Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΕΝΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΕΕ του IGNACIO RAMONET* Πηγή www.iskra.gr:

Ακόμη και οι πλέον μακάριοι ευρωπαϊστές το επαναλαμβάνουν κατά βούληση: αν δεν τακτοποιήσουμε το ευρώ, λένε, οι συνέπειες της κρίσης θα είναι πολύ χειρότερες.

Θεοποιούν ένα ευρώ «δυνατό και προστατευτικό». Είναι το δόγμα τους και το υπερασπίζονται φανατικά. Πρέπει όμως να εξηγήσουν στους Ελληνες (και στους Ιρλανδούς, τους Πορτογάλους, τους Ισπανούς, τους Ιταλούς και τους τόσους άλλους ευρωπαίους πολίτες που πλήττονται από τις πολιτικές λιτότητας) ποιες θα είναι αυτές οι «πολύ χειρότερες συνέπειες»... Κοινωνικά, η κατάσταση δεν είναι ήδη ανυπόφορη; Δεν νιώθουμε να διογκώνεται, στους κόλπους της ευρωζώνης, μια όλο και πιο ριζοσπαστική εχθρότητα απέναντι στο ενιαίο νόμισμα, αλλά και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση;

Οι αγανακτισμένοι πολίτες δεν στερούνται επιχειρημάτων. Διότι το ευρώ, νόμισμα 17 κρατών και των 330 εκατομμυρίων κατοίκων τους, αποτελεί πράγματι εργαλείο στην υπηρεσία ενός πολύ συγκεκριμένου στόχου: την εδραίωση των τριών δογμάτων πάνω στα οποία είναι θεμελιωμένη η Ε.Ε.: σταθερότητα τιμών, ισοσκελισμός προϋπολογισμών και ενίσχυση του ανταγωνισμού. Καμία κοινωνική μέριμνα, καμία δέσμευση για μείωση της ανεργίας, μηδενική βούληση για εγγύηση της ανάπτυξης και, φυσικά, ούτε καν η ελάχιστη διάθεση υπεράσπισης του κράτους πρόνοιας, το αντίθετο.

Με αφετηρία την τρέχουσα κρίση, οι άνθρωποι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι οι κανόνες της Ε.Ε., όπως και εκείνοι του ευρώ, υπήρξαν τα δύο δολώματα που τους έκαναν να πέσουν σε μια νεοφιλελεύθερη παγίδα. Βρίσκονται πλέον αιχμάλωτοι των αγορών, όπως ξεκάθαρα το θέλησαν οι πολιτικοί ηγέτες (τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς) που, εδώ και τρεις δεκαετίες, οικοδομούν την Ε.Ε.

Η έλλειψη ισχύος των πολιτικών ηγετών και η ανεξαρτησία της ΕΚΤ από τα κράτη-μέλη είναι εν μέρει υπεύθυνα για την αδυναμία εκ μέρους της Ευρώπης να επιλύσει το δράμα του ελληνικού χρέους. Ο άλλος λόγος είναι ότι, παρά τη φαινομενική ενότητά της, η Ε.Ε. (και συγκεκριμένα η ευρωζώνη) είναι βαθιά διχασμένη, σε δύο σχεδόν ασυμβίβαστα στρατόπεδα. Από τη μία, η Γερμανία και η ζώνη επιρροής της (Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Αυστρία και Φιλανδία), από την άλλη, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα.

Η προέλευση του ελληνικού χρέους (όπως και του χρέους των υπόλοιπων «περιφερειακών» χωρών) είναι πια γνωστή. Οταν η Ελλάδα έγινε δεκτή στους κόλπους της ευρωζώνης, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι διεθνείς επενδυτές θεώρησαν αμέσως ότι η χώρα παρουσίαζε, παρά την προφανώς εύθραυστη κατάστασή της και τους περιορισμένους πόρους της, όλα τα εχέγγυα ώστε να λάβει μαζικές και φθηνές πιστώσεις(1). Στην Αθήνα έπεφταν βροχή προτάσεις χρηματοδότησης με αστεία επιτόκια. Προερχόμενες ιδίως από γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, που πίεζαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να χρεωθούν, με μικρό κόστος και σε βάθος χρόνου, κυρίως προκειμένου να αγοράσουν γερμανικό και γαλλικό πολεμικό υλικό(2)...

Οταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση των «τοξικών ομολόγων» του 2008, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχασαν πολύ σύντομα τη ρευστότητά τους και μείωσαν δραστικά τις πιστώσεις, κάτι που απειλούσε να προκαλέσει ασφυξία στο σύνολο της οικονομίας. Προκειμένου να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τα κράτη αποφάσισαν να βοηθήσουν μαζικά τις τράπεζες δανειζόμενα από τις διεθνείς αγορές (εφόσον η ΕΚΤ τούς αρνείται). Οι οίκοι αξιολόγησης τιμωρούν την υπερχρέωση, ενώ ταυτόχρονα εκρήγνηνται τα επιτόκια δανεισμού των πιο χρεωμένων κρατών...

Το ελληνικό χρέος είναι καθεαυτό ασήμαντο, αν θυμηθούμε ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας αντιπροσωπεύει λιγότερο του 3% του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης. Από τεχνική άποψη, το πρόβλημα θα μπορούσε να έχει διευθετηθεί εδώ και έναν χρόνο χωρίς δυσκολία. Ομως η γερμανική συντηρητική κυβέρνηση, που τότε βρισκόταν αντιμέτωπη με δύσκολες τοπικές εκλογές (τις οποίες τελικά έχασε), εκτίμησε ότι δεν θα ήταν «ηθικά» σωστό οι Ελληνες, κατηγορούμενοι για «διαφθορά» και «τεμπελιά», να ξεμπερδέψουν τόσο εύκολα. Επρεπε λοιπόν να τιμωρηθούν, ώστε να μην βρει μιμητές το κακό παράδειγμά τους.

Μια πολύ γοργή προσφορά βοήθειας στην Αθήνα, διακήρυσσε η Αγκελα Μέρκελ, «θα προκαλούσε αρνητικές συνέπειες, καθώς και άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες θα έπαυαν να κάνουν προσπάθειες»(3). Μια καθυστέρηση από την οποία επωφελήθηκαν οι αγορές, προσελκυσμένες από την ευρωπαϊκή διχογνωμία, προκειμένου να επιτεθούν στην Ελλάδα. Τελικά, το Βερολίνο κατέληξε στην αποδοχή ενός πρώτου (και ατελούς) σχεδίου βοήθειας, υπό μία προϋπόθεση: να συνεργαστεί σε αυτό και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Γιατί; Κατ' αρχάς, επειδή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν διαθέτουν στο οπλοστάσιό τους έναν αρκετά αυστηρό «εκτελεστή» που να εκφοβίζει τα κράτη. Και στη συνέχεια επειδή, εδώ και σαράντα χρόνια, ειδίκευση του ΔΝΤ είναι η απαίτηση εφαρμογής αντικοινωνικών πολιτικών μέτρων εκ μέρους των χρεωμένων κρατών. Οι συνταγές του (που εφαρμόστηκαν χωρίς έλεος στη Λατινική Αμερική κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980) είναι πάντοτε οι ίδιες: αύξηση των φόρων κατανάλωσης, βάναυσες μειώσεις των δημόσιων δαπανών, άκαμπτος έλεγχος των μισθών, μαζικές ιδιωτικοποιήσεις(4)...

Η κυβέρνηση Παπανδρέου εξαναγκάστηκε λοιπόν να δεχθεί ένα βάναυσο σχέδιο προσαρμογής, το οποίο αρνήθηκαν οι εξεγερμένοι πολίτες. Ομως στα μάτια των αγορών το κακό είχε γίνει. Διότι η υπόθεση αυτή αποδείκνυε, μία ακόμη φορά, το προφανές: ότι τα ανακλαστικά της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι υπερβολικά αργά, ενώ εκείνα των αγορών είναι άμεσα. Οι κερδοσκόποι αντιλήφθηκαν πως η Ευρωπαϊκή Ενωση παρέμενε ένας γίγαντας χωρίς πολιτικό εγκέφαλο και πως το ευρώ δεν ήταν παρά ένα «ισχυρό νόμισμα» με ασθενή δόμηση (δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα στην ιστορία ενός νομίσματος που δεν πλαισιωνόταν από μια πολιτική αρχή). Οι αγορές κατόπιν επιτέθηκαν στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, οι κυβερνήσεις των οποίων έσπευσαν να επιβάλουν στο εσωτερικό τους τις αντιδημοφιλείς συνταγές του ΔΝΤ...

Ετσι, σε ολόκληρη την Ευρώπη εξαπλώνεται το «δόγμα της εκτεταμένης λιτότητας», το οποίο οι προπαγανδιστές του παρουσιάζουν ως ένα είδος οικονομικού ελιξιρίου διά πάσα νόσο, ενώ παντού προκαλεί τρομερές κοινωνικές συμφορές. Ακόμη χειρότερα, οι πολιτικές δημοσιονομικής αυστηρότητας επιτείνουν την κρίση, στραγγαλίζουν τις επιχειρήσεις κάθε μεγέθους αυξάνοντας το κόστος δανεισμού και ενταφιάζουν κάθε προοπτική γρήγορης ανάκαμψης της οικονομίας. Παρασύρουν τα κράτη σε μια καθοδική πορεία αυτοκαταστροφής, τα έσοδά τους μειώνονται, η ανάπτυξη βαλτώνει, η ανεργία αυξάνεται, οι επιζήμιοι οίκοι αξιολόγησης κατεβάζουν τις βαθμολογήσεις τους, τα επιτόκια του δημοσιονομικού χρέους αυξάνονται, η γενική κατάσταση επιδεινώνεται και οι χώρες ζητούν επιπλέον βοήθεια(5)... Τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιρλανδία και η Πορτογαλία -οι τρεις μόνες χώρες που δέχονται βοήθεια από την Ε.Ε. και από το ΔΝΤ- ωθήθηκαν σε αυτή την τρομερή κατηφόρα.

Το Σύμφωνο του Ευρώ, που προτάθηκε τον Μάιο, επιδεινώνει τα πράγματα. Διότι στην πραγματικότητα αποτελεί ένα επιπλέον στρίψιμο της βίδας με σκοπό την ενίσχυση της λιτότητας. Προβλέπει περισσότερη «ανταγωνιστικότητα», ακόμη περισσότερες μειώσεις των δημόσιων δαπανών, νέα μέτρα «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και τιμωρεί κυρίως -ακόμη μία φορά- τους μισθωτούς. Απειλεί επίσης να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη που δεν θα σεβαστούν το Σύμφωνο Σταθερότητας(6). Και προτείνει έως και να θέσει υπό κηδεμονία το δημόσιο χρέος, να περιορίσει δηλαδή την εθνική κυριαρχία. «Οι χώρες της Ευρώπης πρέπει να αφήνονται λιγότερο ελεύθερες να δημιουργούν χρέος» δήλωσε λόγου χάρη ο Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, μέλος του διευθυντηρίου της ΕΚΤ. Μερικοί ευρωκράτες πάνε πιο μακριά: προτείνουν την ανάκληση της ευθύνης της διαχείρισης των ίδιων των δημόσιων οικονομικών της από κάθε κυβέρνηση που δεν σέβεται το Σύμφωνο Σταθερότητας...

Ολα αυτά είναι παράλογα και δυσοίωνα. Εχουν ως κατάληξη μια εκπτωχευμένη ευρωπαϊκή κοινωνία προς όφελος των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρήσεων και της διεθνούς κερδοσκοπίας. Προς το παρόν, οι δικαιολογημένες διαμαρτυρίες των ευρωπαίων πολιτών έχουν ως στόχο τους ίδιους τους κυβερνήτες τους, τα πειθήνια ανδρείκελα των αγορών. Πότε θα αποφασίσουν να εστιάσουν την οργή τους εναντίον του πραγματικού υπευθύνου, δηλαδή του συστήματος, που δεν είναι άλλο από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση;

1. Χάρη σε μια απατηλή αποτίμηση της οικονομικής κατάστασής της με την τεχνική βοήθεια της αμερικανικής τράπεζας Γκόλντμαν Σακς.

2. Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων στην Ε.Ε. Το ελληνικό κράτος αφιερώνει στον τομέα της άμυνας (εξαιτίας της αντιπαλότητας με την Τουρκία) το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ εντός Ε.Ε.

3. «El Pais», Μαδρίτη, 18 Ιουλίου 2011.

4. Διαβάστε: Philippe Askenazy, «L'austerite imposee a la Grece, de Charybde en Scylla», «Le Monde», Παρίσι, 19 Ιουλίου 2011.

5. Ανακοινωμένο στις 21 Ιουλίου, το νέο σχέδιο βοήθειας στην Ελλάδα έγινε αποδεκτό με ανακούφιση από τα φιλελεύθερα ΜΜΕ. Είναι λοιπόν καταδικασμένο να αποτύχει. Οι αγορές και τα κερδοσκοπικά και τοκογλυφικά κεφάλαια μύρισαν αίμα και δεν θα σταματήσουν σύντομα τις επιθέσεις τους.

6. Θέτει όριο 3% του ΑΕΠ για τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και 60% του ΑΕΠ για το δημόσιο χρέος.

*Δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 14 Αυγούστου 2011.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Αξιοπιστία, θράσος και το χρέος, του Paul Krugman Πηγή: tvxs.gr

Για να καταλάβετε τον σάλο για την απόφαση του οίκου αξιολόγησης Standard & Poor's να υποβαθμίσει το κυβερνητικό χρέος των ΗΠΑ, πρέπει να έχετε στο νου σας δύο φαινομενικώς (αλλά όχι στην πραγματικότητα) αντιφατικά ζητήματα. Το πρώτο είναι ότι η Αμερική δεν είναι πλέον η σταθερή, αξιόπιστη χώρα που ήταν κάποτε. Το δεύτερο είναι ότι ο ίδιος ο οίκος S. & P. έχει ακόμη μικρότερη αξιοπιστία απ΄ όση έχει η Αμερική. Είναι το τελευταίο σημείο στο οποίο θα έπρεπε να στραφούμε για μια ορθή κρίση σχετικά με τις προοπτικές του έθνους μας.

Ας αρχίσουμε με την έλλειψη αξιοπιστίας του S. & P.'s. Αν υπάρχει μια λέξη που περιγράφει καλύτερα την απόφαση του οίκου αξιολόγησης να υποβαθμίσει την Αμερική, είναι το θράσος - όπως ορίζεται παραδοσιακά με το παράδειγμα του νεαρού που πρώτα δολοφονεί τους γονείς του και μετά ζητάει επιείκεια από το δικαστήριο επειδή «είναι ορφανός».

Το μεγάλο έλλειμμα στον προϋπολογισμό της Αμερικής είναι κυρίως αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Και ο S. & P., μαζί με τους αδελφούς οίκους αξιολόγησης, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρόκληση αυτής της κρίσης, αξιολογώντας με AAA ενυπόθηκα δάνεια τα οποία εξελίχθηκαν σε τοξικά σκουπίδια.

Μάλιστα η κακή κρίση δεν τελείωσε εκεί. Είναι διαβόητο ότι ο S. & P. αξιολογούσε την Lehman Brothers, η κατάρρευση της οποίας προκάλεσε παγκόσμιο πανικό, με Α μέχρι τον μήνα του θανάτου της. Και πώς αντέδρασε ο οίκος αξιολόγησης μετά την χρεοκοπία αυτής της εταιρείας την οποία είχε αξιολογήσει τόσο θετικά ; Εκδίδοντας μια έκθεση στην οποία διέψευδε ότι είχε κάνει το παραμικρό λάθος.

Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι εκφέρουν τώρα κρίσεις για την αξιοπιστία της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής;

Περιμένετε, το πιο κάτω είναι καλύτερο. Προτού υποβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ, ο S. & P. έστειλε μια προκαταρκτική περίληψη της έκθεσης στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Οι αξιωματούχοι εκεί βρήκαν γρήγορα ένα σφάλμα 2 τρις. δολαρίων στους υπολογισμούς του S. & P. s'. Και το σφάλμα ήταν του είδους που αποκλείεται να έκανε κάποιος επαγγελματίας, ειδικός στους προϋπολογισμούς. Μετά από συζητήσεις, ο S. & P. παραδέχθηκε ότι είχε κάνει λάθος - και υποβάθμισε την Αμερική ούτως ή άλλως, αφού διέγραψε ένα μέρος της οικονομικής ανάλυσης από την έκθεσή του.

Οπως θα εξηγήσω αμέσως, τέτοιες εκτιμήσεις για τον προϋπολογισμό δεν πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ' όψιν σε κάθε περίπτωση. Γενικότερα, οι οίκοι αξιολόγησης δεν μας έχουν δώσει λόγους για να λαμβάνουμε σοβαρά υπ' όψιν τις κρίσεις τους. Είναι αλήθεια ότι υποβαθμίζουν κράτη λίγο προτού χρεοκοπήσουν. Αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις, οι οίκοι απλώς ακολουθούν τις αγορές.

Και σε αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις όπου οι οίκοι υποβάθμισαν χώρες που, όπως τώρα οι ΗΠΑ, χαίρουν ακόμη της εμπιστοσύνης των επενδυτών, οι οίκοι έκαναν λάθος. Παράδειγμα η Ιαπωνίας, που υποβαθμίστηκε από τον S. & P. το 2002. Ε, λοιπόν, εννέα χρόνια μετά η Ιαπωνία δανείζεται ακόμη ελεύθερα και φθηνά. Και την περασμένη Παρασκευή το επιτόκιο για τα δεκαετή ιαπωνικά ομόλογα ήταν μόλις 1%.

Βεβαίως η Αμερική έχει μεγάλα προβλήματα. Ομως ελάχιστη σχέση έχουν με την βραχυπρόθεσμη ή ακόμη και με την μεσοπρόθεσμη αριθμητική του προϋπολογισμού. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί ανέτως να δανείζεται για να καλύπτει το τρέχον έλλειμμα. Είναι αλήθεια ότι συσσωρεύουμε χρέος, για το οποίο θα πρέπει κάποια στιγμή να πληρώσουμε επιτόκια. Αλλά αν κάνετε τους υπολογισμούς, θα ανακαλύψετε ότι ακόμη και πολύ μεγάλα ελλείμματα τα επόμενα χρόνια θα έχουν ελάχιστες συνέπειες στη δημοσιονομική βιωσιμότητα των ΗΠΑ.

Οχι, αυτό που κάνει την Αμερική να φαίνεται αναξιόπιστη δεν είναι η αριθμητική του προϋπολογισμού, αλλά η πολιτικές επιλογές. Και παρακαλώ, μην αρχίσουμε τις συνηθισμένες διακηρύξεις ότι φταίνε και οι δύο πλευρές. Τα προβλήματά μας είναι σχεδόν εξολοκλήρου μονόπλευρα: τα προκαλεί η άνοδος μιας εξτρεμιστικής Δεξιάς που είναι πρόθυμη να δημιουργήσει επανειλημμένες κρίσεις παρά να κάνει τον ελάχιστο συμβιβασμό στις απαιτήσεις της.

Το πραγματικό ερώτημα που αντιμετωπίζει η Αμερική, ακόμη και με καθαρά δημοσιονομικούς όρους, δεν είναι αν θα κόψουμε ένα τρισ. από τα ελλείμματα. Είναι αν μπορούν να ηττηθούν και να μπουν στο περιθώριο οι εξτρεμιστές που μπλοκάρουν κάθε είδους υπεύθυνη πολιτική επιλογή.

*Άρθρο του Paul Krugman για τους New York Times