Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Μύθοι και αλήθειες για τους υπαίτιους της κρίσης

Πλήθος από ανακρίβειες και αστήριχτους ισχυρισμούς διατυπώθηκαν στην εκδήλωση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 5 Ιουλίου. Θέμα της ήταν «το μνημόνιο οικονομικής πολιτικής και οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας».

Με βάση την εισηγητική ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα, γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ, η τρέχουσα οικονομική κρίση «οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αλόγιστη επέκταση και δυσλειτουργία του κράτους. Ένα και μόνο στατιστικό στοιχείο είναι αρκετό για να δείξει τι ακριβώς συνέβη», τόνισε. «Από το 1999 μέχρι το 2008 ο μέσος μισθός στο δημόσιο αυξήθηκε 107,3% στην Ελλάδα έναντι 35,3% στην ευρωζώνη». Ακούγοντας κανείς τα παραπάνω, που συμπληρώνονται και υποστηρίζονται από μια λαϊκίστικου χαρακτήρα φιλολογία για την ύπαρξη ενός υπερτροφικού κράτους στην Ελλάδα, πιστεύει ότι ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας έχει πραγματικά προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις εις βάρος του ιδιωτικού. Η αλήθεια ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι «αντι-κρατιστές» νεοφιλελεύθεροι στην Ελλάδα ουδέποτε μπαίνουν στον κόπο να τεκμηριώσουν με συνολικά μεγέθη τους ισχυρισμούς τους κι όχι με επιμέρους κι αποσπασματικά στοιχεία τα οποία προσφέρονται για εύκολες εντυπώσεις όχι όμως για τεκμηρίωση.

Στον αντίποδα λοιπόν των παραπάνω δοξασιών η Ελλάδα έχει έναν από τους μικρότερους δημόσιους τομείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν πάρουμε ως κριτήριο τους απασχολούμενους σε αυτόν. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1 που παραθέτουμε, στον δημόσιο τομέα 19 ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών το 2002 απασχολούταν κατά μέσο όρο το 15,9% του εργατικού δυναμικού. Στην δε ΕΕ των 17 το 16,4%. Στην Ελλάδα αντίθετα στον δημόσιο τομέα απασχολούταν μόλις το 11,4% του εργατικού δυναμικού, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και απ’ αυτό της Αγγλίας όπου ο οδοστρωτήρας της Θάτσερ ισοπέδωσε κάθε δημόσια υπηρεσία προς όφελος του ιδιωτικού συμφέροντος. Κατά συνέπεια ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα μπορεί να διακρίνεται για την γραφειοκρατία και την αναποτελεσματικότητα ή την διαφθορά του (η οποία θέλει όμως… δύο, δηλαδή και τον ιδιώτη από την άλλη) δεν διακρίνεται πάντως για το μέγεθός του, με βάση τους απασχολούμενους, κριτήριο που αποτελεί και το πιο ενδεικτικό μιας και σχετίζεται άμεσα με το κόστος μισθοδοσίας του, που επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Κράτος Εργαζόμενοι στο δημόσιο

ως ποσοστό του συνόλου

Σουηδία 30

Δανία 29

Φινλανδία 22,4

Γαλλία 21,2

Αγγλία 17,8

Πορτογαλία 17

Βέλγιο 16,8

Λουξ/ργο 14,9

Τσεχία 14,8

ΗΠΑ 14,7

Ιταλία 14,4

Ισπανία 13

Αυστρία 12,2

Πολωνία 12,1

Ελλάδα 11,4

Ιρλανδία 11

Ολλανδία 10,7

Γερμανία 10,2

Ιαπωνία 8,1

ΕΕ 16,4

Σύνολο 15,9

Πηγή: OECD, Economic Outlook, 2003. Παρατίθεται στο κείμενο εργασίας: The size and performance of public sector activities in Europe. Heinz Handler, Bertrand Koebel, Philip Reiss, Margit Schratzenstaller.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΩΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΟΥ ΑΕΠ

Η νεοφιλελεύθερη δοξασία περί υπερτροφικού δημοσίου καταρρίπτεται επίσης από στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούν τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων το 1988 απορροφούσαν το 12,08% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα το 11,1%. Ακόμη και μ’ αυτό το κριτήριο κατά συνέπεια δεν ευσταθεί η ενοχοποίηση του δημόσιου τομέα για τα ελλείμματα.

Οι επιθέσεις στον δημόσιο τομέα που ασκούνται από τους υπέρμαχους του μνημονίου στο επίκεντρό τους έχουν την κοινωνική πολιτική που ασκείται από το κράτος κι η οποία είναι το μεγάλο θύμα της μακρόχρονης λιτότητας που εισάγει το μνημόνιο. Αυτό ωστόσο που παραλείπεται να αναφερθεί είναι η δραματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κοινωνικές παροχές στην Ελλάδα, που κι αυτές πλέον απειλούνται με καρατόμηση. Αρκεί να πάρουμε υπ’ όψη μας τους 4.500 γιατρούς που λείπουν, τους 20.000 νοσηλευτές κι εργαζόμενους στα παραϊατρικά επαγγέλματα και άλλους 20.000 δάσκαλους και καθηγητές που λείπουν, με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις! Είναι χαρακτηριστική η σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, που παρατίθεται στον Πίνακα 3 κι αφορά τις δεκαετίες του ’90 και του ’80 παρότι μάλιστα τότε ήταν που στην πραγματικότητα ιδρύθηκε στην Ελλάδα το κοινωνικό κράτος. Εκεί φαίνεται πεντακάθαρα ότι ελάχιστοι, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, δημόσιοι πόροι καταλήγουν στην κοινωνική προστασία, την υγεία και στους ανέργους. Και πάλι η Ελλάδα, με κριτήριο τα ποσά που δίνει για κοινωνική προστασία αποδεικνύεται πιο νεοφιλελεύθερη ακόμη και από την κοιτίδα του Θατσερισμού, την Αγγλία. Επομένως η ενοχοποίηση του κοινωνικού κράτους για τα δημόσια ελλείμματα από τους υπέρμαχους του μνημονίου είναι ανυπόστατη και αυθαίρετη.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

ΜΕΡΙΔΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΣΤΟ ΑΕΠ

Κοινωνική προστασία

Υγεία

Ανεργίa

’80 ’90

’80 ’90

’80 ’90

Αυστρία

– 21,1

– 5,7

– 1,4

Βέλγιο

20 18,6

6.0 6,6

4,5 4

Τσεχία

- 12,6

- 6,2

- 0,3

Γερμανία

14,7 18,3

6,1 7,5

1,7 2,8

Δανία

21,2 24,2

7,6 6,9

5,5 6

Ισπανία

12,9 15,1

4,5 5,4

2,7 3,1

Φινλανδία

16,2 24,2

5,5 6,2

2,1 4,8

Γαλλία

18,1 21,3

6,3 7,2

2,9 3,1

Ελλάδα

11,6 16,6

4,8 4,7

0,6 0,8

Ιρλανδία

13,3 13,8

5,8 5,2

4,6 3,9

Ιταλία

15,3 18,9

5,6 5,9

– –

Λουξεμβούργο

17,8 16,9

5,4 5,7

1,3 0,8

Ολλανδία

22,3 20,5

5,6 6,2

3,9 4

Πολωνία

– 19,2

– 4,6

– 1,8

Πορτογαλία

9,2 12

3,4 4,7

0,7 1,5

Σουηδία

22 26,4

8,1 7,2

2,4 4,5

Αγγλία

15,2 19,4

5 5,6

2,1 1,3

ΕΕ 15

16,1 19,3

5,7 6,6

1,9 2,5

Πηγή: Όπως Πίνακα 1.

Οι ευθύνες για την δημοσιονομική κρίση στην πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθούν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που υποδεικνύει το ΙΟΒΕ: στον ιδιωτικό τομέα!

Γενικά μιλώντας, η τρέχουσα κρίση όπως ξέσπασε το 2008 δεν είχε ως επίκεντρό της κάποιες οικονομίες με ισχυρό κρατικό τομέα και γενναίες κοινωνικές παροχές, όπως για παράδειγμα οι Σκανδιναβικές. Ούτε ξέσπασε σε κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που χαίρουν κρατικής προστασίας ή απολαμβάνουν θεσμοθετημένων ποσοστών κέρδους, που χαρακτηρίζονται από το ΙΟΒΕ, τεκμήριο καθυστέρησης. Η κρίση ξέσπασε στην Μέκκα του πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, τις ΗΠΑ και την Αγγλία και σε εκείνο τον κλάδο που αποτελεί την σημαντικότερη βιομηχανία, το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν, ενώ βρίσκεται σε σχέσεις ασύλληπτης διαπλοκής με την πολιτική εξουσία καθώς οι υπουργοί Οικονομικών των ΗΠΑ για παράδειγμα, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, προέρχονται από τις κορυφαίες επιχειρήσεις του: το χρηματοπιστωτικό τομέα.

Στην Ελλάδα δε, είναι απορίας άξιο γιατί τα στελέχη του ΙΟΒΕ θεωρούν τόσο προφανή την προικοδότηση του πλήρως ιδιωτικοποιημένου τραπεζικού τομέα με 28 δισ. ευρώ από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και με 10 δισ. επιπλέον από το μνημόνιο της ντροπής, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας! Αν για τις δημόσιες συγκοινωνίες ή την Ολυμπιακή η ανάγκη κρατικής επιδότησής τους αποτελούσε τεκμήριο αποτυχίας της κρατικής ιδιοκτησίας γιατί δεν ισχύει το ίδιο και για τις τράπεζες; Γιατί δηλαδή δεν αποτελεί τεκμήριο αποτυχίας του ιδιωτικού τομέα; Πολύ περισσότερο αν θυμηθούμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν, όταν οι τράπεζες ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τη δεκαετία του ’80 για παράδειγμα και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, ουδέποτε είχαν κινδυνεύσει από κερδοσκοπικούς τυχοδιωκτισμούς κι ουδέποτε είχαν απειληθεί τόσο σοβαρά…

Ειδικότερα μιλώντας για την δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα, η βασικότερη αιτία της δεν πρέπει να αναζητηθεί στις κοινωνικές παροχές που από αναιμικές οδεύουν για πλήρη κατάργηση, αλλά στην θεσμοθετημένη, επίσημη φοροαπαλλαγή των ανωνύμων εταιρειών. Με βάση στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, Eurostat, που εκδόθηκαν με ημερομηνία 28 Ιούνη 2010, ο εταιρικός φόρος στην Ελλάδα ανέρχεται στο 24%, όταν στην ευρωζώνη των 16 είναι κατά μέσο όρο, υψηλότερος του ελληνικού και φθάνει το 25,7%. Οι περισσότερες δε δυτικοευρωπαϊκές χώρες έχουν πολύ υψηλότερο φορολογικό συντελεστή για τις ανώνυμες εταιρείες από τον ελληνικό. Για παράδειγμα, Σουηδία και Φινλανδία: 26%, Αγγλία και Νορβηγία: 28%, Γερμανία: 29,8%, Ιταλία: 31,4%, Γαλλία: 34%, κοκ.

Άλλοι δε τομείς της ελληνικής οικονομίας, που χαρακτηρίστηκαν ως «φωτεινό παράδειγμα» από εισηγητή στην εκδήλωση του ΙΟΒΕ, όπως η ναυτιλία στην πραγματικότητα δεν πληρώνουν κανένα φόρο. Το πλαίσιο λειτουργίας τους καθορίζεται από ένα αποικιακό καθεστώς 57 επίσημων φοροαπαλλαγών που καθιστά την Ελλάδα στην πραγματικότητα φορολογικό παράδεισο για τους εφοπλιστές. Ποιο είναι επομένως το όφελος για τα δημόσια οικονομικά από το «φωτεινό παράδειγμα» των εφοπλιστών; Γιατί δεν θεωρείται υποχρέωσή τους η συμβολή στα δημόσια οικονομικά;

Το κενό που αφήνουν στα δημόσια έσοδα οι ανώνυμες εταιρείες κι οι εφοπλιστές (μαζί μ’ αυτούς φυσικά η εκκλησία και οι τράπεζες) καλύπτουν οι εργαζόμενοι που πληρώνουν ένα από τους υψηλότερους ΦΠΑ σε όλη την ΕΕ. Πρόκειται για τον πιο άδικο φόρο, όπως όλοι οι έμμεσοι, καθώς πληρώνεται από τον καταναλωτή ανεξαρτήτως του εισοδήματος του, καταργώντας στην πράξη τη αναλογικότητα που εξασφαλίζει τον προοδευτικό χαρακτήρα κάθε φορολογικού συστήματος. Έτσι, ενώ ο μέσος ΦΠΑ στην ΕΕ των 27 είναι 20,2% στην Ελλάδα φθάνει το 23%! Στις άλλες δε μεσογειακές χώρες, που έχουν συγγενή οικονομική δομή με αυτή της Ελλάδας, όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ο ΦΠΑ ανέρχεται σε 20% για τις δύο πρώτες και 18% για την τρίτη. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα είναι διπλά αδικημένοι γιατί πέρα από ΦΠΑ πληρώνουν πολλά περισσότερα σε σχέση με τους Ευρωπαίους και στους φόρους που αναλογούν στην εργασία: 37% είναι ο σχετικός φόρος που αναλογεί στην εργασία στην Ελλάδα, 34,4% ήταν στην ευρωζώνη των 16 το 2008.

Τέλος σε ό,τι αφορά τους μισθούς που θεωρούνται υψηλοί αρκεί να αναφέρουμε ότι με βάση στοιχεία που περιέχονται στην Έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΣΥΕ και αφορούν το δεύτερο τρίμηνο του 2008 το 25% των μισθωτών αμείβεται με καθαρές αποδοχές που δεν ξεπερνούν τα 750 ευρώ μηνιαίως. Ενώ, ένα 30% επιπλέον με αποδοχές από 750 έως 1.000 ευρώ. Το 55% των εργαζομένων δηλαδή ζει με 1.000 ευρώ μηνιαίως! Το εισόδημα αυτό μάλιστα με πραγματικούς όρους βαίνει σταθερό μειούμενο στο σύνολο του κοινωνικού πλούτου. Με βάση στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην ετήσια έκθεση του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ του 2009 το μερίδιο της εργασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ χάνει διαρκώς έδαφος στο πέρασμα του χρόνου. Ενώ μεταξύ 1978-1983 κυμαινόταν μεταξύ 70-75%, την περίοδο 1984-1990 έφθασε το 65-70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα μειώθηκε στο 62%.

Σε ότι αφορά τους συνταξιούχους το 61% ζει με λιγότερα από 600 ευρώ, χωρίς μάλιστα να υπολογίζονται οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ! Την ίδια ώρα που 1,1 εκ. εργαζόμενοι ή το 25% δουλεύουν ανασφάλιστοι, η εισφοροδιαφυγή ετησίως φτάνει τα 8 δις. και οι ανείσπρακτες οφειλές τα 7,5 δις. ευρώ, με βάση το ίδιο το υπουργείο Εργασίας!

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ επομένως ας μην αναζητά στο ασφαλιστικό σύστημα την πηγή του δημοσιονομικού ελλείμματος. Οι βασικότερες αιτίες είναι η θεσμοθετημένη φοροδιαφυγή και η κατοχυρωμένη φοροαπαλλαγή. Από αυτά τα προνόμια πρέπει κατά συνέπεια να ξεκινήσει η «εσωτερική υποτίμηση» που επαγγέλλονται το ΔΝΤ και το ΙΟΒΕ κι όχι από τους μισθούς και τις συντάξεις…

Τραγικά επίκαιρος ο Στίγκλιτζ

«Το πρόβλημα με τα σφάλματα του ΔΝΤ είναι ότι πιθανότατα θα έχουν μεγάλη διάρκεια. Το ΔΝΤ συχνά μιλούσε ωσάν αυτό που χρειαζόταν η οικονομία να ήταν ένα δυνατό καθαρτικό. Να πονέσει, και όσο βαθύτερος ο πόνος τόσο μεγαλύτερη η επακόλουθη οικονομική μεγέθυνση. Σύμφωνα με τη θεωρία του ΔΝΤ, λοιπόν, μια χώρα που ενδιαφέρεται για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της-ας πούμε σε είκοσι χρόνια από σήμερα-, θα έπρεπε να σφίξει τα δόντια και να δεχτεί μια βαθιά κάμψη. Οι άνθρωποι σήμερα θα υπέφεραν, αλλά τουλάχιστον τα παιδιά τους θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Δυστυχώς τα στοιχεία δε στηρίζουν τη θεωρία του ΔΝΤ. Μια οικονομία που διέρχεται βαθιά ύφεση μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτερα καθώς ανακάμπτει, αλλά ποτέ δεν αναπληρώνει τον χαμένο χρόνο. Όσο πιο βαθιά είναι η σημερινή ύφεση τόσο χαμηλότερο θα είναι και το πιθανό εισόδημα, ακόμη και σε είκοσι χρόνια από τώρα. Δεν ισχύει, όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ, ότι σε είκοσι χρόνια οι άνθρωποι θα είναι σε καλύτερη κατάσταση. Οι επιπτώσεις μιας ύφεσης είναι μακροχρόνιες. Υπάρχει μια σοβαρή συνέπεια: Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση σήμερα, όχι μόνο τόσο πιο χαμηλή θα είναι η συνολική παραγωγή σήμερα, αλλά και τόσο χαμηλότερη ενδέχεται να είναι για πολλά χρόνια».

Τζόζεφ Στίγκλιτζ, Η μεγάλη αυταπάτη, εκδ. Α. Α. Λιβάνη

Το παραπάνω απόσπασμα αφιερώνεται σε όσους χαρακτηρίζουν «διαβατήριο για τη σωτηρία της Ελλάδας» την προσφυγή στο ΔΝΤ κι επίσης «προϋπόθεση για μια νέα αναπτυξιακή πορεία στηριγμένη σε υγιείς βάσεις»…

Πηγή http://eydapftaneipia.wordpress.com

Δεν θα γυρίσουμε πίσω από το 1911. Το δίκαιο του εργαζόμενου, νόμος της δημοκρατίας.

του Βασίλη Ασημακόπουλου*

«Η ντόπια μεγαλοαστική τάξη υποτελής, δορυφορική και διαβρωμένη από το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, όσες αντιδικίες και αν έχει μαζί του, στα κρίσιμα θέματα θα μιλήσει με τη ‘φωνή του κυρίου της’»
Ανδρέας Παπανδρέου, εφημερίδα Εξόρμηση, Μάρτιος 1977

Οι προτάσεις της κυβέρνησης για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος που αποτελούν εξειδίκευση επί τα χείρω των διατάξεων του Μνημονίου (αρ. 2 παρ. 7, 9 και παράρτημα IV του ν. 3845/2010), συνιστούν την πρακτική εφαρμογή θέσεων της αστικής συνιστώσας του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των σοσιαλφιλελεύθερων διανοουμένων της κεντροαριστεράς, όπως διατυπώνονταν επί μια 15ετία τουλάχιστον. Εκείνο που έλειπε για να επιβληθούν στην πράξη και να αποτελέσουν νόμο του κράτους, παρ’ όλο που ορισμένες επιμέρους εκφάνσεις της ελαστικοποίησης και ‘απελευθέρωσης’ της αγοράς εργασίας είχαν θεσπιστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ή είχε γίνει απόπειρα να θεσπιστούν, όπως οι αλλαγές στο ασφαλιστικό (ν/σ Γιαννίτση 2001), ήταν ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός.

Με την ανοιχτή από 6-5-2010 εξάρτηση της χώρας από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και την Τρόικα ως θεσμική έκφραση αυτού, επιβάλλεται η νεοφιλελεύθερη επιταγή της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας από κάθε συλλογική, κανονιστική, κρατική ρύθμιση προστασίας του εργαζομένου.

Το εργατικό (ατομικό και συλλογικό) και το κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο δεν οδηγεί στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά αποτελεί μια ελάχιστη εγγυημένη κανονιστικού χαρακτήρα δημοκρατική ρύθμιση αποτροπής της χωρίς όρια εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας. Είναι ο υλικός και θεσμικός συμβιβασμός καπιταλισμού και δημοκρατίας, το σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό συμβόλαιο, προϊόν των αγώνων του εργατικού και του σοσιαλιστικού κινήματος από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά.

Οι κυβερνητικές πρότασεις καταργούν το οικοδόμημα κοινωνικών, εργασιακών και ασφαλιστικών σχέσεων που είχαν θεσπίσει στη χώρα μας οι κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου (1911-1920, αλλά και το 1932 με τον ιδρυτικό νόμο του ΙΚΑ) και του Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989) και μας γυρνάνε πίσω από το 1911, σε συνθήκες μάλιστα μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ειδικότερα στο εργασιακό μεταξύ άλλων προτείνεται η ουσιαστική κατάργηση του καθεστώτος της συλλογικής αυτονομίας, με την ακύρωση της δυνατότητας που είχε η εργατική πλευρά να προσφύγει στη διαιτησία εφόσον είχε κάνει ήδη αποδεκτή την πρόταση του μεσολαβητή (ν. 1876/1990, αρ. 16 παρ. 1γ, δυνατότητα που έχει και η εργοδοτική πλευρά για επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, αρ. 16 παρ. 1δ, κάτι που αποσιωπούν οι προπαγανδιστές των μέτρων), καταργώντας και την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ του εργαζομένου. Αντί αυτής προωθείται η εξατομικευμένη διαπραγμάτευση των όρων εργασίας μεταξύ εργοδότη/μισθωτού. Δηλαδή από το συγκεντρωτικό και κρατικά ελεγχόμενο καθεστώς καθορισμού μισθών και ημερομισθίων (ν. 3239/55), περάσαμε στο καθεστώς της συλλογικής αυτονομίας (ν. 1876/90) και τώρα στο καθεστώς της ατομικής διαπραγμάτευσης.

Καταργείται η λειτουργία της Εθνικής Γενικής Σ.Σ.Ε. ως θεσπίζουσας τα ελάχιστα όρια αμοιβής της εργασίας, θεσπίζεται η μειωμένη - κάτω και από τα όποια ελάχιστα όρια- αμοιβή για ηλικιακά νέους εργαζόμενους, ενώ προωθείται η εργασία ανηλίκων, καταργώντας το ν. 1837/1989. Διευκολύνεται η απόλυση (παλιών ιδίως) εργαζομένων, καθώς μειώνεται δραστικά ο χρόνος προειδοποίησης (που ορίζει ο ν. 2112/1920) και δεν αποτελεί πλέον παράγοντα ανάσχεσης απόλυσης. Αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός και η ενέργεια του συγκεκριμένου νόμου και ψευδώς οι προπαγανδιστές των μέτρων διατυμπανίζουν καθημερινά από τα ΜΜΕ ότι ο συγκεκριμένος νόμος έχει καταστεί στην πράξη ανενεργός.

Αλλάζει ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης, με τμηματική καταβολή, αντί της εφάπαξ που ισχύει σήμερα. Αυξάνεται το όριο των ομαδικών απολύσεων (ν. 1387/1983). Προωθείται η κάθε είδους ελαστικοποίηση στις σχέσεις εργασίας, πραγματοποιούνται καταγγελίες συμβάσεων εργασίας στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, προετοιμάζοντας το έδαφος για την επικείμενη στην πράξη άρση της ‘μονιμότητας’ στο δημόσιο όπως απαιτεί η Τρόικα κλπ

Στο ασφαλιστικό τίθεται σε εφαρμογή η βαρβαρότητα της δραστικής μείωσης των καταβαλλόμενων συντάξεων και της κατάργησης των αξιοπρεπών συντάξεων για τους μελλοντικούς ασφαλισμένους, η απότομη και βίαιη αύξηση των ορίων ηλικίας και η παράταση του εργασιακού βίου με το δαρβινικό επιχείρημα της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, η δραστική μείωση και ουσιαστική ακύρωση των Β.Α.Ε., η πολιτισμική οπισθοδρόμηση που συνιστά η μη αναγνώριση της μητρότητας ως στοιχείο διακριτότητας, η αντικατάσταση της σύνταξης από το προνοιακό επίδομα και στην πράξη η προώθηση του υπέροχου κόσμου της ιδιωτικής ασφάλισης, την στιγμή που ακόμα και στις Η.Π.Α. δίνεται μάχη για να ξεφύγουν απ’ αυτόν...

Η ντόπια αστική τάξη μετά τη χρεοκοπία του αναπτυξιακού μοντέλου της περιόδου 1990-2009 - για το οποίο είναι επιτακτική ανάγκη να ανοίξει δημόσια συζήτηση - με το Μνημόνιο (ν. 3845/2010), τις εξειδικεύσεις αυτού, το συνολικό υλικό και θεσμικό πλαίσιο, εξαρτά την ελληνική κοινωνία, οικονομία, πολιτεία από την Τρόικα και το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Είναι το νέο μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου μέσα από την αποικιοκρατικού τύπου δανειακή σύμβαση της χώρας με τους διεθνείς πιστωτές. Ο Νόμος του κεφαλαίου.

Υπάρχει άλλος δρόμος. Η κυβέρνηση πρέπει άμεσα να πάρει πίσω τα μέτρα, να εφαρμόσει το πρόγραμμά της που πανηγυρικά εγκρίθηκε από τον ελληνικό λαό στις 4 Οκτωβρίου 2009, να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος με διαγραφή ενός μέρους του. Δεν γίνεται αλλιώς. Διαφορετικά οφείλει να θέσει το Μνημόνιο σε διαδικασία δημοψηφίσματος ενώπιον του ελληνικού λαού, σύμφωνα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Επιτέλους δεν ψηφίσαμε Δ.Ν.Τ. στις 4-10-2009. Μέχρι τότε κλιμάκωση των απεργιακών και αγωνιστικών κινητοποιήσεων του λαού για την ανατροπή και την ακύρωση στην πράξη αυτών των πολιτικών.

Η ολοκληρωτικού χαρακτήρα νεοφιλελεύθερη οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης των τελευταίων 20-25 χρόνων, στη βάση του ‘ελεύθερου’ και ‘ανόθευτου’ ανταγωνισμού της αγοράς εργασίας με εργαλεία την ακύρωση του κοινωνικού κράτους, την ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, τη μερική απασχόληση, τη μείωση μισθών και συντάξεων, επικαιροποιεί με όρους κοινωνικής και δημοκρατικής αναγκαιότητας την σοσιαλιστική αλλαγή. Κοινός ενωτικός αγώνας σοσιαλιστών, κομμουνιστών, ριζοσπαστών δημοκρατών για την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης, ενάντια στην ΟΝΕ, τα Σύμφωνα Σταθερότητας, την Ευρωσυνθήκη, το ευρώ, τα αποικιοκρατικά μνημόνια. Λόγω ακριβώς του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της διευρυμένης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η διαλεκτική του σύγχρονου αγώνα των εργαζομένων είναι ταυτόχρονα εθνική και διεθνική.

Η αριστερά μπορεί να γίνει μαζική λαϊκή ηγεμονική δύναμη, πλειοψηφική έκφραση των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων, των ‘μη προνομιούχων’, αν ξεφύγει από την αμυντική θέση της καταγγελίας των επιπτώσεων του νεοφιλελεύθερου μονοδρόμου και της υπεράσπισης των όποιων κεκτημένων ατομικών, πολιτικών, κοινωνικών δικαιωμάτων και παράλληλα μιλήσει επιθετικά για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Το εθνικό ζήτημα επανέρχεται και με όρους παραγωγικής συγκρότησης. Αυτή είναι η κοινή ιδιομορφία των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και ευρύτερα της περιφέρειας της Ευρώπης, καθώς ο μηχανισμός της ευρωζώνης οξύνει τις αντιθέσεις των ζωνών μητρόπολης-περιφέρειας εντός Ε.Ε. Η διαπλοκή του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα, καθιστά την κοινωνική συμμαχία λαϊκών και μικροαστικών τάξεων φορέα εθνικής ανεξάρτησίας, πολιτικής δημοκρατίας, οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής αλλαγής και όχι την εξαρτημένη ντόπια αστική τάξη, που παρέδωσε τη χώρα στους διεθνείς πιστωτές, με τους άκρως επαχθείς όρους της αποικιοκρατικής δανειακής σύμβασης, με εγγραφή υποθήκης στη δημόσια περιουσία, με δυνατότητα εκχώρησης σε τρίτους εκτέλεσης των δανειακών απαιτήσεων κλπ.

Άμεσα βήματα ενός λαϊκού συνασπισμού είναι η ακύρωση του μνημονίου, η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, η επανακρατικοποίηση μέρους του τραπεζικού συστήματος, ο έλεγχος των κεφαλαιακών ροών, η απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων από τη χώρα, η έκδοση λαϊκού ομολόγου, η προοδευτική φορολόγηση, η άμεση διακοπή των ιδιωτικοποιήσεων των υποδομών της χώρας, η ανάκτηση και ενίσχυση του δημοσίων αγαθών, ο αναπροσανατολισμός της γεωργίας με στόχο τη διατροφική επάρκεια της χώρας, η ανατροπή του δημοσιονομικού συντηρητισμού, των πολιτικών λιτότητας και η αναθέρμανση της οικονομίας. Το ρολόι της ιστορίας δεν θα γυρίσει 100 χρόνια πίσω, όπως επιχειρούν να μας επιβάλλουν. Στην Ελλάδα και την Ευρώπη του 21ου αιώνα το δίκαιο του εργαζόμενου, θα είναι νόμος της δημοκρατίας.

Πηγή: Εφημερίδα ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

*Δικηγόρος, μέλος της Σ.Ο. του Νέου Αγωνιστή, περιοδική έκδοση μελών ΠΑΣΟΚ και ανένταχτων σοσιαλιστών για την Κοινωνική Δημοκρατία

Βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια μιας τρίτης ύφεσης

The New York Times

Οι κάμψεις της οικονομίας είναι συνήθεις. Οι υφέσεις σπάνιες. Εξ όσων γνωρίζω, υπήρξαν μόνο δύο εποχές στην οικονομική ιστορία οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ευρέως «υφέσεις» στον καιρό τους: τα χρόνια του αποπληθωρισμού και της αστάθειας που ακολούθησαν τον πανικό του 1873 και τα χρόνια της μαζικής ανεργίας που ακολούθησαν τη χρηματο-οικονομική κρίση του 1929-31.

Ούτε η Μακρά Υφεση του 19ου αιώνα ούτε η Μεγάλη Υφεση του 20ού ήταν εποχή αδιάλειπτης πτώσης -αντιθέτως, αμφότερες περιέλαβαν περιόδους ανάπτυξης. Ομως, οι τελευταίες δεν υπήρξαν αρκετές για να περιορίσουν τη ζημία από την αρχική πτώση.

Φοβούμαι πως σήμερα βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια μιας τρίτης ύφεσης. Προφανώς, θα μοιάζει περισσότερο με τη Μακρά Υφεση παρά με τη Μεγάλη. Το κόστος, όμως -προς την παγκόσμια οικονομία και τα εκατομμύρια ζωές που πλήττονται από την έλλειψη θέσεων εργασίας- θα είναι ούτως ή άλλως τεράστιο. Και αυτή η τρίτη ύφεση θα συνιστά κυρίως αποτυχία πολιτικής. Ανά τον κόσμο -πιο πρόσφατα στην απογοητευτική σύνοδο κορυφής του G20- οι κυβερνήσεις παραμένουν προσηλωμένες στον πληθωρισμό, ενώ η πραγματική απειλή είναι ο αποπληθωρισμός, ζητώντας «σφίξιμο της ζώνης» όταν το πραγματικό πρόβλημα είναι οι ανεπαρκείς δαπάνες.

Το 2008-09, φάνηκε ότι μάθαμε από το πάθημά μας. Σε αντίθεση με τους προκατόχους τους, που αύξαναν τα επιτόκια στη διάρκεια κρίσεων, οι σημερινοί επικεφαλής της Fed και της ΕΚΤ μείωσαν τα επιτόκια και στήριξαν τις πιστωτικές αγορές. Σε αντίθεση με τις κυβερνήσεις του παρελθόντος, που προσπάθησαν να ισοσκελίσουν προϋπολογισμούς στη διάρκεια κρίσεων, οι σημερινές επέτρεψαν αύξηση των ελλειμμάτων. Και οι καλύτερες πολιτικές βοήθησαν τον κόσμο να αποφύγει την πλήρη κατάρρευση.

Ομως, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα μας πουν ότι δεν ήταν αυτό το τέλος της τρίτης ύφεσης, όπως η επιχειρηματική έκρηξη του 1933 δεν ήταν το τέλος της Μεγάλης Υφεσης. Αλλωστε, η ανεργία -ιδίως η μακροχρόνια- παραμένει σε επίπεδα που θα θεωρούνταν καταστροφικά όχι και τόσο καιρό πριν, ενώ ΗΠΑ και Ευρώπη οδεύουν ολοταχώς προς αποπληθωριστικές παγίδες ιαπωνικού τύπου.

Μπροστά σε μια τόσο ζοφερή εικόνα, θα περίμενε κανείς να κατανοήσουν οι χαράσσοντες την πολιτική ότι δεν έκαναν αρκετά για την ανάκαμψη. Ομως όχι: τους τελευταίους μήνες βλέπουμε επιστροφή στην ορθοδοξία του σκληρού νομίσματος και του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Προς τι αυτή η λάθος στροφή; Οι σκληροπυρηνικοί επικαλούνται τα προβλήματα της Ελλάδας και άλλων χωρών. Και οι επενδυτές σε ομόλογα έχουν στραφεί σε κυβερνήσεις με μικρά ελλείμματα. Ομως, τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η βραχύβια δημοσιονομική λιτότητα σε εποχές ύφεσης καθησυχάζει τους επενδυτές. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι τρανή απόδειξη.

Δεν πιστεύω, λοιπόν, ότι το πρόβλημα οφείλεται στην Ελλάδα, ούτε σε μια ρεαλιστική εκτίμηση της ισορροπίας ελλειμμάτων / απασχόλησης. Αντιθέτως, πρόκειται για τη νίκη μιας ορθοδοξίας που ελάχιστη σχέση έχει με την ορθολογική ανάλυση. Το τίμημα θα πληρώσουν δεκάδες εκατομμύρια άνεργοι, πολλοί από τους οποίους για χρόνια, και κάποιοι για πάντα.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η απορροή του κοινωνικού από το πολιτικό. Τι διακυβεύεται με το 'εργασιακό νομοσχέδιο';

του Αντώνη Λιάκου

Το ερώτημα που κρέμεται ως ξίφος πάνω από το σβέρκο μας, 'που θα βρεθούν τα λεφτά αν δεν συμμορφωθούμε με όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο ΔΝΤ και την ΕΕ', παραλύει κάθε διάθεση σκέψης και ανα-στοχασμού των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται όχι απλώς μπρος στα μάτια μας, αλλά κάτω από τα πόδια μας. Άλλες από αυτές τις αλλαγές επιβάλλονται από το Μνημόνιο, για άλλες χρησιμοποιείται ως πρόσχημα. Αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι να σκεφτούμε την υπόθεση της αλλαγής των εργασιακών σχέσεων, η οποία στη νέο-γλώσσα διαφημίζεται ως «απελευθέρωση της αγοράς εργασίας», όχι μέσα στη συγκυρία, αλλά μέσα από μια ιστορική οπτική.

Ας πάμε πίσω, στην εποχή που σχηματίζονταν οι σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες με τις μεγάλες πόλεις, τα μεταναστευτικά ρεύματα, την κατάρρευση των παλιών συντεχνιακών κανονισμών και των αυστηρών κοινωνικών ιεραρχιών, την εμφάνιση των νέων εργατικών μαζών. Δεν υπήρχε θέση για τους επήλυδες πληθυσμούς ούτε στο πολιτικό, ούτε στο διανοητικό σύστημα της εποχής. Γι αυτό αντιμετωπίστηκαν ως «επικίνδυνες τάξεις», με ένα πλέγμα απέχθειας, φόβου, καταστολής, και ελεημοσύνης. Η ίδια η έννοια του 'κοινωνικού' αναδύθηκε στο δημόσιο χώρο μέσα από την ανάγκη να βρει η κοινωνία κάποιο τρόπο για να βολέψει αυτές τις καινούργιες μάζες και τις ανάγκες των οικογενειών τους. Άλλες χώρες προηγήθηκαν, άλλες καθυστέρησαν, πάντως ο τρόπος με τον οποίο κάθε μια απάντησε στο πρόβλημα έδωσε μορφή στο πολιτικό της σύστημα και στους ανταγωνισμούς του 20ου αιώνα. Αλλά η μεγάλη αλλαγή που συνέβη στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική (αν και με διαφορετικό τρόπο) ήταν η ενσωμάτωση αυτών των νέων πληθυσμών στην οργανωμένη πολιτικά κοινωνία, στην πολιτεία. Το 'κοινωνικό' αναδύθηκε στον πολιτικό χώρο, απέκτησε τη μορφή της κοινωνικής πολιτικής που διευθετούσε σχέσεις ανάμεσα σε ισότιμα πολιτικά υποκείμενα. Οι άγριοι ανταγωνισμοί, οι καταστροφές μηχανών, οι εξεγέρσεις και οι απεργίες πολιτικοποιήθηκαν και θεσμοποιήθηκαν. Οι εργασιακές σχέσεις υποβλήθηκαν σε κανονισμούς. Ζητήματα όπως η βρεφική ηλικία, η αρρώστια, τα γηρατειά, έγιναν για πρώτη φορά αντικείμενα δημόσιου ενδιαφέροντος. Οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι και ο φόβος επαναστάσεων έπαιξαν ρόλο καταλύτη στη δημιουργία του κράτους πρόνοιας και της ενσωμάτωσης των νέων εργατικών στρωμάτων στις αστικές δημοκρατικές κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης. Αυτές άλλωστε οι ενσωματωτικές διαδικασίες δημιούργησαν τις σύγχρονες ευρωπ αϊκές κοινωνίες και την ευρωπαϊκή ταυτότητα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Δημιούργησαν ένα κοινωνικό συμβόλαιο, τον ευρωπαϊκό τύπο πολιτείας.

Τι παρατηρούμε τώρα, και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες; Την αντίστροφη διαδικασία. Την απορροή πληθυσμιακών ομάδων από την πολιτικά οργανωμένη κοινωνία, την απίσχνανση του 'κοινωνικού' ως έννοιας και πολιτικής. Αρχικά, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν μπόρεσαν να δεξιωθούν τη νέα μετανάστευση της περασμένης εικοσαετίας. Σε αντίθεση με τους μετανάστες της δεκαετίας του '50 και του '60, οι μετανάστες του '90 παρέμειναν στην συντριπτική τους πλειοψηφία άνθρωποι χωρίς χαρτιά, με προσωρινή διαμονή, χωρίς δικαιώματα. Στη συνέχεια εμφανίστηκε με σαφή τρόπο η αδυναμία ενσωμάτωσης των νέων, των εργαζομένων γενιών των 700 ευρώ (τώρα μειώνονται ακόμη κι αυτά), με έωλα ασφαλιστικά δικαιώματα, υπαγόμενους σε ρυθμίσεις διαφορετικούς από τους άλλους εργαζόμενους των προηγουμένων γενεών. Συνολικά η αγορά εργασίας άρχισε να γλιστρά έξω από την έννοια της πολιτείας, παράγοντας εργαζόμενους που δεν ήταν πολίτες. Ακόμη και η ορολογία, ανάμεσα στο 'εργάτης', 'υπάλληλος', 'εργαζόμενος' και 'απασχολούμενος' ή 'απασχολήσιμος', έγινε ρευστή, δηλώνοντας τη ρευστοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, των ταυτοτήτων, της ίδιας της έννοιας του 'κοινωνικού'. Τώρα, με τα καινούργια μέτρα, και την Ελλάδα ως δοκιμαστήριο αντοχής, σπρώχνεται στον χώρο της απορρύθμισης η πλειοψηφία του εργαζόμενου πληθυσμού.

Πρόκειται για τεκτονικές μεταβολές στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η κρίση ήλθε και κάποια στιγμή θα παρέλθει. Οι αλλαγές αυτές θα μείνουν γιατί εκφράζουν μια διαδικασία. Έναν τρόπο αντίληψης της κοινωνικής συμβίωσης. Η καταστροφή θεσμών που χρειάστηκε σχεδόν ενάμιση αιώνας θυσιών και προσπαθειών για να δημιουργηθούν είναι το μέγα ζήτημα. Η διαδικασία της απορροής του κοινωνικού από το πολιτικό είναι κεντρικό ζήτημα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ας ελπίσουμε ότι θα αντιδράσουν, ότι θα αποδομήσουν το παράδειγμα διακυβέρνησης, τις εννοιολογικές του προϋποθέσεις και τον φυσικοποιημένο λόγο του, ότι θα υπάρξει ένα ευρύ κίνημα υπεράσπισης των θεμελιακών αξιών της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Το κοινωνικό που δεν διαμεσολαβείται από το πολιτικό προοιωνίζεται σκοτεινές εξελίξεις.

Το ζήτημα της απορροής του κοινωνικού από το πολιτικό δεν είναι το μοναδικό σημάδι. Και μόνο η σκέψη να περάσουν οι μείζονες αλλαγές στα εργασιακά εκτός κοινοβουλίου, με προεδρικό διάταγμα, δείχνει ότι αν δεν έχουν ναρκωθεί επικίνδυνα τα δημοκρατικά ανακλαστικά, παίζουμε επικίνδυνα και χωρίς επίγνωση με αντιδημοκρατικές ιδέες. Πραγματικά εκείνο που παρακολουθούμε είναι ότι βασικές ρυθμίσεις για τη ζωή του καθενός μας και της κοινωνίας στο μέλλον λαμβάνονται εκτός συνταγματικών διαδικασιών. Αυτές οι «καταστάσεις εξαίρεσης από το νόμο», οι «καταστάσεις πολιορκίας», ακόμη και οι ιδέες ορισμένων διανοουμένων για κόμματα έκτακτης ανάγκης και κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας, έχουν ρηγματώσει επικίνδυνα το σώμα της δημοκρατίας. Ας κρατάμε εναργή τη συνείδησή μας.

Το μεγάλο ρήγμα παραμένει ενεργό

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

Κάποτε έλεγαν πως όταν η Αμερική φταρνίζεται, ο κόσμος όλος παθαίνει πνευμονία. [Υπερεκμετάλευση σας λέει τίποτε καλά μου παπαγαλάκια] Στις μέρες μας αυτό δεν είναι και τόσο βέβαιο, αλλά όταν φταρνίζονται μαζί η Αμερική και η Κίνα, τότε ουδείς μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Κάτι παρόμοιο συνέβη το τελευταίο τριήμερο. Τα συμπτώματα ταυτόχρονης εξασθένισης της ανάπτυξης στις δύο μεγάλες χώρες μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα βαριά, αλλά επανέφεραν στο προσκήνιο την ανησυχία ότι τα χειρότερα, για την παγκόσμια οικονομία, ενδεχομένως δεν βρίσκονται πίσω μας.

Την Τετάρτη, το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας μειώθηκε, από 11,9% που ήταν κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010, σε 10,3%. Βεβαίως, ακόμη και το 10,3% αντιπροσωπεύει πυρετική μεγέθυνση, αν όμως ληφθεί υπ’ όψιν ότι η Κίνα, μαζί με την Ινδία και τη Βραζιλία, αποτελεί έναν από τους βασικούς κινητήρες της παγκόσμιας οικονομίας, η μείωση των «στροφών» της προκαλεί ανησυχία στις μητροπόλεις του Βορρά.

Πολύ περισσότερο εύθραυστη διαγράφεται η εικόνα της αμερικανικής οικονομίας. Η βιομηχανία λιμνάζει, η ιδιωτική κατανάλωση συρρικνώνεται, η αγορά κατοικίας ξαναπαίρνει την κατιούσα, οι κάνουλες της πίστωσης στεγνώνουν και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αναθεωρεί επί τα χείρω τις προβλέψεις της. Στις αναλύσεις των αγγλόφωνων εντύπων επανέρχονται οι δύο βασικοί φόβοι: η ύφεση σε σχήμα «W», όπου μετά τη σύντομη ανάκαμψη έρχεται το δεύτερο κύμα κρίσης και η καθήλωση σε παρατεταμένη περίοδο καχεκτικής ανάπτυξης, κατά το πρότυπο της ιαπωνικής «χαμένης δεκαετίας» του ’90.

«Πολλαπλές διαδικασίες είναι ενεργές», εκτιμά στη Le Monde ο οικονομολόγος Μισέλ Αγκλιετά, σύμβουλος του κέντρου Cepii και εξηγεί: «Η συρρίκνωση της πίστωσης στα νοικοκυριά, η πτώση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, η συσσώρευση χρεών του Δημοσίου, που προκαλούν πλειστηριασμούς λιτότητας. Εν ολίγοις, το κοκτέιλ που προκάλεσε τη διπλή ύφεση του 1932 και του 1937 στις ΗΠΑ ή εκείνο που βύθισε την Ιαπωνία στη στασιμότητα το 1997 εμφανίζεται και πάλι μπροστά μας».

Ο εύκολος στόχος της αντινεοφιλελεύθερης «αριστεράς λάιτ» είναι ο λεγόμενος «καπιταλισμός- καζίνο», η απληστία των golden boys, την οποία λίγο μετριάζει η μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την κυβέρνηση Ομπάμα. Ωστόσο, ο Ρόμπερτ Ράιχ, υπουργός Εργασίας επί Μπιλ Κλίντον, αναπτύσσει μια διαφορετική προσέγγιση στο περιοδικό Nation. Η κυριότερη, δομική αιτία της κρίσης, λέει ο Ράιχ, βρίσκεται στις διαρκώς αυξανόμενες ανισότητες. Ας τον ακούσουμε:

«Το 1928, το πλουσιότερο 1% των Αμερικανών καρπώθηκε το 23,9% του συνολικού εθνικού εισοδήματος». Ακολούθησαν η κατάρρευση του 1929-’33 και το New Deal του Ρούζβελτ. «Στη συνέχεια, το μερίδιο του πλουσιότερου 1% κινούνταν διαρκώς σε καθοδική τροχιά? μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου είχε έφτασε να περιοριστεί στο 8%. Από εκεί και πέρα, η ανισότητα άρχισε να ανεβαίνει και πάλι. Το 2007, το πλουσιότερο 1% είχε επιστρέψει στα επίπεδα του 1928, για την ακρίβεια καρπωνόταν το 23,5% του εθνικού πλούτου». Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «Και οι δύο καταρρεύσεις, του 1929 και του 2008, ήρθαν ένα χρόνο ύστερα από το ζενίθ της οικονομικής ανισότητας».

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγο και πρώην επικεφαλής των οικονομολόγων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ραγουράμ Ρατζάν. Σε πρόσφατο βιβλίο του, θεωρεί τη συμπίεση των μισθών, προς όφελος των κερδών, ως ένα από τα πιο επικίνδυνα «ενεργά ρήγματα της παγκόσμιας οικονομίας», αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «από κάθε δολάριο αύξησης του εθνικού εισοδήματος που προέκυψε ανάμεσα στο 1976 και το 2007, τα 58 σεντς πήγαν στο 1% των πλουσιότερων νοικοκυριών».
Αμφότεροι οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η υπερχρέωση των νοικοκυριών μέσω της τραπεζικής πίστης ήταν το αναγκαίο υποκατάστατο των ακρωτηριασμένων μισθών, ώστε να συντηρηθεί η κατανάλωση και να μην καταρρεύσει το σύστημα.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι χρηματοπιστωτικές «φούσκες» ήταν το σύμπτωμα, ενώ το κρυμμένο μυστικό της κρίσης βρίσκεται στην υπερεκμετάλλευση. Σε μια αποστροφή που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί και για την Ελλάδα, ο Ράιχ λέει: «Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο τυπικός Αμερικανός ξόδευε πέραν των δυνατοτήτων του. Ηταν ότι οι δυνατότητές του δεν αναπτύσσονταν όσο θα μπορούσαν και θα έπρεπε να αναπτυχθούν, βάσει της αυξανόμενης παραγωγικότητας της οικονομίας».

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ