμε μια ημερομηνία από το υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εσωτερικών, οπότε θα γίνει απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι θα ανεβάσουν τα στοιχεία τους στο διαδίκτυο, βεβαίως με τη βοήθεια του διοικητικού προϊσταμένου της κάθε υπηρεσίας».

Από τα πιο επίσημα χείλη, λοιπόν, διατυπώθηκε η θεωρία της «άγνοιας» για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Κατόπιν αυτού θα περίμενε κανείς να δοθεί με την ίδια επισημότητα η λύση του μυστηρίου με την ολοκλήρωση της απογραφής που έφερε σε πέρας η κυβέρνηση το καλοκαίρι. Πού τέτοια τύχη! Με χαμηλούς τόνους ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της απογραφής από τους κυρίους Ραγκούση και Παπακωνσταντίνου στις 30 Ιουλίου. Αντίθετα από όσα τερατώδη νούμερα ακούγονταν μέχρι τότε, τα αποτελέσματα της απογραφής αποδείκνυαν ότι ο λεγόμενος «υπερπληθυσμός» του δημοσίου δεν στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα. Το σύνολο των υπαλλήλων που καταγράφτηκε έφτασε τους 768.009, περιλαμβάνοντας τους μόνιμους υπάλληλους, τους δικαστικούς και τους δημόσιους λειτουργούς (625.738), τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (53.833), τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (44.811), τους συμβασιούχους έργου (14.345), τους αιρετούς (12.609) και άλλες πιο ολιγάριθμες κατηγορίες. Μάλιστα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των απογραφέντων υπαλλήλων ήταν πολύ ικανοποιητικά, με το 39% να έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση και το 28% δευτεροβάθμια, ενώ το 9% έχει τεχνολογική εκπαίδευση. Υπάρχει και ένα αξιοπρόσεκτο 10% με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα.

Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι τελικοί, επειδή μπορεί να έχουν γίνει λάθη και γι’ αυτό ελέγχονται. Σύμφωνα, όμως, με τις δηλώσεις των αρμόδιων, τα «λάθη» αυτά προέρχονται κυρίως από ορισμένους που δεν έπρεπε να απογραφούν (συνταξιούχοι ή «υποψήφιοι» υπάλληλοι) και έσπευσαν να το κάνουν για να μη χάσουν. Σε κάθε περίπτωση τα τελικά νούμερα δεν προβλέπεται να αποκλίνουν σημαντικά.

Και ποιό είναι τώρα το συμπέρασμα; Η κυβέρνηση δεν σχολίασε το τελικό νούμερο, το οποίο η ίδια είχε δηλώσει ότι δεν γνώριζε. Οι μόνιμοι επικριτές του δημοσίου τομέα και οι λάτρεις του Μνημονίου απέφυγαν κι αυτοί να τοποθετηθούν άμεσα.

Το αποτέλεσμα της απογραφής δεν προκαλεί καμιά έκπληξη. Ο ισχύων προϋπολογισμός του κράτους έχει ?όπως είναι φυσικό- υπολογίσει το αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων που πρέπει να πληρώσει. Ο σχετικός πίνακας που περιλαμβάνεται στη σελίδα 74 της εισηγητικής του έκθεσης καταγράφει τους υπαλλήλους (τακτικούς-μόνιμους, αορίστου και ορισμένου χρόνου) και ανεβάζει τον αριθμό τους σε 511.913 στις 30.6.09, ελάχιστα αυξημένο από τον αντίστοιχο των δυο προηγουμένων χρόνων (506.680 το 2008 και 503.170 το 2007). Αν συνυπολογιστεί ο αριθμός των στρατιωτικών και ορισμένων μικρότερων κατηγοριών που καταγράφονται σε άλλα σημεία του προϋπολογισμού, φτάνουμε στον ίδιο αριθμό, δηλαδή 760.000.

Όπως, μάλιστα, επισημάνθηκε πρόσφατα (Το Παρόν, 6.9.10), ο τελικός αριθμός της απογραφής ταυτίζεται με τον ήδη γνωστό αριθμό των υπαλλήλων που περιλαμβάνεται στον πίνακα του τελευταίου τριμήνου του 2009 του υπουργείου Εσωτερικών. Σύμφωνα μ’ αυτόν τον πίνακα, αν προστεθούν οι μόνιμοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (οι δυο κατηγορίες δηλαδή που αφορούν το 80% των δημοσίων υπαλλήλων) εμφανίζονται να υπηρετούν 689.966 υπάλληλοι στο τέλος του 2009. Ο αντίστοιχος αριθμός της απογραφής είναι 679.571, διαπιστώνουμε δηλαδή μια εντυπωσιακή προσέγγιση των δύο υπολογισμών, αν ληφθεί υπόψη ότι σχεδόν 10.000 υπάλληλοι συνταξιοδοτήθηκαν σ’ αυτό το διάστημα και βέβαια δεν αντικαταστάθηκαν από νέους.

Το μόνο που δεν μπορεί, λοιπόν, να πει κανείς είναι ότι όλα αυτά ήταν άγνωστα.

Το ΕΒΕΑ και οι «εκτιμήσεις» του

Μόλις τέσσερις μήνες πριν από την απογραφή, τον Απρίλιο, είχαν κυκλοφορήσει σε πολλές εφημερίδες ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Πιο γλαφυρή η Ημερησία: «Εφτασαν το 1,1 εκατ. οι δημόσιοι υπάλληλοι. Γέμισε το δημόσιο με υπαλλήλους. Το αδιαχώρητο προκλήθηκε σταδιακά όλα τα τελευταία χρόνια και οι δημόσιοι υπάλληλοι έφτασαν σήμερα τους 1.100.000». Σε άλλο σημείο η εφημερίδα αναφέρει ότι «ο αριθμός του συνολικού αριθμού (sic) των απασχολουμένων στο δημόσιο προκαλεί ίλιγγο και δικαιολογεί τη δεινή θέση που έχει περιέλθει η οικονομία της χώρας».

Όπως επισήμαινε η εφημερίδα «τα στοιχεία σοκ για την κατάσταση στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται σε Εκθεση του Κέντρου Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ», την οποία έδωσε στη δημοσιότητα ο πρόεδρός του Κ. Μίχαλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι κυμαίνονται γύρω στο 40% του συνόλου, ενώ οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ξεπερνούν το 50% και φτάνουν τους 550.000.

Παρόμοια ρεπορτάζ, βασισμένα στην Ερευνα του ΕΒΕΑ, φιλοξενήθηκαν σε όλο το φάσμα του Τύπου. «Στη χώρα μας», έγραφε το Εθνος (24.4.10), «ένας στους δέκα Ελληνες έχει εργασιακή σχέση με το Δημόσιο, είτε ως μόνιμος υπάλληλος είτε ως εποχικός, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το Κέντρο Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ. Το υπεράριθμο των δημοσίων υπαλλήλων χαρακτηρίζεται από το ΕΒΕΑ ως βασική αιτία της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης που έχει περιέλθει η χώρα αφού, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το δημόσιο έλλειμμα διογκώνεται λόγω της υψηλής μισθοδοσίας των κρατικών υπαλλήλων που αγγίζει το 40% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητά του δημόσιου τομέα. Η συγκεκριμένη έρευνα ανεβάζει τον αριθμό των πάσης φύσης συμβασιούχων υπαλλήλων του Δημοσίου για το 2009 σε 550.000, οι οποίοι είναι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούμενοι μερικής απασχόλησης ή με προγράμματα μαθητείας (Stage) και ωρομίσθιοι».

Πιο προσεκτική η Καθημερινή (2.5.10), αποφεύγει να υιοθετήσει τον αριθμό 1.100.000, αλλά δεν παραλείπει την έμμεση αναφορά του: «Στη χώρα μας σχεδόν ένας στους δέκα Ελληνες έχει εργασιακή σχέση με το Δημόσιο, είτε ως μόνιμος υπάλληλος, είτε ως συμβασιούχος, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το Κέντρο Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ (Εμπορικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών)». Ο πίνακας, βέβαια, που παραθέτει η εφημερίδα περιλαμβάνει τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας και καταλήγει σε ένα σύνολο 759.084 ατόμων, πολύ κοντά δηλαδή στον αριθμό της απογραφής.

Δυο βδομάδες μετά την Εκθεση του ΕΒΕΑ υπογραφόταν από την ελληνική κυβέρνηση το Μνημόνιο.

Μετά τα αποτελέσματα της απογραφής που δεν επιβεβαιώνουν τα «στοιχεία σοκ» αναζητήσαμε την Εκθεση του Κέντρου Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ. Για λόγους που στην αρχή δεν καταλάβαμε η Εκθεση αυτή δεν έχει αναρτηθεί στον ενημερωμένο και πλούσιο ιστότοπο του επιμελητηρίου. Το γραφείο Τύπου του ΕΒΕΑ είχε την καλοσύνη να μας τη στείλει, με τη διακριτική παρατήρηση ότι πρόκειται «για συλλογή στοιχείων από το ΚΕΜΕ - ΕΒΕΑ μέσω των αρμόδιων δημοσίων υπηρεσιών -και όχι μελέτη- για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα». Μόλις την πήραμε στα χέρια μας διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για ένα κείμενο μιας σελίδας και 250 λέξεων. Φέρει τη σφραγίδα του «Κέντρου Μελετών και Ερευνας του ΕΒΕΑ» και τιτλοφορείται «Οι υπάλληλοι του δημοσίου τομέα στην Ελλάδα». Στην πρώτη παράγραφο το κείμενο επαναλαμβάνει τα περί άγνωστων στοιχείων: «Εντονη φημολογία και ατέρμονες εκτιμήσεις επικρατούν σχετικά με τον αριθμό των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάζονται σε κρατικούς και διεθνείς στατιστικούς φορείς τείνουν να είναι ελλιπή καθώς στον συνολικό αριθμό δεν συγκαταλέγονται οι εποχικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου».

Στη δεύτερη παράγραφο αντιγράφονται τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας που οδηγούν στο μετριοπαθές νούμερο των 370.517 (χωρίς τους στρατιωτικούς που υπολογίζει σε 177.600) και στο τέλος υπάρχει το «ζουμί». Το κείμενο παρατηρεί ότι σ’ αυτούς τους αριθμούς «δεν συμπεριλαμβάνονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου οι οποίες υπερβαίνουν τις 550.000». Προσθέτοντας αυτό τον αριθμό στον πρώτο, το κείμενο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι «το σύνολο των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα ανέρχεται, κατά προσέγγιση, στο 1.100.000». Και το ΕΒΕΑ καταλήγει με μια αυτοεπιβεβαίωση: «Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν ότι οι εκτιμήσεις πως ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων που απασχολούνται στο δημόσιο τομέα υπερβαίνει το 1.000.000 είναι ακριβείς».

Οσο για τις πηγές του ΕΒΕΑ, εκτός από τη Στατιστική Υπηρεσία εμφανίζονται δύο δικτυακές εγκυκλοπαίδειες, η Wikipedia και η Encyclopedia of the Nations. Με πηγή, μάλιστα τη Wikipedia, το ΕΒΕΑ συγκαταλέγει στους δημοσίους υπαλλήλους όλο το «ενεργό στρατιωτικό προσωπικό» (177.600), μαζί δηλαδή και τους στρατεύσιμους! Αλλά για τον κρίσιμο αριθμό των 550.000 το ΕΒΕΑ δεν δίνει καμιά εξήγηση. Σε υποσημείωση αναφέρει μόνο ότι προκύπτει «βάσει εκτιμήσεων». Ποιές εκτιμήσεις; Ποιανού; Αγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι ακριβώς οι ίδιοι αριθμοί είχαν δημοσιευτεί ένα χρόνο νωρίτερα στο Βήμα (26.5.09). Και εκεί διαβάζουμε τον αριθμό 550.000, ο οποίος αναφέρεται και πάλι «κατ’ εκτίμηση».

Αλλά και μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της απογραφής μεγάλη μερίδα του Τύπου εξακολουθούσε να μιλά για 950.000 ή και 1.000.000. «Ολοταχώς προς το εκατομμύριο οι δημόσιοι υπάλληλοι» σχολίαζε η Ημερησία (31.7.10), ενώ το Εθνος πριν ακόμα από την ολοκλήρωση της απογραφής (23.7.10) πρόβλεπε ότι «Η απογραφή δείχνει κράτος μαμούθ».

Μάταια η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ επιχειρούσε να πει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή «οι αριθμοί διαψεύδουν μια συστηματική και χρόνια παραποίηση, διαστρέβλωση της πραγματικότητας με τα περί ενάμιση, δύο, ακόμη και δυόμισι εκατομμύρια δημοσίων υπαλλήλων». Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της απογραφής, η ΑΔΕΔΥ σημείωνε ότι «αποδεικνύεται ότι τόσο σε αριθμό όσο και σε μισθολογική δαπάνη είμαστε κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Οσοι εξακολουθούν να μιλούν για τεράστια νούμερα βασίζονται στο γεγονός ότι δεν περιλήφτηκαν στην απογραφή εργαζόμενοι σε ΔΕΚΟ και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. Αλλά αυτό που ονομάζεται σήμερα «ευρύτερος δημόσιος τομέας» είναι από καιρό μόνο κατ’ όνομα δημόσιος. Χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτό το ένα εκατομμύριο που υπολογίζεται από μεγάλη μερίδα του Τύπου ότι θα φτάσουν οι δημόσιοι υπάλληλοι αν υπολογιστούν κι αυτές οι κατηγορίες, περιλαμβάνονται «μισθοδοτούμενοι ή μη από τον κρατικό προϋπολογισμό» (Το Βήμα, 1.8.10). Αλλά αν δεν μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό με ποια λογική συγκαταλέγονται στους δημόσιους υπαλλήλους;

Μήπως είναι λίγοι;

Η ΑΔΕΔΥ έχει δίκιο. Ο απόλυτος αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων στην κάθε χώρα δεν μπορεί να κριθεί αν δεν συγκριθεί με τον αντίστοιχο αριθμό υπαλλήλων σε ομοειδείς χώρες. Προς μεγάλη απογοήτευση των προπαγανδιστών του Μνημονίου η σύγκριση αυτή αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός περί «υπερπληθυσμού» των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα είναι εντελώς έωλος. Το επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο μια επιστημονική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της «Εκθεσης Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» και υπογράφεται από τέσσερις ερευνητές του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών και των Πανεπιστημίων του Στρασβούργου και του Μαγδεμβούργου («The size and performance of public sector activities in Europe»).

Τα συμπεράσματα της έρευνας αυτής, όπως αποτυπώνονται και στα διαγράμματα που δημοσιεύουμε, εμφανίζουν την Ελλάδα σε μια σχετικά χαμηλή θέση ως προς τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων που διατηρεί σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ εξίσου χαμηλή είναι η επίδοση της χώρας μας στο ποσοστό των εργαζομένων στο δημόσιο σε σχέση με το σύνολο των εργαζομένων. Και μάλιστα αυτά τα στοιχεία ισχύουν για τις τελευταίες τρεις δεκαετίες!

Στον πίνακα που καταγράφει το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων επί του συνόλου των εργαζομένων κάθε χώρας, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 14η θέση επί συνόλου 17 ευρωπαϊκών κρατών, με επίδοση 11,4%. Βρίσκεται δηλαδή πολύ κάτω από την πρώτη στην κατάταξη Σουηδία (30%) ή τη Δανία (29%), τις χώρες που υποτίθεται ότι αποτελούσαν το προεκλογικό πρότυπο του σημερινού πρωθυπουργού. Αλλά η Ελλάδα υπολείπεται πολύ και από τη Γαλλία (21,2%) και τη Μεγάλη Βρετανία (17,8%), παρά τις έντονες περικοπές της τελευταίας. Η χώρα μας ξεπερνά ?και μάλιστα ελάχιστα- μόνο την Ιρλανδία (11,0%), την Ολλανδία (10,7%) και τη Γερμανία (10,2%). Όπως παρατηρεί η μελέτη, η θέση της Ελλάδας στην κατάταξη αυτή παραμένει τις τελευταίες δεκαετίες σταθερή.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Ανάλογα ευρήματα δείχνει η έρευνα και όταν συγκρίνει τις δημόσιες δαπάνες των ευρωπαϊκών κρατών ως ποσοστό επί του ΑΕΠ κάθε χώρας. Και εδώ η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά σε χαμηλότερη θέση από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, αυτό που παρατηρείται στην Ελλάδα δεν είναι ούτε εξαιρετική διόγκωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων ούτε η αδυναμία καταμέτρησής τους. Υπάρχει μια σκόπιμη σύγχυση μεταξύ των διάφορων τύπων εργασιακών σχέσεων που έχουν αρχίσει να εισάγονται στο δημόσιο από τη στιγμή που ιδιωτικοποιούνται με τον έναν ή άλλο τρόπο διάφοροι τομείς, υπηρεσίες ή κλάδοι του δημοσίου. Αυτός ο περίφημος αριθμός 550.000, τον οποίο όλοι επικαλούνται με βάση «εκτιμήσεις τους» δεν είναι τίποτα άλλο παρά το φάντασμα όλων αυτών των νέων «ελαστικών» θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στο περιθώριο και εις βάρος του δημόσιου τομέα (stages, διμηνίτες, εποχικοί, κλπ). Αλλά αυτοί είναι τα πρώτα θύματα της νέας πολιτικής. Οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των δύο κυβερνητικών κομμάτων ανακοινώνουν ότι ο αριθμός των συμβασιούχων αυτών μειώνεται, αλλά τα παπαγαλάκια τους δεν τους πιστεύουν. Ο Προκόπης Παυλόπουλος δήλωνε λίγο πριν από τις εκλογές ότι «ο αριθμός των συμβασιούχων παρά τις προκλητικά παραπλανητικές ανακοινώσεις του ΠΑΣΟΚ συνεχώς μειώνεται» (Real News, 8.9.09). Και ο διάδοχός του Γιάννης Ραγκούσης επαναλάμβανε λίγους μήνες αργότερα: «Οι θέσεις συμβασιούχων είναι μειωμένες κατά 35%» (Το Βήμα, 21.3.10).

Κάτω από την πίεση των μύθων που οι ίδιοι συντηρούσαν τόσα χρόνια, οι κυβερνώντες υιοθετούν την πιο σκληρή εφαρμογή του Μνημονίου, περικόπτοντας με κάθε τίμημα θέσεις εργασίας. Αν συνυπολογίσει κανείς την εκβιασμένη πρόωρη έξοδο χιλιάδων υπαλλήλων που επιχειρούν να συνταξιοδοτηθούν για να αποφύγουν τα χειρότερα, η σημερινή τάση του δημόσιου τομέα είναι η συρρίκνωση, με εκρηκτικές συνέπειες στην ανεργία και στην αποδοτικότητα της κρατικής μηχανής.

Big is beautiful!

Από ειρωνεία της τύχης, η αιφνίδια διόγκωση του αριθμού των μελών του υπουργικού συμβουλίου κατά τον πρόσφατο ανασχηματισμό προσφέρει ένα σοβαρό αντεπιχείρημα σε όσους πιπιλίζουν την καραμέλα του μικρού και «οικονομικού» δημόσιου τομέα ?κι ανάμεσά τους βέβαια συγκαταλέγεται και ο πρωθυπουργός. Τα 48 μέλη της νέας κυβέρνησης υποδείχτηκαν ήδη ως αντίφαση από την αντιπολίτευση. Αλλά είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Η συγκριτική μελέτη για το «Μέγεθος και την απόδοση των δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα στην Ευρώπη», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (βλ. διπλανές στήλες) καταλήγει σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με το πώς επιδρά στην απόδοση μιας διακυβέρνησης το μέγεθος του δημόσιου τομέα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μελέτη καταρχήν αποδέχεται τις διαπιστώσεις που κυριαρχούν στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης και συντηρητικής Ευρωπαϊκής Ενωσης, ότι δηλαδή κράτη με μικρό δημόσιο τομέα (όσα δηλαδή κρατούν τις δημόσιες δαπάνες τους κάτω από το 40% του ΑΕΠ) επιτυγχάνουν κατά κανόνα καλύτερες οικονομικές επιδόσεις από κράτη με δημόσιο τομέα μεσαίου μεγέθους (40-50% του ΑΕΠ) ή και μεγάλου (πάνω από 50% του ΑΕΠ). Το τι ακριβώς εννοούν οι συντάκτες με «καλύτερες επιδόσεις», το αναλύουν στη συνέχεια: «Οι μικροί δημόσιοι τομείς λειτουργούν καλύτερα στη διοίκηση, τη σταθερότητα και την οικονομική επίδοση, ενώ οι μεγάλοι δημόσιοι τομείς εξασφαλίζουν καλύτερη διανομή των εισοδημάτων». Μ’ άλλα λόγια, το μέγεθος του δημόσιου τομέα έχει ένα σαφή ταξικό χαρακτήρα.

Αναφερόμενοι και σε άλλες προγενέστερες μελέτες οι τέσσερις συντάκτες της έρευνας που παρουσιάζουμε διαπιστώνουν ότι «η συγκριτική ανάλυση διάφορων δεικτών υποδεικνύει ότι χώρες με μεγάλο δημόσιο τομέα είναι λιγότερο διεφθαρμένες, παρουσιάζουν λιγότερες γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, διαθέτουν καλύτερες παροχές δημόσιων αγαθών, αλλά επίσης και υψηλότερα ποσοστά φορολόγησης. Το πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα αυτών των συσχετίσεων είναι ότι κατά μέσο όρο οι διακυβερνήσεις με μεγάλο δημόσιο τομέα αποδίδουν καλύτερα (ακόμα και στα ζητήματα επιχειρηματικών ρυθμίσεων, γραφειοκρατικών καθυστερήσεων και ποιότητας στις υποδομές)».

Οι διαπιστώσεις αυτές της μελέτης μοιάζουν εντυπωσιακά με τα επιχειρήματα που επικαλείται ο πρωθυπουργός για να δικαιολογήσει τη συγκρότηση του νέου πολυπληθούς υπουργικού συμβουλίου. Μόνο που αυτά τα επιχειρήματα τα ξεχνούν τα στελέχη της κυβέρνησης όταν αναφέρονται στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού και όχι μόνο στο επιτελείο του.

Η σχέση μεγέθους και αποτελεσματικότητας του δημοσίου τομέα γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν εξετάσει κανείς κάθε συγκεκριμένο κλάδο χωριστά. Ας περιοριστούμε στο παράδειγμα του πιο πολυπληθούς κλάδου, του χώρου δηλαδή της εκπαίδευσης, στον οποίο υπηρετούν πάνω από 125.000 άτομα (σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν πριν ακόμα συμπληρωθεί η απογραφή). Είναι σίγουρο ότι ο χώρος της εκπαίδευσης είναι το πρώτο θύμα της νέας πολιτικής. Η συρρίκνωσή του είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι βλαβερές συνέπειες της μείωσης του αριθμού των εκπαιδευτικών ή της αντικατάστασής τους σε μεγάλο βαθμό από «εποχικούς» ωρομίσθιους.

Σε μια από τις πρόσφατες έρευνές μας είχαμε διαπιστώσει ότι φέτος για πρώτη χρονιά καθυστερούσαν οι αποσπάσεις των εκπαιδευτικών για τα ΣΔΕ (Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, βλ. «Σχολεία ενός κατώτερου Θεού», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 18.7.10). Το υπουργείο αντέδρασε και υποσχέθηκε ότι οι αποσπάσεις θα πραγματοποιηθούν πριν από την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου και απέδωσε σε «φήμες» κάθε άλλη σκέψη. Τελικά το ρεπορτάζ επιβεβαιώθηκε. Οι αποσπάσεις υπογράφτηκαν μόλις την περασμένη Τρίτη αφού πρώτα εκατοντάδες ειδικευμένοι εκπαιδευτικοί υποχρεώθηκαν να παρουσιαστούν στα σχολεία όπου είχαν οργανικές θέσεις πριν αποσπαστούν στα ΣΔΕ. Το ίδιο συνέβη και με τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Ο λόγος της καθυστέρησης ήταν να εμφανιστεί μια εικονική πληρότητα στα σχολεία με την παρουσία των αποσπασμένων στις οργανικές τους θέσεις. Βέβαια μόλις γίνουν οι αποσπάσεις η πλασματική αυτή εικόνα θα ανατραπεί, με αποτέλεσμα νέα και μεγαλύτερη αναστάτωση.

Μπορεί οι αλχημείες του υπουργείου να έσωσαν την εικόνα της πρώτης μέρας στα σχολεία, αλλά οι χειρισμοί αυτοί σε συνδυασμό με την επικείμενη αποχώρηση λόγω εσπευσμένης συνταξιοδότησης δασκάλων και καθηγητών θα προκαλέσει σοβαρά κενά. Τότε ίσως αναθεωρήσουν τις απόψεις τους και οι καλόπιστοι που έχουν πειστεί από το μύθο του υπερπληθυσμού των δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά τότε ίσως να είναι αργά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Heinz Handler, Bertrand Koebel, Philipp Reiss, Margit Schratzenstaller
«The size and performance of public sector activities in Europe»
Συγκριτική μελέτη του μεγέθους και των επιδόσεων του δημόσιου τομέα στην Ευρώπη. Τα αποτελέσματα για την Ελλάδα είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα που προβάλλονται κατά κόρον από τον ελληνικό Τύπο.

La Porta, R., L?pez-de-Silanes, F., Shleifer, A., Vishny, R.
«The quality of government»
(Journal of Law, Economics, and Organization 15.1, 1999)
Η ποιότητα της διακυβέρνησης σε σχέση με το μέγεθος του δημόσιου τομέα.

Afonso, A., Schuknecht, L., Tanzi, V.
«Public sector efficiency: An international comparison»
(European Central Bank. Working Paper 242, Ιούλιος 2003)
Συγκριτική μελέτη της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.

Τάκης Φωτόπουλος
«Ο μύθος του Δημοσίου ως του μεγάλου ασθενούς»
(Ελευθεροτυπία, 13.8.10)
Ένα από τα ελάχιστα άρθρα στον ελληνικό Τύπο που ανατρέπει τις βεβαιότητες της προπαγάνδας κατά του δημοσίου τομέα και των υπαλλήλων του.

Γιάννης Κιμπουρόπουλος
«Απογραφές με άρωμα? προγραφών»
(Δρόμος της Αριστεράς, 8.8.10)
Μυστικά και ψέματα πίσω από τα στοιχεία για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, το μέγεθος του κράτους και τη δίψα της τρόικας για απολύσεις.

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Για τη Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ Σεπτέμβρης 2010

Στέφανος Τζουμάκας

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 2020. Για την έξοδο από τη κρίση. Με προοδευτική στρατηγική και με προοδευτικές πολιτικές επιλογές, Με τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, στη πολιτική, στην οικονομία, στα κινήματα

Σημεία της παρέμβασης:

Α. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ την 3 Σεπτ 1974. Οι δυνάμεις του τότε και τώρα, οι νίκες και οι ήττες οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, οι αντιφάσεις και οι ανακάμψεις του.

Β. Π έ ν τ ε μεγάλα θέματα για τα οποία η χώρα είναι σε κρίση:
1. Στο μοντέλο ανάπτυξης, με διάλυση της παραγωγικής βάσης, διάλυση των επιχειρήσεων και της πραγματικής οικονομίας
2.Ανταγωνιστικότητας.
3. Στο ανεπαρκές επίπεδο γνώσεων του ανθρώπινου δυναμικού σε σχέση με τη παραγωγή καθώς και σε σχέση με την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
4. Δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δημοσίου χρέους και δανεισμού και
5. Των ολοένα μειούμενων εισοδημάτων με μια κοινωνία που οδηγείται στον ένα τρίτο των εχόντων και στα δύο τρίτα να βρίσκονται σε προφανή αδυναμία για διαβίωση σε μια ευνομούμενη χώρα.

Γ. Ο Καλλικράτης: Η θ ε σ μ ι κ ή του σημασία.
Η αναπτυξιακή ευθύνη των νέων και των παλιών δήμων για ο ξεπέρασμα της ύφεσης και της ανασυγκρότησης της διαλυμένης παραγωγικής βάσης της χώρας, για να ρίξουν το βάρος προς τη πραγματική οικονομία, τη παραγωγή προιόντων και θέσεων εργασίας, σε κάθε περιοχή, σε κάθε τομέα και κλάδο παραγωγής και λιγότερο προς τις υποδομές και τις υπηρεσίες.
Τρείς στρατηγικές στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές:
οι δυνάμεις του δημοψηφίσματος για το μνημόνιο(παραδοσιακή αριστερά),
οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού της Ν.Δ. με το δήθεν φερετζέ του αντι-μνημονίου.
Και οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ που θα σταθούν κ ρ ι τ ι κ ά και θα δώσουν κριτική ψήφο υποστήριξης στους υποψηφίους του ΠΑΣΟΚ.Όχι στην άκριτη ψήφο ναι στη κριτική ψήφο προς τους υποψήφιους του ΠΑΣΟΚ.
Ξέρουμε ότι κανείς υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ ΔΕΝ συμφωνεί με το μνημόνιο και τη κηδεμονία.

Δ. Η στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού, η κρίσεις που προκάλεσε σε βάρος της οικονομίας και της πολιτικής.
Η ήττα και η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας.
Προοδευτική στρατηγική σήμερα για τη έξοδο από τη κρίση που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες επιλογές και το διαρκές ρήγμα στις συνόδους των 20( G20)

Ε. Η κρίση δανεισμού της χώρας και η κηδεμονία. Η κηδεμονία είναι δημοσιονομική, χρηματοπιστωτική, αλλά και ΠΟΛΙΤΙΚΗ.
Το μνημόνιο δεν είναι ανεξάρτητο και αυτόνομο ούτε το ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ.
Το ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ είναι ο ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ και οι κατεδαφίσεις που έγιναν και με βάση το μνημόνιο ή στο όνομα του μνημονίου.
Το μνημόνιο είναι ένας ΒΑΣΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ στην αλυσίδα των νεοφιλελεύθερων επιλογών του νεοφιλελεύθερου διευθυντηρίου που κυριαρχεί σήμερα στην Ευρωπαική Ένωση, για το χρηματοπιστωτικό τομέα, τη βίαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου υπέρ των ισχυρών, την αφαίρεση εισοδημάτων από τα μεσαία στρώματα, τις δυνάμεις της εργασίας- και ειδικότερα της μισθωτής εργασίας- από τις συντάξεις καθώς και τη διάλυση εργασιακών θεσμών στο βωμό της μείωσης του εργασιακού κόστους για τις δυνάμεις του πλούτου.

Ε. Το τίμημα και οι μέχρι τώρα συνέπειες:
α) Η ύφεση.Ήδη μειώθηκε ο εθνικός πλούτος κατά 4%και πλέον και επιχειρήσεις άρχισαν να κλείνουν
β) Η ανεργία που υπερβαίνει το 12% και σε ορισμένες περιοχές τα ακόμα και το 20%
γ) Η νέα φτώχεια και η παλιά που από κοινού ανέρχεται άνω του 27-28 % και
δ) Ο πληθωρισμός που κατατρώει τα ήδη μειούμενα συνεχώς εισοδήματα.

ΣΤ. ΤΡΙΑ είναι τα προτάγματα:
1) Επείγουσες διαδικασίες και επιλογές για την ΑΝΑΠΤΥΞΗ και ιδιαίτερα στους νέους τομείς της πράσινης ανάπτυξής(Πριν δύο δεκαετίες η αφήγηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης ?που συνεχίζεται- ήταν η πληροφορική και οι νέες τεχνολογίες. Στη κούρσα της νέας αφήγησης για τις επόμενες δεκαετίες, μπαίνουν δυναμικά η πράσινη ανάπτυξη και η τεχνολογική της βάση καθώς και η Γενετική )
2) Η απεμπλοκή και έξοδος από τη κηδεμονία και το μνημόνιο ΚΑΙ
3) Η ανατροπή των νεοφιλελεύθερων μέτρων και των συνεπειών τους σε βάρος της χώρας και των εργαζόμενων και η ανάκτηση και η διεύρυνση των κατακτήσεων των εργαζόμενων.

Είναι "δώρο άδωρον" να φύγει η χώρα μόνο από το ΔΝΤ και να μείνει η βαρβαρότητα των μέτρων του νεοφιλελεύθερου πακέτου και να εδραιωθούν οι απώλειες εισοδημάτων και κατακτήσεων.
Το θέμα ΔΕΝ είναι να φύγει μόνο η τρόικα και να μείνουν οι πολιτικές της, ως κληρονομικό καταπίστευμα και ως δουλεία για το αύριο της χώρας.

Σ.Τ.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Η Παιδεία στη Φιλανδία

Σε μια μακρινή χώρα, στη Φινλανδία, που εδώ και μια δεκαετία οι μαθητές της βγαίνουν πρώτοι σε όλες τις διεθνείς αξιολογήσεις του ΟΟΣΑ(οι δικοί μας τελευταίοι), γιορτάζουν τις μέρες αυτές. Γιορτάζουν, γιατί μετά από δύο μήνες διακοπών βρέθηκαν ξανά με τους συμμαθητές και δασκάλους φίλους τους, στη μικρή κοινότητα του σχολείου τους.

Στη Φινλανδία, στα πολυθέσια και ολοήμερα σχολεία θα βρεις παιδιά από 8 μηνών μέχρι 16 ετών. Όταν εργάζονται και οι δύο γονείς μπορούν να αφήσουν το 8 μηνών και άνω παιδί τους στο σχολείο μαζί με τα μεγαλύτερα αδερφάκια του. Στη μικρή κοινότητα του σχολείου θα βρεις παιδιά με ειδικές ανάγκες, αφού, σκοπίμως, δεν υπάρχουν ειδικά ιδρυματικά-σχολεία. Θα βρεις βρέφη, να μαθαίνουν από μικρά να συνυπάρχουν με μεγάλους και αναπήρους, όπως στην κοινωνία των μεγάλων, καλλιεργώντας το αίσθημα της ευθύνης και της αλληλεγγύης των μεγάλων παιδιών προς τα μικρότερα και προς τα διαφορετικά. Στη Φινλανδία γιορτάζουν, γιατί θα βρεθούν πάλι σε σχολεία με σύγχρονα εργαστήρια και αμφιθέατρα, με κλειστά γυμναστήρια και πισίνες, με ειδικές αίθουσες χαλάρωσης και σάουνας, με εστιατόρια με το δωρεάν φαγητό και το σημαντικότερο, γιατί θα μάθουν και θα δημιουργήσουν γνώση με τους δασκάλους φίλους τους, παίζοντας, συζητώντας και μελετώντας διάφορα βιβλία και όχι ένα υποχρεωτικό σε κάθε μάθημα, όπως στην Ελλάδα. (Οι δάσκαλοί μας, ακόμη και να θέλουν να πάρουν πρωτοβουλίες δημιουργικής μάθησης δεν μπορούν. Είναι υποχρεωμένοι να δουλέψουν με συγκεκριμένα βιβλία με έναν στόχο: «να βγει όπως-όπως η ύλη», αποστηθισμένη βεβαίως).

Τα παιδιά στη Φινλανδία, στις πρώτες έξι τάξεις, κάνουν συχνά τεστ, όχι όμως για να βαθμολογηθούν (να τιμωρηθούν όπως τα ελληνόπουλα) αλλά για να διαπιστωθούν οι αδυναμίες τους, ώστε να τους παρασχεθεί εξατομικευμένη ενισχυτική διδασκαλία. Η φιλοσοφία τους είναι, «η βαθμολογία αποθαρρύνει και ωθεί ακόμη περισσότερο στην άρνηση μάθησης τον κακό μαθητή, ενώ επιβραβεύει τον καλό μαθητή, που έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζεται την επιβράβευση».

Τα παιδιά στη Φινλανδία μπορούν ήδη από τις πρώτες τάξεις, να επιλέξουν ακόμη και το ημερήσιο πρόγραμμά τους. Ένα παιδί της δευτέρας δημοτικού, μπορεί μια ημέρα να επισκεφτεί κάποιο μάθημα της τρίτης ή ακόμη και της πρώτης, αν νομίζει πως αυτό χρειάζεται περισσότερο. Τα παιδιά στη Φινλανδία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, που το εκπαιδευτικό τους σύστημα είναι ανάμεσα σε εκείνο των πρώτων πέντε στον κόσμο, όπως στην Ιαπωνία, Κορέα και Καναδά, όταν έχουν τεστ στα μαθηματικά, φυσική, χημεία, ακόμη και στη γλώσσα τους, επιτρέπεται να έχουν μαζί τους βοήθημα (βιβλίο με τους μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς τύπους και λεξικό γλώσσας).

Οι παιδαγωγοί τους δεν έχουν κανένα λόγο να απαιτήσουν από τα παιδιά να μάθουν απ έξω πράγματα, που μετά από μερικές εβδομάδες δε θα θυμούνται. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα παιδιά τους να σκέπτονται λογικά, με κριτική αναλυτική σκέψη, κατανοώντας περίπλοκα νοήματα και αλληλοσυσχετισμούς. Με λίγα λόγια, τους ενδιαφέρει να αγαπήσουν τα παιδιά τη μάθηση και το βιβλίο για να συνεχίσουν να μαθαίνουν μόνα τους. Με το ζόρι δε μαθαίνει κανείς. Με το ζόρι μπορείς μόνο να αποστηθίσεις ξένη γνώση, για λίγο καιρό. Όταν το απόγευμα, μετά την ενισχυτική διδασκαλία, οι Φιλανδοί μαθητές πάνε στο σπίτι, αφήνουν τη σάκα με τα βιβλία στο σχολείο. Όλη η υπόλοιπη ημέρα τους ανήκει. Χαίρονται την παιδικότητά τους. Τεστ για το σπίτι απαγορεύονται. Η λέξη φροντιστήριο δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό τους. Είναι πρώτα στην Ευρώπη στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων και τελευταία σε τηλεθέαση.

Τα ελληνόπουλα τρέχουν από φροντιστήριο σε φροντιστήριο σαν κουρδιστά πορτοκάλια. Το μόνο που τους μένει μετά, είναι να καθίσουν εξαντλημένα μπροστά στην τηλεόραση μέχρι να τους πάρει ο ύπνος. Σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου δε βλέπεις παιδιά με τσάντες να κυκλοφορούν μέχρι τα μεσάνυχτα τρέχοντας σαν τον Βέγγο να προλάβουν το επόμενο μάθημα αποστήθισης, προς μεγάλη ικανοποίηση των φροντιστηρίων. Είναι δυνατόν αυτά τα τραύματα της χαμένης παιδικότητας να μην έχουν βαθιές και μακροχρόνιες ψυχικές συνέπειες; Τα περισσότερα ελληνόπουλα πάνε άκεφα σε άθλια δημόσια σχολεία, που μοιάζουν σαν γκαράζ αυτοκινήτων. Θα συναντήσουν δασκάλους, στην πλειονότητά τους σκυθρωπούς και δίχως όρεξη, που από τότε που τελείωσαν τις σπουδές τους δεν έχουν ανοίξει βιβλίο. Θα συναντήσουν δασκάλους, για τους οποίους η λέξη εξατομικευμένη προσέγγιση μαθητή με ιδιαίτερα προβλήματα, υπάρχει μόνο στα λεξικά. Θα πρέπει να αποστηθίσουν κακογραμμένα βιβλία πάνω στα οποία θα εξεταστούν. Όποιος έχει την καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, θα επιβραβευθεί. Οι κακοί μαθητές θα τιμωρηθούν και θα σπρωχθούν στη μαθησιακή άρνηση. Η μαθητική διαρροή στη χώρα μας, σε κάποιες περιοχές ξεπερνά το 30% , ενώ στη Φινλανδία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η απάντηση της υπουργού παιδείας τους είναι: «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε έναν μαθητή».

Γιατί αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά τα τραγικά, στο σημαντικότερο τομέα μιας χώρας όπως είναι η παιδεία, από την οποία εξαρτώνται όλα τα άλλα; Γιατί βασανίζουμε δίχως λόγο ότι πολυτιμότερο έχουμε, τα παιδιά μας; Γιατί, ενώ πληρώνουμε τα περισσότερα λεφτά στον κόσμο για την παιδεία (στην παραπαιδεία των φροντιστηρίων), έχουμε μια τόσο άθλια δημόσια παιδεία;
Την απάντηση μας την έδωσε πριν λίγες ημέρες ο κος Βουλγαράκης: «υπάρχουν βουλευτές που τα δίδακτρα που πληρώνουν για τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία είναι περισσότερα από τα εισοδήματα που δηλώνουν στο πόθεν έσχες»!!!
Κυβερνώντες και εξουσιάζοντες, που στέλνουν τα παιδιά τους σε πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία, δεν έχουν κανένα λόγο να δώσουν λεφτά στη δημόσια παιδεία, όπως δεν έχουν κανένα λόγο να δώσουν λεφτά για τη δημόσια υγεία αφού αν χρειαστεί, οι ίδιοι και τα παιδιά τους θα πάνε στο Memorial. Αυτή είναι η μοναδική εξήγηση και καμία άλλη για τα άθλια δημόσια σχολεία μας. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες προς βλάκες!

Στη Φινλανδία, ο γιος του πρωθυπουργού, του προέδρου της ΝΟΚΙΑ, του θυρωρού της πολυκατοικίας και του χασάπη της γειτονιάς πάνε στο ίδιο δημόσιο σχολείο. Γι αυτό και έχουν κάθε λόγο να δίνουν τα διπλάσια ακριβώς λεφτά από εμάς, γύρω στο 7% του ΑΕΠ, για την παιδεία τους. «Βάση της εκπαίδευσής μας είναι η ισότητα όλων στο σχολείο», λέει η υπουργός τους. Οι Φιλανδοί αγαπούν την πατρίδα τους, όχι ακροδεξιά και θεωρητικά σαν μια αφηρημένη ιδέα, αλλά σαν ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτούς πατρίδα είναι πάνω απ' όλα ο λαός τους, οι άνθρωποί τους, τα παιδιά τους.