Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Εξορκίζουν το φάντασμα του λαϊκισμού, Του Πετρου Παπακωνσταντινου. Aναδημοσίευση από το tvxs.gr

Οι ευρωπαϊκές ελίτ στιγματίζουν ως λαϊκίστικη οποιαδήποτε εναλλακτική πολιτική, ενώ λιπαίνουν το έδαφος στην Aκροδεξιά

«Οποιος καυτηριάζει τα προνόμια της ολιγαρχίας, την αυξανόμενη αισχροκέρδεια των ηγετικών τάξεων, τα δώρα στις τράπεζες, την απελευθέρωση των αγορών, τον ακρωτηριασμό των μισθών με πρόσχημα την ανταγωνιστικότητα, καταγγέλλεται ως «λαϊκιστής», που «παίζει το παιχνίδι της ακροδεξιάς»». Η διαπίστωση υπογράφεται από τον διευθυντή της γαλλικής πολιτικής επιθεώρησης Le Monde Diplomatique, Σερζ Αλιμί, αλλά ισχύει εξίσου για την Ελλάδα, την Ισπανία ή οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, όπου οι κοινωνικές αντιδράσεις στην εξοντωτική λιτότητα συναντούν πανομοιότυπες εκστρατείες ιδεολογικού στιγματισμού.

Να προστατέψουμε τις ελίτ, που κινδυνεύουν να λιντσαριστούν από τον μανιακό όχλο - ιδού η άρρητη αξίωση που εξελίσσεται σε έμμονη ιδέα, ιδιαίτερα μετά την εξέγερση των «Αγανακτισμένων». Προανάκρουσμα υπήρξε η ενστικτώδης αλληλεγγύη των κυρίαρχων ευρωπαϊκών κύκλων στον Ντομινίκ Στρος - Καν. Αίφνης, ο γνωστός αναλυτής Ντομινίκ Μοϊζί κατήγγειλε, από τις στήλες της International Herald Tribune τη «βία της εξισωτικής, αμερικανικής δικαιοσύνης», για να προσθέσει ότι «τα αισθήματα εναντίον των ελίτ, που θρέφονται από αυτό το σκάνδαλο, είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τις πιθανότητες επιτυχίας του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου στις προσεχείς εκλογές».

«Χαρισματικός»
Ω, πόσο ευαίσθητη, δημοκρατική, εκλεπτυσμένη σκέψη! Βεβαίως ο κ. Στρος - Καν εισέπραττε, ως διευθυντής του ΔΝΤ, 420.930 δολάρια (αφορολόγητα!) για να εκπονεί προγράμματα συρρίκνωσης μισθών και συντάξεων των 700 ευρώ. Ο ίδιος άνθρωπος καταλύει σε σουίτα που κοστίζει 3.000 δολάρια το βράδυ - με φουαγιέ, αίθουσα συσκέψεων και σαλόνι, πλην της κρεβατοκάμαρας και του μπάνιου. Αλλά όταν η αμερικανική δικαιοσύνη τον συλλαμβάνει με τη βαρύτατη κατηγορία του βιασμού μιας καμαριέρας, ο πολίτης οφείλει να ταυτιστεί ψυχικά με αυτόν τον «χαρισματικό», όπως ακούγεται, αξιωματούχο, διαφορετικά θα είναι ένας κοινός λαϊκιστής, που παρασύρεται από τα σκοτεινά ένστικτα του χύδην όχλου και παίζει το παιχνίδι της Λεπέν ή του Καρατζαφέρη!

Δεν είναι η πρώτη φορά που το φάντασμα του λαϊκισμού εγκαθίσταται πάνω από τη γηραιά ήπειρο. Το πρώτο κύμα ήρθε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μετά τη δημοκρατική, «ηπειρωτική» επανάσταση του 1848 - 1849 και την πρώτη σοσιαλιστική εξέγερση, την Παρισινή Κομμούνα (1871), που εγκατέστησαν στη συλλογική συνείδηση των ανώτερων τάξεων τον «μεγάλο φόβο» (la grande peur) των λαϊκών μαζών. Το πολύκροτο βιβλίο του Γκιστάβ Λε Μπον «Το Πλήθος» αποτέλεσε την πολιτική Βίβλο του κατεστημένου που αντιμετώπιζε την εξέγερση σαν ψυχοπαθολογική εκτροπή των μαζών και αναζητούσε τρόπους δημιουργίας ενός ασηπτικού πολιτικού περιβάλλοντος, όπου οι «ειδικοί», οι «άριστοι», αυτοί «που ξέρουν καλύτερα», θα παίρνουν τις σωστές αποφάσεις. Το φάντασμα των «επικίνδυνων τάξεων» επανέρχεται στον μεσοπόλεμο, στον απόηχο της Ρωσικής Επανάστασης και της ανόδου του φασισμού, με εμβληματικό έργο την «Εξέγερση των Μαζών», του Ισπανού Ορτέγκα Υ Γκασέτ.

Σήμερα φαίνεται ότι ζούμε το τρίτο κύμα αυτού του φαινομένου. Αυτό που ο Αμερικανός αναλυτής Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου) ονομάζει «παγκόσμια αφύπνιση των μαζών», τρομάζει τις διευθύνουσες ελίτ της Ευρώπης, οι οποίες, από το Μάαστριχτ και μετά, έχουν μετατρέψει τη λιτότητα σε διά βίου οικονομικό σύνταγμα. Οι «ειδικοί» της Κομισιόν ξέρουν καλύτερα και η δημοκρατία εκφυλίζεται σε απλή νομιμοποίηση των προαποφασισμένων - γι' αυτό όποτε οι Γάλλοι, οι Ιρλανδοί ή οι Ολλανδοί ψηφίζουν «λάθος» στο όποιο δημοψήφισμα, καλούνται να προσέλθουν εκ νέου στις κάλπες μέχρις ότου ψηφίσουν, επιτέλους, «σωστά». Το ίδιο το εθνικό κράτος εμφανίζεται ως ενοχλητικός αρχαϊσμός, αγκάθι στα πλευρά των υπερεθνικών ελίτ. Ο Γάλλος τραπεζίτης Μαξάνς Μπισού μας το είπε φόρα - παρτίδα με άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde, απ' όπου και το απόσπασμα:

«Από την εποχή του Καρλομάγνου, οι πιθανές λύσεις ταλαντεύονται μεταξύ δύο πόλων: Αυτοκρατορία ή κυρίαρχα έθνη - κράτη… Η Ευρωπαϊκή Ενωση αντιπροσωπεύει μια ιστορική απόπειρα επίλυσης αυτής της αντίθεσης μεταξύ ενότητας και ελευθερίας - μια δημοκρατική αυτοκρατορία, αποτέλεσμα εθελοντικής και ειρηνικής υπέρβασης των εθνών. Η σημερινή κρίση φανερώνει τις δυσκολίες αυτού του σχεδίου. Για τους Ελληνες η Ευρωπαϊκή Ενωση εμφανίζεται ως νεκροθάφτης της δημοκρατίας. Για τους Γερμανούς, ως όργανο μιας αλληλεγγύης που θα επιβληθεί εκ των άνω». Το συμπέρασμα της ανάλυσης είχε ήδη συμπυκνωθεί στον τίτλο του άρθρου: «Η επιλογή της Ελλάδας: Αυτοκρατορία ή Θάνατος»!

Προς άγραν ψήφων
Η ωμότητα των υπερεθνικών ελίτ θρέφει την «εθνικολαϊκή» ακροδεξιά, η οποία επιχειρεί, όχι χωρίς επιτυχίες σε σειρά χωρών, να καλύψει το κενό πολιτικής εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων, που ανοίγει η νεοφιλελεύθερη συναίνεση Κεντροδεξιάς - Κεντροαριστεράς. Με σύνθημα «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά - στα κοινωνικά θέματα αριστεροί, στα εθνικά δεξιοί», το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο επιχειρεί να εμφανιστεί ως «κόμμα εναντίον των κομμάτων», εκπρόσωπος των «απλών ανθρώπων», ενάντια στο «σύστημα». Την ίδια λογική ακολουθεί το ιταλικό, μεταφασιστικό MSI με σημαία τον «τρίτο δρόμο», όπως και ο ελληνικός ΛΑΟΣ.

Ωστόσο, οι τελευταίοι που νομιμοποιούνται να μιλούν για τον κίνδυνο του ακροδεξιού λαϊκισμού είναι τα κόμματα εξουσίας, τα οποία λιπαίνουν το έδαφος για την ανάπτυξή του: Πρώτα απ' όλα, γιατί η αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού που συνεπάγονται οι πολιτικές τους (ανεργία, εγκληματικότητα, καταστροφή μικρών επιχειρήσεων) διευρύνει καθημερινά το «θυμωμένο κοινό» μιας μικροαστικής τάξης που παθαίνει αμόκ και είναι εύκολο να βρει αποδιοπομπαίους τράγους στους μετανάστες και τους «κλέφτες πολιτικούς».

Επειτα, γιατί είναι το ίδιο το «δημοκρατικό Κέντρο» που νομιμοποιεί τον πολιτικό λόγο της ακροδεξιάς προς άγραν ψήφων: Σαρκοζί και Μπερλουσκόνι διαγωνίζονται στο σαφάρι μεταναστών και τσιγγάνων, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ προτείνει στρατόπεδα εγκλεισμού ανήλικων παραβατών υπό στρατιωτική διοίκηση και ο Παπανδρέου φτιάχνει τείχος στον Εβρο. Ας αφήσουμε που, όσο αγριεύει η κοινωνική ατμόσφαιρα τόσο η «χρησιμότητα» της λαϊκιστικής ακροδεξιάς αναβαθμίζεται στα μάτια των ελίτ: Μήπως δεν ήταν ο Μπερλουσκόνι που έβαλε τους μεταφασίστες και τους ρατσιστές της Λέγκας του Βορρά στην κυβέρνηση; ΄Η μήπως δεν ήταν ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς εκείνος που, από το Βήμα της Βουλής των Ελλήνων, εξήρε την «υπεύθυνη και πατριωτική στάση του ΛΑΟΣ» και τη στήριξη του Μνημονίου από τον κ. Καρατζαφέρη;

Ιnfo
- Ernesto Laclau, «OPopulist Reason», Verso, 2007.
- Ζαν - Ζακ Ρουσό, «Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους», Σύγχρονη Εποχή, 1992.
- Serge Halimi, «Uraisonnement de fou», Le Monde Diplomatique, Jui2011.
- Olivier Ferrand, «Gauche: D'une strategie de classe a une strategie de valeurs», Le Monde, 09.06.2011.

Του Πετρου Παπακωνσταντινου στην Καθημερινή της 19/6/2011

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Συνέντευξη του Στέφανου Τζουμάκα στον ραδιοφωνικό σταθμό flash 96

Η συνέντευξη που παραχώρησε ο Στέφανος Τζουμάκας στην εκπομπή 12:30-14:00 με τον Αντώνη Κοκορίκο την Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011. Ακουστε τη συνέντευξη κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο.

H συνέντευξη εδώ ...

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Μια αντίθετη άποψη για το Κίνημα των Αγανακτισμένων. "Γιατί δεν υποστηρίζω το κίνημα των Αγανακτισμένων" Blog Radical Desire.

Αν και ο τίτλος του κειμένου αυτού πιθανό να δηλώνει σε αρκετούς καβαλημένο καλάμι (αρκετά δικαιολογημένα), ωστόσο θα πρέπει να διευκρινήσω ότι στόχος του είναι να δηλώσει ευθέως μια πολιτική τοποθέτηση με τρόπο ο οποίος να διαλύει τα όποια περιθώρια ασάφειας και αμφιβολίας, μιας και στις τελευταίες δύο περίπου εβδομάδες είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πολλές φορές μια έντονη απογοήτευση ή και θυμό με την άρνησή μου να υπερθεματίσω τις εν λόγω κινητοποιήσεις. Κατανοώ σε ένα σημαντικό βαθμό αυτή την απογοήτευση, εφόσον οι θέσεις του Radical Desire διαχρονικά οδήγησαν αρκετούς --ένθεν κακείθεν-- στο συμπέρασμα ότι το ιστολόγιο ταυτίζεται άμεσα και αυτόματα με κάθε κινητοποίηση η οποία φαίνεται να συγκινεί ή να ενθουσιάζει την ευρύτερη αριστερά -- ανεξαρτήτως του πόσο "αριστερά" τυχαίνει να βρίσκεται η δεύτερη σε σχέση με τις υπόλοιπες πολιτικές τάσεις και δυνάμεις.
Δεν είναι όμως έτσι. Το ιστολόγιο στήριξε και υπερασπίστηκε συγκεκριμένες κινητοποιήσεις και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες με βάση μια σειρά από κριτήρια. Σε προηγούμενες περιστάσεις δεν δημιουργήθηκε η ανάγκη να διατυπωθούν ρητά τα κριτήρια αυτά. Η τωρινή όμως περίσταση κάνει τη διαύγαση των κριτηρίων που εμπλέκονται καθήκον επιτακτικό. Και έτσι, χάριν διαφάνειας στις σχέσεις μου με τους αναγνώστες του ιστολογίου, κρίνω απαραίτητο να τοποθετηθώ με τρόπο σαφή, ανεξάρτητα από το όποιο κόστος της τοποθέτησής μου σε δημοφιλία, "εναλλακτικό" κύρος ή αίγλη, ή αναγνωσιμότητα.
Γιατί λοιπόν δεν στηρίζω το κίνημα των αγανακτισμένων, παρά την ευρεία του αποδοχή στους κόλπους της ελληνικής αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής;
1. Από όλες τις έως τώρα ενδείξεις, έχω καταλήξει ότι το κίνημα είναι κυρίαρχα και εμφαντικά μικροαστικού χαρακτήρα. Χρειάζεται εδώ άμεσα μια διευκρίνηση: με αυτό δεν εννοώ ότι η αντικειμενική ταξική θέση της πλειοψηφίας των εμπλεκομένων είναι μικροαστική. Πιθανόν αυτή να είναι η αντικειμενική ταξική θέση της πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών. Εννοώ ότι η ταξική συνείδηση, ο κυρίαρχος ιδεολογικός προσανατολισμός του κινήματος είναι μικροαστικός. Και αυτό επειδή κατά τη δική μου αντίληψη και κρίση το κίνημα των "αγανακτισμένων" δεν περιέχει ως τα τώρα καμία ξεκάθαρη και ρητή πρόθεση για ρήξη με τις σχέσεις παραγωγής που ονομάζουμε καπιταλιστικές, αλλά αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση έκφραση μιας επιθυμίας για την εξυγίανση υπάρχοντων πολιτικών και οικονομικών θεσμών μέσα στα πλαίσια του εγχώριου και διεθνούς συστήματος καπιταλισμού και αστικής δημοκρατίας. Δομικά, αυτό σημαίνει ένα πράγμα, παρά τις ρητές δηλώσεις του κινήματος περί αυτενέργειας και αυτοδιάθεσης: την αναμονή ενός σωτήρα ή προστάτη που θα διορθώσει τα πράγματα, που θα εξευμενίσει τις θηριώδεις διαθέσεις του διεθνούς κεφαλαίου χωρίς να καταργήσει τον ίδιο τον καπιταλισμό -- η συνταγή του εγχώριου μικροαστικού φλερτ με τον βοναπαρτισμό, όπως αυτός αναλύθηκε εμβληματικά στην 18η Μπρυμαίρ του Καρλ Μαρξ.
2. Μια δεύτερη όμως διευκρίνηση είναι επίσης αναγκαία: δικαιολογείται, από μαρξιστική σκοπιά (και αυτή, πρέπει να επαναλάβω, είναι η δική μου σκοπιά), η απόρριψη ενός κινήματος στην βάση του ότι η κυρίαρχη ιδεολογική του κατεύθυνση είναι μικροαστική; Η απάντηση είναι όχι. Για να είσαι σε θέση να απορρίψεις, ως μαρξιστής πάντοτε, ένα τέτοιο κίνημα, πρέπει να ισχύουν επιπρόσθετες προϋποθέσεις. Ποιες είναι αυτές εν προκειμένω;
3. Η αντικειμενική μορφή της συγκυρίας, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί ως συγκυρία παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης χωρίς την ύπαρξη εδραιωμένης πολιτικο-οικονομικής εναλλακτικής με γεωπολιτικό αποτύπωμα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, τα φύσει ρεφορμιστικά αιτήματα της εγχώριας μικροαστικής ιδεολογίας δεν μπορούν να εκπληρωθούν· για να μιλήσουμε απλά και χοντροκομμένα, κανένα "αίτημα" της πλατείας δεν μπορεί να αυξήσει την παραγωγή, να μειώσει το έλειμμα, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να ανακόψει την ξέφρενη πορεία του χρέους, να αυξήσει τους μισθούς κλπ, εφόσον, ως ελάχιστη προϋπόθεση, δεν είναι επίσης αίτημα για την μετωπική ρήξη με την γεννεσιουργό αιτία της κρίσης, το σύνολο του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Τούτο βέβαια είναι πράγμα εξαιρετικά δύσκολο για μια χώρα όπως η Ελλάδα, μικρή, οικονομικά αδύναμη, και με παράδοση υποτέλειας και εξάρτησης (η οποία όμως όλως περιέργως γίνεται πλατιά αντιληπτή και καταγγέλεται μόνο όταν δεν υπάρχει πια η ευμάρεια που την νομιμοποιούσε προηγουμένως). Το ότι το κίνημα δεν αποπειράται να οργανώσει σε αυτή τη φάση μια τέτοια ρήξη είναι συνεπώς απολύτως κατανοητό· αυτό που δεν είναι ούτε κατανοητό ούτε αποδεκτό είναι ο εμμονικός μαξιμαλισμός του σε επίπεδο ρητορικής, ο οποίος επιμένει να δημιουργεί μια εικονική εντελώς κατάσταση βασισμένη σε twitter blurbs και τσιτάτα μισομασημένης μεταμαρξικής θεωρίας και να την θέτει κατόπιν ως αυταπόδεικτη και αντικειμενική πραγματικότητα.
4. Τι συμβαίνει όταν το πραγματικό ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο ρεφορμιστικών αιτημάτων --του οποίου η συνοπτική μορφή δεν είναι παρά αυτή του "καπιταλισμού με ανθρώπινο και δημοκρατικό πρόσωπο"-- δεν μπορεί να εκπληρωθεί με όρους συστήματος; Υπάρχουν δύο δυνατότητες: η πρώτη είναι η ριζοσπαστικοποίηση, η υπερκέραση δηλαδή του ρεφορμιστικού αιτήματος από ένα επαναστατικό. Σε αυτή την περίπτωση, ναι, δικαιολογείτα και ακόμα και επιτάσσεται η --παροδική, βέβαια-- συστράτευση του εργατικού κινήματος με το μικροαστικό και της μαρξιστικής θεωρίας με κάποιες από τις συγκυριακά επαναστατικές προτεραιότητες της αστικής. Τέτοιο σημάδι όμως δεν υπάρχει πουθενά στις ως τώρα κινητοποιήσεις. Αυτό που υπάρχει, αντίθετα, είναι μια φετιχοποίηση της θεσμικής μορφής της αμεσοδημοκρατίας, η οποία συνυπάρχει με μια ρητή και κάθετη εχθρότητα προς τις οργανωμένες και ρητά εκπεφρασμένες πολιτικές ιδεολογίες.
5. Η εχθρότητα αυτή έχει δύο συνεπαγωγές: πρώτον, κρατά την πολιτική διαδικασία μέσα σε αυστηρά περιχαρακωμένα φορμαλιστικά όρια, χωρίς να της επιτρέπει την δυναμική όσμωση με υπάρχοντες πολιτικούς (κόμματα) και κοινωνικούς (συνδικάτα, πρωτοβάθμια σωματεία) φορείς. Δεύτερον, δημιουργώντας εξαναγκαστικά ένα πολιτικό κενό, προσφέρει νομοτελειακά (το πολιτικό κενό πληρούται) άπλετο χώρο για την ανάπτυξη άλλων πολιτικών φορέων, πριμοδοτώντας αναπόφευκτα τους φορείς εκείνους που είτε λειτουργούν υπογείως και άρα αδιαφανώς, είτε αυτούς που δηλώνουν ρητά και σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι πολιτικοί φορείς, αλλά υπερπολιτικοί, συναινετικοί, υπερκομματικοί, απλά "εθνικοί" και "λαϊκοί". Η δράση των μεν είναι εξόχως αντιδημοκρατική (και βέβαια και αντι-ριζοσπαστική), διότι παραβιάζει την διαφανή και ρητή ιδεολογική συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία και δίνει πολύ μεγάλα περιθώρια στην χειραγώγηση της, καθώς και στην ιδεολογική απροσδιοριστία και καιροσκοπία. Η πριμοδότηση των δε είναι εξόχως επικίνδυνη, διότι καταλήγει αναγκαστικά και νομοτελειακά στην ενίσχυση μιας σειράς εθνικιστικο-σωβινιστικών υβριδίων, τα οποία βρίσκουν ένα άνετο ιδεολογικό "σπίτι" στην ιδέα ότι βρίσκονται πάνω από αλληλοσυγκρουόμενα ταξικά συμφέροντα και ανταγωνισμούς, αντικατοπτρίζοντας το αδιαφοροποίητο και ομόψυχο "έθνος."
6. Με δεδομένο το στοιχείο που ανέπτυξα κάτω από το σημείο #3, δηλαδή ότι το κυρίαρχο αίτημα είναι ρεφορμιστικό αλλά ταυτόχρονα συστημικά ανέφικτο, και με δεδομένη την εχθρότητα προς την αποδοχή πολιτικών προταγμάτων που προϋποθέτουν την ταξική και κοινωνική διαίρεση όπως αυτή εκτίθεται στο σημείο #5, η απάντηση στο ζήτημα που θέτει το σημείο #4, δηλαδή το αν η μη εκπληρωσιμότητα των αιτημάτων συνεπάγεται ή όχι ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο αρνητική. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί όχι απλώς θεωρητικά αλλά και εμπειρικά: εάν υπήρχε τέτοια δυνατότητα δεν θα εκδιωκόταν ή προπηλακιζόταν επιδεικτικά μια σειρά από κομμουνιστικές παρατάξεις και οργανώσεις που φέρουν τα εμβλήματά τους· δεν θα υπήρχε τόση κατάφωρη εχθρικότητα απέναντι στο ευρύτερο εργατικό κίνημα και τον οργανωμένο συνδικαλισμό· δεν θα υπήρχε αυτοπεριχαράκωση της συνέλευσης ως κόρης οφθαλμού που κινδυνεύει να "μολυνθεί" από την εμπλοκή με παράλληλες εργατικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις· δεν θα υπερψηφιζόταν η άρνηση στο μοίρασμα κομματικών και παραταξιακών φυλλαδίων που επικυρώθηκε από την Γενική Συνέλευση χθες.
7. Η φοβικότητα απέναντι στο κομματικό "καπέλωμα", με όλες τις "τρύπες" και "διόδους" δράσης που αυτή αφήνει σε κάποιους αλλά όχι σε άλλους, δεν είναι σημάδι αυτοπεποίθησης του κινήματος, δεν σηματοδοτεί την γνήσια αυτονόμησή του από προηγηθείσες κατατμήσεις της κοινωνίας· είναι αντίθετα σύμπτωμα γενικευμένης ανασφάλειας, η οποία είναι η φυσική συνέπεια της απουσίας οποιουδήποτε πραγματικού ενοποιητικού προτάγματος που θα μπορούσε να συσπειρώσει και να κινητοποιήσει άμεσα τις ετερογενείς μικροαστικές μάζες προς έναν πολιτικό στόχο.
8. Με τα δεδομένα αυτά, η μόνη μορφή "ικανοποίησης" του κινήματος των "αγανακτισμένων" που είναι εφικτή αντικειμενικά (από την συγκυρία) και υποκειμενικά (με δεδομένη την εκπεφρασμένη ιδεολογική του εχθρότητα προς το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική ιδεολογία) είναι φαντασιακή σε χαρακτήρα: σήμερα, το φαντασιακό αυτό έχει τη μορφή της οικουμενικοποίησης ενός αντιμνημονιακού ιδεολογικού πυρήνα (έξω το ΔΝΤ, κάτω το μνημόνιο, κάτω η τρόϊκα, κάτω η ΕΕ) σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, από τον ΑΝΤΑΡΣΥΑ στη ΣΠΙΘΑ, απ' τον ΣΥΡΙΖΑ στο Πατριωτικό Μέτωπο, από μερίδα των αντιεξουσιαστών στην Νέα Δημοκρατία και την Εκκλησία της Ελλάδος. Έτσι επιβεβαιώνεται η διαύγεια του Λένιν όταν έλεγε ότι αφημένα στον απλό αυθορμητισμό, τα κινήματα εκφυλίζονται πολύ γρήγορα παραδιδόμενα σε αστική ιδεολογική κατεύθυνση, μιας και είναι ακριβώς η αστική ιδεολογία ως κυρίαρχη ιδεολογία που έχει εμποτίσει ηγεμονικά τον τρόπο σκέψης, τις προτεραιότητες, την εννοιακή χαρτογράφηση, τον στοιχειώδη ιδεολογικό προσανατολισμό ακόμα και των υποτελών τάξεων. Αλλά θα πρέπει να προστεθεί ότι ο φαντασιακός χαρακτήρας της επίλυσης δεν δηλώνει μόνο την σχετικά αθώα καταστροφικών συνεπειών "παραπλάνηση"· αντίθετα, η φαντασιακή επίλυση δεν μπορεί να έχει αντίκτυπο χωρίς να παράξει ενυπόστατους και συνάμα ψευδείς "εχθρούς": τα σημάδια ως τώρα σε ό,τι αφορά την μαζική απέχθεια ενάντια στους "ξένους" και τους "ξενόδουλους" που μας "κατέστρεψαν" ή μας "πούλησαν", τις "μαγκούρες" με τις οποίες προτίθεται να "καθαρίσει" τη βουλή ο επευφημούμενος κύριος Θεοδωράκης, και τις συνεχιζόμενες επιθέσεις σε μετανάστες (οι οποίοι διαπιστώνω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ταυτοποιούνται από ακροδεξιές εθνικιστικές ομάδες ως "Παπανδρέλληνες"), δεν προϊδεάζουν κάποιον για ιδιαίτερα αθώες εκδοχές φαντασιακής μετατόπισης του προβλήματος σε ένα "διαχειρίσιμο" από την κοινωνία και σχετικά ευάλωτο υποκατάστατο.
9. Η άνευ όρων παράδοση ενός σεβαστού κομματιού της αριστεράς στη χυδαία λατρεία του "αυθόρμητου" για χάρη του "αυθόρμητου", η γονυκλισία του σε μια αυτοσχέδια και αξιογέλαστη (από μαρξιστική τουλάχιστο σκοπιά) αντίληψη του νοήματος της "πράξης", αποτελεί μελανό σημείο στην ιστορία του και προοίμιο της ανεπίστρεπτης πολιτικής του σήψης. Καμία ρηξιγενής έκφραση των μαζών δεν είναι εφικτή χωρίς την συνάντηση του κινήματος με την θεωρητική ανάλυση των ρωγμών, αντιφάσεων και αντινομιών του συστήματος, για τον απλούστατο λόγο ότι μόνο η στιβαρή θεωρητική συγκρότηση προστατεύει την πολιτική δράση μέσα στις μάζες από τις πανταχού παρούσες ιδεολογικές παγίδες του "αυθόρμητου", του "προφανούς", και της "κοινής λογικής." Έχοντας εγκαταλείψει τη θεωρία ή έχοντας απισχνάσει την θεωρητική σκέψη σε βιαστικά ξεσκονίσματα τραγικά ανεπίκαιρων θεωριών μιας εντελώς διαφορετικής στιγμής (το νεγκρικό "πλήθος", πχ, είναι απότοκο μιας ανεξέλεγκτης πολιτικής αισιοδοξίας βασισμένης στην --φευ, φαινομενική και μόνο-- ευρωστία του καπιταλισμού της δεκαετίας του 1990), η αριστερά δεν παραδίδεται απλώς αμαχητί στην δικτατορία του αυθορμητισμού --με άλλα λόγια, στην δικτατορία των κυρίαρχων ιδεών, των ιδεών της κυρίαρχης τάξης-- αλλά και σε όσα αυτή υπαγορεύει: την ψευδή προφάνεια του "ενωμένου" χαρακτήρα των Ελλήνων, την ψευδή προφάνεια του τι σημαίνουν όροι όπως "Έλληνας", "εθνικό", "πατριωτικός", "ξένο κεφάλαιο", ή "υποτέλεια" στην εποχή του παγκόσμιου καπιταλισμού, την ψευδή προφάνεια της εθνοτικής σύστασης ή του τρόπου σκέψης και έκφρασης του "λαού", την ψευδή προφάνεια της νομιμότητας αντιστίξεων του "κακού" και του "καλού", κοκ. Αλλά ο μαρξισμός δεν είναι λογοτεχνίζουσα φλυαρία για όσα συναινετικά ανακηρύσσονται "προφανή"· αντίθετα, τα υποπτεύεται ως κατεξοχήν σημάδια της εργασίας της ιδεολογίας, και άρα ως ιδέες που χρήζουν ανηλεούς κριτικού ελέγχου. Ο Μαρξ, ήδη στη διδακτορική διατριβή του για τον Επίκουρο, μας το είπε όσο ξεκάθαρα γινόταν: "Όπως ο Προμηθέας, έχοντας κλέψει τη φωτιά απ' τους ουρανούς, αρχίζει να χτίζει σπίτια και να κατοικεί τη γη, έτσι και η φιλοσοφία, έχοντας εξαπλωθεί στον κόσμο, εναντιώνεται στον κόσμο της εμφάνισης" (η έμφαση δική μου).
10. Κόντρα στον συρμό των ημερών, η μαρξιστική σκέψη πρέπει να απορρίψει το δόλωμα του προφανούς και αυταπόδεικτου, να προτάξει την αναγκαιότητα της θεωρίας, να επιμείνει στην ταξική σύνθεση και στις ταξικές διαιρέσεις τόσο του ελληνικού όσο και κάθε "λαού", και να υπερτονίσει την σημασία της ηγεμόνευσης --χωρίς κουτοπόνηρους ελιγμούς και καιροσκοπικούς συμβιβασμούς με την άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος-- κάθε αντισυστημικού κινήματος από την εργατική τάξη και από τα βασικά προτάγματα του κομμουνιστικού σοσιαλισμού : κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, απεγκλωβισμός από τη λογική του κέρδους και της εκμετάλλευσης, κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, πραγματική ισότητα. Το σύνθημα του παρόντος, με πιο επείγοντα τρόπο από ποτέ άλλοτε τα τελευταία 80 χρόνια, δεν είναι βέβαια ούτε το "ουστ!", ούτε η μούντζα, ούτε η συμμετοχή στη μέθεξη του "πλήθους", ούτε η φαντασματική "αυτοδιάθεση" στα λίγα, "ελεύθερα" μα και εκ των ένδον πολιορκημένα τετραγωνικά μιας πλατείας στο κέντρο ενός γιγάντιου κελιού που ασφυκτιά σε μια ατέλειωτη γεωοπολιτική και οικονομική φυλακή, ούτε η αναβίωση του έθνους και της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας, ούτε κάτι παρόμοια και ανέξοδα νοσταλγικό, φετιχιστικό, αυτο-εκπληρούμενο και αγανακτισμένο.Όχι. Το σύνθημα του πραγματικού και ριζοσπαστικού αγώνα --ριζοσπαστικού επειδή είναι πραγματικός, επειδή διαφεύγει της σφαίρας της καθαρής εμφάνισης, της ναρκισσιστικής οικονομίας της κινητοποιημένης μάζας που, ελλείψει καταφατικού στόχου, μένει να περιεργάζεται απλώς τον εαυτό της-- είναι ένα, και είναι νηφάλιο, ασυμβίβαστο, ακαταπόνητο και αποφασιστικό: ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ, για μια ακόμα φορά
Πηγή: Radical Desire

Ενα ουράνιο τόξο σε φόντο κυανόλευκο Του Πετρου Παπακωνσταντινου

Ηλικιακά και κοινωνικά, ταιριάζει γάντι με το προφίλ του μέσου «Αγανακτισμένου» - αν υπάρχει κάτι τέτοιο: τριαντάρης, με κάμποσα πτυχία και περισσότερα ταλέντα, σε έναν επαγγελματικό κλάδο με πολλή αδικία και ανασφάλεια. Ωστόσο, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σ' αυτό το ανήσυχο πλήθος που κατακλύζει κάθε βράδυ την πλατεία Συντάγματος. Το ισοπεδωτικό «κλέφτες», το χουλιγκανικό «να καεί, να καεί...», η φυγάδευση των βουλευτών στις ατραπούς του Εθνικού Κήπου και αυτή η κατάχρηση της ελληνικής σημαίας τού μυρίζουν εθνικιστικό λαϊκισμό. Φοβάται ότι αντιδραστικές δυνάμεις θα καπελώσουν αυτό το κίνημα, αν δεν έχουν αρχίσει να το πετυχαίνουν κιόλας.
Με δύο δεκαετίες παραπάνω στους ώμους του, ο συνάδελφος και συνομιλητής του δεν συμφωνεί, αλλά νιώθει μια ευαίσθητη χορδή να τεντώνεται μέσα του. Μαθητής στα χρόνια της χούντας, σιχάθηκε το εμπόριο εθνικοφροσύνης, το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και τα τσάμικα του Παττακού στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Τα πρώτα του ερεθίσματα έρχονταν απ' έξω - από την «Ντόιτσε Βέλε» και τη «Φωνή της Αλήθειας», από τα διαβάσματα του L i fe και τα ροκ ακούσματα στην Ελληνοαμερικανική Ενωση της Οδού Μασσαλίας, δίπλα στο σχολείο. Κι όμως, δύο τετράγωνα παρακάτω, στη Νομική, είδε τους φοιτητές να υψώνουν την ελληνική σημαία, φωνάζοντας «Ελλάς Ελλήνων Φυλακισμένων». Κι ύστερα, στο Πολυτεχνείο, ήταν και πάλι η ελληνική σημαία που υψώθηκε απέναντι στα τανκς.
Με τούτα και με τ' άλλα, έμαθε ότι σε κάθε Ελλάδα υπάρχον δύο Ελλάδες, ότι αυτό το σύμβολο, που ανέβασαν κάποτε στην Ακρόπολη ο Γλέζος και ο Σάντας στη θέση της σβάστικας, είναι δικό τους και δικό μας και ότι το μόνο νόημα που έχει είναι εκείνο που του δίνουμε. Ενα συμπέρασμα που επιβεβαίωσε, δεκαετίες αργότερα, στην πλατεία Ταχρίρ, όπου είχε την τύχη να τον στείλει η δουλειά του (γιατί ο μεσόκοπος της ιστορίας μας είναι δημοσιογράφος, όπως ίσως υποπτευθήκατε), κι όπου είδε τα δύο στρατόπεδα, καθεστωτικούς και δημοκράτες, να συγκρούονται με πέτρες, μολότοφ και σφαίρες υψώνοντας αμφότερα τη σημαία της Αιγύπτου.
Οχι, δεν υποτιμά τον κίνδυνο. Πώς θα το μπορούσε, άλλωστε; Δεν μένει στα αποστειρωμένα υπνωτήρια των βορείων προαστίων, αλλά στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί όπου ο θάνατος του Ελληνα εμποράκου και η συσσώρευση φτωχών μεταναστών κάθε χρώματος και εθνότητας έχουν δημιουργήσει έναν εκρηκτικό συνδυασμό, όπως έδειξε και το 8% της Χρυσής Αυγής στις δημοτικές εκλογές. Εκεί όπου οι Ελληναράδες μπαίνουν στο λεωφορείο, εντοπίζουν όποιον έχουν κάπως πιο σκούρα ή πιο κιτρινωπή επιδερμίδα απ' ό,τι ανέχεται ένας καθωσπρέπει Αριος, απαιτούν να απαγγείλει τον Εθνικό Υμνο και το «Πάτερ Ημών», κι αν δεν τα καταφέρει, τον σπάνε στο ξύλο.
Στο Σύνταγμα, οι ίδιοι μετανάστες κυκλοφορούν άφοβα ανάμεσα στις ελληνικές σημαίες, ξέροντας ότι αυτοί που τις κρατάνε δεν είναι εχθροί. Θα ξανακούσουμε ότι ο πατριωτισμός είναι ο σοσιαλισμός των ηλιθίων. Εντάξει. Αλλά και ένας ορισμένος «διεθνισμός» είναι ο φερετζές της εθελοδουλείας. Ποιος Ελληνας δεν θα αγανακτήσει βλέποντας το κύριο άρθρο των F i nanc i al T i mes, με τίτλο «Βγάζοντας την Ελλάδα σε πλειστηριασμό»; Τη γερμανική B i ld να μας παροτρύνει: «Πουλήστε τα νησιά σας, χρεοκοπημένοι Ελληνες - και την Ακρόπολη, επίσης»! Την Ολλανδία να ζητάει διεθνή οργανισμό για την εκποίηση δημοσίων επιχειρήσεων στους ξένους εταίρους. Και το πρακτορείο Reuters να παραλληλίζει την αυστηρή επιτήρηση της Ελλάδας στο πλαίσιο το νέου δανεισμού με την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στη χρεοκοπημένη «Ψωροκώσταινα», το 1898.
Ας δεχθούμε, για οικονομία της συζήτησης, ότι ως λαός έχουμε τους ηγέτες που μας αξίζουν και καλούμαστε, κάποια στιγμή, να πληρώσουμε για την ανικανότητα και τη διαφθορά, που μας κατάντησαν επαίτες των ισχυρών. Μόνο που, όπως το ταγκό, έτσι και η απάτη θέλει δύο. Ναι, τα νοσοκομεία μας έχουν τεράστια ελλείμματα - αλλά τι περιμένατε, κύριε Σόιμπλε, όταν όλοι οι αξονικοί μας τομογράφοι είναι S i emens; Ναι, η Ολυμπιάδα ήταν μια φαραωνική τρέλα που μας έβαλε μέσα απερίγραπτα - αλλά ποιος μας την έδωσε και ποιος πήρε τις εργολαβίες για τα μεγάλα έργα; Ναι, η «ισχυρή Ελλάδα» του ευρώ ήταν ένα θαύμα δημιουργικής λογιστικής - αλλά το ξέρατε πολύ καλά, όπως ξέρατε ότι και η Ιταλία δεν ήταν πολύ καλύτερη. Μήπως έχει δίκιο ο κ. Πάγκαλος όταν λέει «μαζί τα φάγαμε», μόνο που θα 'πρεπε να αλλάξει τον παραλήπτη;
Τέλος, μας καλείτε να πληρώσουμε εξοντωτικό τίμημα για την παραβίαση του Συμφώνου Σταθερότητας. Μα δεν ήταν πρώτοι διδάξαντες οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, χωρίς να υποστούν την παραμικρή τιμωρία; Στο μεταναστευτικό, πάλι, δεν ήταν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί που κατάργησαν μονομερώς, εν μια νυκτί, τη συμφωνία Σένγκεν για να μην επωμιστούν το βάρος των προσφύγων από τη Βόρεια Αφρική (την οποία παρεπιμπτόντως βομβαρδίζουν);
Μ' αυτές τις σκέψεις, ο άνθρωπος της ιστορίας μας ξανανέβηκε στο Σύνταγμα και ξαφνιάστηκε ευχάριστα από την αλλαγή του σκηνικού: οι ελληνικές σημαίες ήταν πάντα εκεί, αλλά δίπλα τους υψώνονταν ισπανικές, αργεντίνικες, αιγυπτιακές - κι αύριο ίσως είναι γαλλικές, αγγλικές, γιατί όχι και γερμανικές. Ολα φαίνονται δυνατά τούτο το καυτό και απρόβλεπτο καλοκαίρι - για το καλύτερο ή το χειρότερο.

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Συνεντευξη του Στέφανου Τζουμάκα στον τηλεοπτικό σταθμό της Κέρκυρας Corfuchannel

H συνέντευξη που παραχώρησε ο Στέφανος Τζουμάκας στην τηλεοπτική εκπομπή "Λόγος-Αντίλογος" του τηλεοπτικού σταθμού corfuchannel της Κέρκυρας στις 11 Μαΐου 2011.






Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Ο Terry Eagleton του «The Chronicle» εγκωμιάζει…τον Μαρξ

Το να εγκωμιάζεις τον Καρλ Μαρξ μπορεί να φαίνεται διεστραμμένο όπως το να πεις μια καλή κουβέντα για τον στραγγαλιστή της Βοστώνης. Δεν ήταν οι ιδέες του Μαρξ υπεύθυνες για τον δεσποτισμό, τη μαζική δολοφονία, τα στρατόπεδα εργασίας, την οικονομική καταστροφή, και την απώλεια της ελευθερίας για εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες; Δεν ήταν ένας από τους αφοσιωμένους οπαδούς του, ένας παρανοϊκός Γεωργιανός χωριάτης με το όνομα Στάλιν, και ένας άλλος βάναυσος κινέζος δικτάτορας, ο οποίος μπορεί κάλλιστα να έχει στα χέρια του το αίμα 30 περίπου εκατομμυρίων από τον λαό του;

Η αλήθεια είναι ότι ο Μαρξ δεν ήταν υπεύθυνος για την τερατώδη καταπίεση του κομμουνιστικού κόσμου περισσότερο από ότι ο Χριστός για την Ιερά Εξέταση. Ο Μαρξ απαξίωνε την ιδέα ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να ριζώσει στις απελπιστικά φτωχές, καθυστερημένες κοινωνίες, όπως ήταν η Ρωσία και η Κίνα. Αν αυτό γινόταν, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν απλά αυτό που ονόμασε «γενικευμένη έλλειψη», με το οποίο σήμαινε ότι όλοι θα στερούνταν, και όχι μόνο οι φτωχοί. Θα σήμαινε αντί γενικευμένη ευημερία, φτώχεια για όλους. Ο μαρξισμός είναι μια θεωρία για το πώς οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους τεράστιους πόρους τους για την επίτευξη δικαιοσύνης και ευημερίας για τους λαούς τους. Δεν είναι ένα πρόγραμμα με το οποίο οι λαοί θα στερούνται τους υλικούς πόρους, την άνθηση της πολιτικής κουλτούρας, την δημοκρατική κληρονομιά, τα αγαθά της εξέλιξης της τεχνολογίας, την παράδοση του φιλελεύθερου διαφωτισμού, καθώς και ενός εξειδικευμένου και εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού που θα ωθεί την κοινωνία προς την σύγχρονη εποχή και και πέρα από αυτήν.

Ο Μαρξ θα ήθελε να δει σίγουρα τη δικαιοσύνη
και την ευημερία να θριαμβεύουν ακόμα και σε αυτά τα εγκαταλειμμένα από τον Θεό μέρη. Έγραψε οργισμένα και εύγλωττα για αρκετές από τις καταπιεσμένες αποικίες της Μεγάλης Βρετανίας, και όχι μόνο για την Ιρλανδία και την Ινδία. Και το πολιτικό κίνημα που το έργο του έθεσε σε κίνηση έχει κάνει περισσότερα για να βοηθήσει τις μικρές χώρες να ξεφορτωθούν τους ιμπεριαλιστές αφέντες τους, από οποιοδήποτε άλλο πολιτικό ρεύμα. Ωστόσο ο Μαρξ δεν ήταν αρκετά αφελής να φαντάζεται ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να κτιστεί σε αυτές τις χώρες χωρίς την βοήθεια των πιο προηγμένων εθνών. Και αυτό σημαίνει ότι ο απλός λαός των ανεπτυγμένων χωρών πρέπει να αποσπάσει τα μέσα παραγωγής από τους κατόχους τους και να τα τοποθετήσει στην υπηρεσία των εξαθλιωμένων όλης της γης. Αν αυτό είχε συμβεί στην Ιρλανδία τον 19ο αιώνα, δεν θα υπήρξε η πείνα που έστειλε ένα εκατομμύριο άνδρες και γυναίκες στους τάφους τους και άλλα δύο ή τρία εκατομμύρια πρόσφυγες στις πιο μακρινές γωνίες της γης.

Υπάρχει μια αίσθηση ότι το σύνολο των γραπτών του Μαρξ, βράζει με αρκετές ενοχλητικές ερωτήσεις: Γιατί η καπιταλιστική Δύση ενώ έχει συσσωρεύσει περισσότερους πόρους από ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία, φαίνεται να αδυνατεί να ξεπεράσει τη φτώχεια, την πείνα, την εκμετάλλευση και την ανισότητα; Ποιοι είναι οι μηχανισμοί με τους οποίους παράγεται ευημερία για μια μειοψηφία, και κακουχίες και εξευτελισμοί για τους πολλούς; Γιατί τα ιδιωτικά πλούτη πάνε χέρι-χέρι με την αθλιότητα των πολλών; Είναι, όπως υποστηρίζουν οι καλοπροαίρετοι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές, ότι απλά δεν έχουμε ασχοληθεί με την βελτίωση των συνθηκών στις εστίες της φτώχειας, αλλά αυτό είναι κάτι που πρέπει να πράξουμε με το πλήρωμα του χρόνου; Ή εντελώς αντίθετα, η αλήθεια είναι ότι υπάρχει κάτι στη φύση του ίδιου του καπιταλισμού που παράγει στερήσεις και ανισότητα;

Ο Μαρξ ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που μίλησε με αυτούς τους όρους. Αυτός ο γόνος μεταναστών Εβραίων, ένας άνθρωπος που όσο κανείς άλλος τόσο φτωχός, δεν έγραψε τόσα πολλά για τον πλούτο, μας κληροδότησε μια γλώσσα με την οποία το σύστημα στο οποίο ζούμε μπορεί να περιγραφεί στο σύνολο του. Οι αντιφάσεις του αναλύθηκαν, οι εσωτερικές του δυναμικές απογυμνώθηκαν, οι ιστορικές του προελεύσεις εξετάστηκαν, και η πιθανότητα της διάλυσή του προαναγγέλθηκε. Όλα αυτά βέβαια δεν συνιστούν ούτε για μια στιγμή ότι ο Μαρξ θεωρούσε τον καπιταλισμό ως απλά ένα κακό πράγμα, όπως το να θαυμάζεις την Sarah Palin ή να φυσάς τον καπνό στα πρόσωπα των παιδιών. Αντίθετα, η στάση του ήταν επαινετική για την τάξη που δημιούργησε τον καπιταλισμό, και είναι γεγονός ότι τόσο οι επικριτές του όσο και οι μαθητές του βολικά το απέκρυψαν. Δεν υπάρχει άλλο κοινωνικό σύστημα στην ιστορία, έγραψε, που να είχε αποδειχτεί τόσο επαναστατικό. Μέσα σε λίγους αιώνες, η αστική τάξη είχε διαγράψει από το πρόσωπο της γης, σχεδόν κάθε ίχνος από τους φεουδάρχες εχθρούς της. Συσσώρευσε σε αυτό διάστημα υλικούς και πνευματικούς θησαυρούς, εφηύρε την έννοια των ανθρώπινων δικαιωμάτων, απελευθέρωσε τους σκλάβους, ανέτρεψε βασιλιάδες, αποσυναρμολόγησε αυτοκρατορίες, πολέμησε και πέθανε για την ανθρώπινη ελευθερία, και έθεσε τη βάση για ένα πραγματικά παγκόσμιο πολιτισμό. Κανένα γραπτό δεν έχει τόσα κομπλιμέντα για αυτό το ιστορικό επίτευγμα, όσο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ούτε καν η Wall Street Journal.

Αυτό, όμως, ήταν μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Υπάρχουν αυτοί που βλέπουν την σύγχρονη ιστορία ως μια συναρπαστική ιστορία προόδου, και αυτών που την βλέπουν ως ένα μεγάλο εφιάλτη. Ο Μαρξ, με τη συνήθη «διαστροφή» του, τα έβλεπε και τα δύο. Κάθε πρόοδος στον πολιτισμό έφερνε μαζί της νέες δυνατότητες για περισσότερη βαρβαρότητα. Τα μεγάλα συνθήματα της επαναστατικής αστικής τάξης «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα», αποτελούν επίσης και της λέξεις κλειδιά του Μαρξ. Είπε απλά για πιο λόγο αυτές οι ιδέες δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοστούν στην πράξη [στον καπιταλισμό] χωρίς την βία, την φτώχεια και την εκμετάλλευση. Ο καπιταλισμός είχε αναπτύξει τις ανθρώπινες δυνάμεις και δυνατότητές πέρα από κάθε προηγούμενο μέτρο. Ωστόσο, δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτές τις δυνατότητες για να βγάλει τους άνδρες και τις γυναίκες από τον άκαρπο μόχθο. Αντιθέτως, τους ανάγκασε να εργάζονται σκληρότερα από ποτέ. Οι πλουσιότεροι πολιτισμοί της ανθρωπότητας ίδρωσαν εξίσου σκληρά τους ανθρώπους, όπως ίδρωνε και η κυρίαρχη φύση τους νεολιθικούς προγόνους τους.

Ο Μαρξ θεώρησε ότι αυτό, δεν οφείλεται στην φυσική έλλειψη. Οφείλεται αντίθετα στον εκ φύσεως αντιφατικό τρόπο με τον οποίο το καπιταλιστικό σύστημα δημιουργεί τον μυθικό πλούτο του. Ισότητα για ορισμένους σημαίνει ανισότητα των υπολοίπων, και η ελευθερία για κάποιους, σημαίνει καταπίεση και δυστυχία για τους πολλούς. Η ακόρεστη επιδίωξη του συστήματος για εξουσία και κέρδη μετέτρεψε τα ξένα έθνη σε σκλαβωμένες αποικίες, και τα ανθρώπινα όντα σε έρμαια οικονομικών δυνάμεων πέρα από τον έλεγχό τους. Φόρτωσε τον πλανήτη με ρύπανση και μαζική λιμοκτονία και τον σημάδεψε με άθλιους πολέμους. Μερικοί κριτικοί του Μαρξ επισημαίνουν με την απαραίτητη οργή, τις μαζικές δολοφονίες στην κομμουνιστική Ρωσία και την Κίνα. Οι ίδιοι ξεχνούν συνήθως να αναφερθούν με την ίδια αγανάκτηση για τις γενοκτονίες και τα εγκλήματα του καπιταλισμού: τους λιμούς του τέλους του 19ου αιώνα, στην Ασία και την Αφρική στην οποία ανυπολόγιστα εκατομμύρια χάθηκαν. Το μακελειό του Α ‘Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο τα ιμπεριαλιστικά έθνη έσφαζαν ο ένας την εργατική τάξη του άλλου, στην αγώνα τους για τον έλεγχο των παγκόσμιων πόρων. Και τη φρίκη του φασισμού, ένα καθεστώς στο οποίο ο καπιταλισμός έχει την τάση να καταφεύγει όταν βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο. Χωρίς την αυτοθυσία της Σοβιετικής Ένωσης, μεταξύ των άλλων εθνών, το ναζιστικό καθεστώς μπορεί να βρισκόταν στη θέση του ακόμα και σήμερα.

Οι Μαρξιστές προειδοποιούσαν για τους κινδύνους του φασισμού
, ενώ οι πολιτικοί του λεγόμενου ελεύθερου κόσμου αναρωτιόνταν φωναχτά αν ο Χίτλερ ήταν πράγματι ένας τέτοιος δυσάρεστος τύπος όπως εμφανιζόταν. Σχεδόν όλοι οι οπαδοί του Μαρξ σήμερα απορρίπτουν την παλιανθρωπιές του Στάλιν και του Μάο, ενώ πολλοί μη-μαρξιστές εξακολουθούν να υπερασπίζονται σθεναρά την καταστροφή της Δρέσδης και της Χιροσίμα. Τα σύγχρονα καπιταλιστικά έθνη είναι ως επί το πλείστον ο καρπός μιας ιστορίας γενοκτονίας, βίας και εξόντωσης εξίσου απεχθή όπως τα εγκλήματα του κομμουνισμού. Ο καπιταλισμός επίσης, οικοδομήθηκε με αίμα και δάκρυα, και ο Μαρξ υπήρξε μάρτυρας σε αυτό. Είναι ακριβώς επειδή το σύστημα λειτουργεί εδώ και πολύ καιρό που οι περισσότεροι από εμάς αγνοούμε το γεγονός αυτό.

Η επιλεκτική πολιτική μνήμη παίρνει κάποιες περίεργες μορφές. Πάρτε, για παράδειγμα την 11η Σεπτεμβρίου. Εννοώ την πρώτη 11η Σεπτεμβρίου, όχι την δεύτερη. Αναφέρομαι στην 11/9 που έλαβε χώρα 30 χρόνια πριν από την πτώση του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν να ανατρέπει βίαια η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε της Χιλής [11/9/1973], και να εγκατασταθεί στη θέση του μια απεχθή δικτάτορα, η οποία δολοφόνησε πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους πέθαναν εκείνη την φοβερή ημέρα στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον. Πόσοι Αμερικανοί το γνωρίζουν αυτό; Πόσες φορές έχει αναφερθεί στο Fox News?

Ο Μαρξ δεν ήταν κάποιος ουτοπιστής ονειροπόλος. Αντίθετα, άρχισε την πολιτική του δράση με μια άγρια αντιδικία με την ονειροπόλους ουτοπιστές [ουτοπικούς σοσιαλιστές] που τον περιστοίχιζαν. Είχε περίπου το ίδιο ενδιαφέρον για μια τέλεια ανθρώπινη κοινωνία όπως θα είχε και κάποιος χαρακτήρας του Κλιντ Ίστγουντ, και ο ίδιος ποτέ δεν μίλησε με τέτοιους παράλογους όρους. Δεν πίστευε ότι οι άνδρες και οι γυναίκες θα μπορούσε να ξεπεράσουν τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στην αγιότητα. Αντίθετα, πίστευε ότι ήταν απλώς εφικτό, ο κόσμος να γίνει ένα πολύ καλύτερο μέρος. Υπό αυτή την έννοια ήταν ρεαλιστής, και όχι ιδεαλιστής. Αυτοί που έχουν τα κεφάλια τους χωμένα στην άμμο, οι στρουθοκάμηλοι της ηθικής αυτού του κόσμου-είναι αυτοί που αμφισβητούν ότι μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε ριζική αλλαγή. Συμπεριφέρονται σαν να νομίζουν ότι οι φθοριούχες οδοντόκρεμες θα εμφανιστούν γύρω στο έτος 4000. Το σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας διαψεύδει αυτή την άποψη.

Οι ριζική αλλαγές, να είστε σίγουροι
, δεν είναι απαραίτητο ότι θα να είναι προς το καλύτερο. Ίσως, ο μόνος σοσιαλισμός που θα γίνουμε ποτέ μάρτυρες, να είναι αυτός που θα αναγκαστούν να υιοθετήσουν τα ερείπια της ανθρωπότητας, ύστερα από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα ή μια οικολογική καταστροφή. Ο Μαρξ μιλάει σκυθρωπά ακόμη και για την πιθανή «αμοιβαία καταστροφή όλων των μερών». Ένας άνδρας που υπήρξε μάρτυρας του τρόμου της εκβιομηχάνισης της καπιταλιστικής Αγγλίας ήταν απίθανο να είναι τόσο αφελώς ενθουσιώδης και ρομαντικός για τους συνανθρώπους του. Το μόνο που έλεγε ήταν ότι περισσεύουν αρκετοί πόροι στον πλανήτη για την επίλυση των περισσότερων υλικών μας προβλημάτων, όπως ακριβώς περίσσευαν αρκετά τρόφιμα στη Βρετανία τη δεκαετία του 1840 για να τραφεί πολλές φορές ο λιμοκτονούντας ιρλανδικός πληθυσμός. Αυτό που έχει ζωτική σημασία, είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνουμε την παραγωγή μας. Είναι εμφανές, ότι ο Μαρξ δεν μας παρείχε τα σχέδια για το πώς θα πρέπει να κάνουμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Έχει λίγα να πει για το μέλλον. Η μοναδική σίγουρη εικόνα για το μέλλον είναι η αποτυχία του παρόντος. Δεν ήταν λοιπόν ένας προφήτης με την έννοια την έννοια αυτών που διαβάζουν κρυστάλλινες σφαίρες. Υπήρξε ένας προφήτης στην αυθεντική βιβλική της έννοια, κάποιος που μας προειδοποιεί ότι αν δεν αλλάξουμε τους άδικους τρόπους μας, το μέλλον είναι πιθανό να είναι βαθιά δυσάρεστο. Ή ότι μέλλον δεν θα υπάρχει καθόλου.

Ο σοσιαλισμός, λοιπόν, δεν εξαρτάται από κάποια θαυματουργή αλλαγή
στην ανθρώπινη φύση. Μερικοί από εκείνους που υπερασπιζόταν την φεουδαρχία ενάντια στις καπιταλιστική αξίες στα τέλη του Μεσαίωνα κήρυσσαν ότι ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει επειδή ήταν αντίθετος με την ανθρώπινη φύση. Ορισμένοι καπιταλιστές λένε τώρα ακριβώς το ίδιο πράγμα και για το σοσιαλισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα υπάρχει μια φυλή κάπου στη λεκάνη του Αμαζονίου που θα πιστεύει ότι η τάξη στην κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει, αν κάποιο άτομο έχει το δικαίωμα να παντρευτεί τη γυναίκα του αποθανόντος αδελφού του. Έχουμε την τάση να γενικεύουμε και να απολυτοποιούμε τους δικούς τους όρους, όρια και ορίζοντες.

Ο Μαρξ ήταν βαθιά ένας ηθικός στοχαστής. Μιλάει στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος της για έναν κόσμο στον οποίο «η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός θα είναι να είναι η προϋπόθεση της ελεύθερης ανάπτυξης όλων». Αυτό είναι ένα ιδανικό για να μας καθοδηγεί, και δεν αποτελεί κατάσταση που θα μπορούσε ποτέ να επιτύχουμε απολύτως. Αλλά η γλώσσα του είναι οπωσδήποτε σημαντική. Ως ένα καλός ρομαντικός ανθρωπιστής, ο Μαρξ πίστευε στην μοναδικότητα του ατόμου. Η ιδέα αυτή διαπερνά τα γραπτά του από άκρη σε άκρη. Είχε ένα πάθος για τις αισθητά συγκεκριμένες ιδέες και μια αποστροφή προς τις αφηρημένες, όμως μερικές φορές χρειαζόταν να σκεφτεί και έτσι. Ο αποκαλούμενος υλισμός του είναι η ίδια η ρίζα το ανθρώπου ως σώμα. Ξανά και ξανά, μιλά για τη δίκαιη κοινωνία, εκείνη κατά την οποία οι άνδρες και οι γυναίκες θα είναι σε θέση να αντιληφθούν τις δυνάμεις τους και να πραγματοποιήσουν τις δυνατότητες τους με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο. Ο ηθικός του στόχος είναι η ευχάριστη αυτοπραγμάτωση. Σε αυτό συντάσσεται μαζί με τον μεγάλο μέντορα του τον Αριστοτέλη, ο οποίος κατανόησε ότι η ηθική είναι για το πώς θα ανθίσει η ζωή πιο πλούσια και ευχάριστα, και όχι να μπαίνουν στην πρώτη θέση (όπως η σύγχρονη εποχή [προτεσταντική ηθική] φαντάζεται με καταστροφικό τρόπο) η υποταγή στα καθήκοντα, οι νόμοι, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες.

Πώς αυτός ο ηθικό στόχος διαφέρει από τον φιλελεύθερο ατομικισμό; Η διαφορά είναι ότι για να επιτευχθεί πραγματική προσωπική ολοκλήρωση, τα ανθρώπινα όντα για τον Μαρξ, θα πρέπει να την βρουν ο ένας διαμέσου του άλλου. Δεν είναι μόνο το να κάνει ο καθένας το δικό σε απομόνωση από τους άλλους. Αυτό δεν θα ήταν καν δυνατόν. Ο Άλλος πρέπει να γίνει το έδαφος της αυτοπραγμάτωσης του Ενός, την ίδια στιγμή που Αυτός ή Αυτή θα αποτελεί τον όρο για την αυτοπραγμάτωση του Άλλου. Στο διαπροσωπικό επίπεδο, αυτό είναι γνωστό ως αγάπη. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό είναι γνωστό ως σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός για τον Μαρξ είναι απλώς, ένα σύνολο θεσμών που θα επιτρέψει αυτή την αμοιβαιότητα να συμβεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ μιας καπιταλιστικής επιχείρησης, στην οποία η πολλοί εργάζονται προς όφελος των λίγων, και έναν σοσιαλιστικό συνεταιρισμό, στον οποίο η δική μου συμμετοχή στο έργο αυξάνει την ευημερία όλων των άλλων, και το αντίστροφο. Αυτό δεν είναι θέμα της αυτοθυσίας μερικών άγιων. Η διαδικασία αυτή είναι ενσωματωμένη στη δομή της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο στόχος του Μαρξ είναι ο ελεύθερος χρόνος, δεν είναι η εργασία. Ο καλύτερος λόγος για να γίνεις σοσιαλιστής, εκτός από το γίνεις ενοχλητικός σε άτομα που τυχαίνει να αντιπαθείς, είναι να απεχθάνεσαι ότι πρέπει να εργαστείς. Ο Μαρξ θεωρεί ότι ο καπιταλισμός είχε αναπτύξει τις δυνάμεις της παραγωγής σε τέτοιο σημείο στο οποίο, υπό διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να απελευθερώσουν το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών και των γυναικών από τις πιο ταπεινωτικές μορφές εργασίας. Τι σκεφτόταν ότι θα κάνουμε όταν θα έρθει αυτή η στιγμή; Οτιδήποτε θέλουμε. Αν, όπως και ο μεγάλος ιρλανδός σοσιαλιστής Όσκαρ Ουάιλντ, επιλέξουμε απλά να βρισκόμαστε όλη μέρα με χαλαρά κόκκινα ενδύματα, πίνοντας αψέντι και διαβάζοντας ο ένας στον άλλο περίεργα αποκόμματα από τα έπη του Ομήρου, τότε ας κάνουμε αυτό. Η ουσία είναι ότι αυτό το είδος της ελεύθερης δραστηριότητας θα πρέπει να είναι στη διάθεση όλων. Δεν θα ανεχόμαστε πια μια κατάσταση στην οποία η μειοψηφία είχε ελεύθερο χρόνο, διότι η πλειοψηφία δουλεύει για αυτήν.

Αυτό που ενδιαφέρει τον Μαρξ,
με άλλα λόγια, είναι αυτό που θα μπορούσε κάπως παραπλανητικά να αποκαλεστεί πνευματικό και όχι υλικό. Αν πρέπει να αλλάξουν οι υλικές συνθήκες, είναι για να λυτρωθούμε από την τυραννία των οικονομικών. Ο ίδιος είχε απίστευτα καλά μελετήσει την παγκόσμια λογοτεχνία, είχε εντρυφήσει στην τέχνη, τον πολιτισμό, και τον πολιτισμένο διάλογο, διέθετε πνεύμα, χιούμορ και κέφι, και κάποτε κυνηγήθηκε από έναν αστυνομικό για το σπάσιμο μιας λάμπας στο δρόμο κατά τη διάρκεια μιας γύρας στα μπαρ.

Αν ήταν επαναστάτης, ήταν επίσης και υπέρμαχος των μεταρρυθμίσεων
. Σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι αντιτίθενται στις επαναστάσεις, συνήθως σημαίνει ότι αντιτίθενται σε ορισμένες επαναστάσεις και όχι άλλες. Είναι άραγε οι αντιτιθέμενοι στην επανάσταση Αμερικανοί, εχθρικοί προς την Αμερικανική Επανάσταση, όπως είναι με την Κουβανική; Απορρίπτουν τις πρόσφατες εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και τη Λιβύη, ή αυτές που ανέτρεψαν τις αποικιακές δυνάμεις στην Ασία και την Αφρική; Εμείς οι ίδιοι είμαστε προϊόντα επαναστατικών γεγονότων του παρελθόντος. Ορισμένες διαδικασίες μεταρρύθμισης υπήρξαν πολύ πιο αιματοβαμμένες από ορισμένες επαναστατικές πράξεις. Υπάρχουν βελούδινες επαναστάσεις, όπως και βίαιες. Η Επανάσταση των Μπολσεβίκων έγινε με εξαιρετικά μικρό κόστος σε ζωές. Η Σοβιετική Ένωση η οποία γεννήθηκε από αυτήν την επανάσταση έπεσε περίπου 70 χρόνια αργότερα, με σχεδόν καθόλου αιματοχυσία.

Μερικοί κριτικοί του Μαρξ
απορρίπτουν μια κοινωνία που κυριαρχείται από το κράτος. Αλλά και ο ίδιος απέρριπτε μια τέτοια κοινωνία. Απεχθανόταν την πολιτική κατάσταση τόσο πολύ όσο και το Tea Party, αν και για λόγους μάλλον λιγότερο επαρχιώτικους. Ήταν ένας βικτοριανός πατριάρχης, όπως κάποιες φεμινίστριες μπορεί να ρωτήσουν; Να είμαστε σίγουροι. Αλλά, όπως κάποιοι (μη μαρξιστές) σύγχρονοι σχολιαστές τονίζουν, ήταν οι άνδρες από το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό στρατόπεδο οι μόνοι οποίοι, μέχρι την επανεμφάνιση του γυναικείου κινήματος, στη δεκαετία του 1960, θεωρούσαν το ζήτημα της ισότητας των γυναικών, ως ζωτικής σημασίας για τις υπόλοιπες μορφές πολιτικής απελευθέρωσης. Η λέξη «προλετάριος», σημαίνει αυτούς που στην αρχαία κοινωνία ήταν πολύ φτωχοί για να δώσουν στο κράτος οτιδήποτε άλλο από τους απογόνους τους (για στρατιωτική θητεία). «Proles» σημαίνει «απόγονος». Σήμερα, στο εργοστάσια-κάτεργα και στα μικρά αγροκτήματα του τρίτου κόσμου, ο τυπικός προλετάριος εξακολουθεί να είναι γυναίκα.

Περίπου το ίδιο ισχύει και για τα φυλετικά ζητήματα. Στη δεκαετία του 1920 και ’30, ουσιαστικά τους μόνους άνδρες και γυναίκες που θα έβρισκες να κηρύσσουν την φυλετική ισότητα ήταν τους κομμουνιστές. Τα περισσότερα αντιαποικιακά κινήματα ήταν επίσης εμπνευσμένα από το μαρξισμό. Ο αντισοσιαλιστής στοχαστής Ludwig von Mises περιγράφεται τον σοσιαλισμό ως «το πιο ισχυρό κίνημα μεταρρύθμισης που η ιστορία έχει γνωρίσει ποτέ, η πρώτη ιδεολογική τάση που δεν περιορίζεται σε ένα τμήμα της ανθρωπότητας, αλλά υποστηρίζεται από ανθρώπους όλων των εθνών, των φυλών, των θρησκειών και πολιτισμών». Ο ίδιος ο Μαρξ, ο οποίος γνώριζε την ιστορία μάλλον καλύτερα, θα μπορούσε να υπενθύμιζε στον von Mises και τον Χριστιανισμό, αλλά παρόλα αυτά ο αφορισμός του von Mises παραμένει ισχυρός. Όσο για το περιβάλλον, ο Μαρξ προανήγγειλε εκπληκτικά τις σύγχρονες πράσινες πολιτικές. Η Φύση, και η ανάγκη να θεωρείται σύμμαχος και όχι ως ανταγωνιστής, ήταν μια από τους συνεχείς ανησυχίες του.

Γιατί επιστρέφει ο Μαρξ ξανά στην ημερήσια διάταξη; Η απάντηση, κατά ειρωνικό τρόπο, είναι εξαιτίας του καπιταλισμού. Κάθε φορά που ακούτε καπιταλιστές να μιλάνε για τον καπιταλισμό, να ξέρετε ότι το σύστημα είναι σε μπελάδες. Συνήθως προτιμούν ένα πιο ανώδυνο όρο, όπως «ελεύθερη επιχειρηματικότητα». Η πρόσφατη χρηματοπιστωτική καταστροφή μας ανάγκασε και πάλι να σκεφτούμε τους όρους σύμφωνα με τους οποίους ζούμε στο σύνολο τους, και ήταν ο Μαρξ, που για πρώτη φορά έθεσε αυτήν την δυνατότητα αναθεώρησης. Ήταν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος το οποίο προέβλεπε ότι ο καπιταλισμός θα γίνει παγκόσμιος, και ότι οι ανισότητες της θα ενταθούν σε μέγιστο βαθμό. Έχει το έργο του ελαττώματα; Εκατοντάδες. Αλλά είναι πολύ δημιουργικός και πολύ γνήσιος στοχαστής ώστε να πρέπει να παραδοθεί στα χυδαία στερεότυπα των εχθρών του.

Ο Terry Eagleton είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Lancaster, στην Αγγλία, Το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ιρλανδίας, και το Πανεπιστήμιο της Notre Dame. Το τελευταίο του βιβλίο, Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο, μόλις δημοσιεύθηκε από το Yale University Press. Αναδημοσίευση από το Βαθύ Κόκκινο

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

H Boυλή, η (ακρο)δεξιά και η Αριστερά, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Η Αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να μιμηθεί τον αντικοινοβουλευτισμό της ακροδεξιάς: αν φταίει γενικώς «η Βουλή», δεν φταίει κανείς, κι αν φταίνε «όλοι οι πολιτικοί», τότε σειρά έχουν οι στρατιωτικοί ή «ένας Παπαδόπουλος»


Εξηγώντας την υποτιθέμενη αντικαπιταλιστική πολιτική στροφή του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, ο Συλβάν Κρεπόν σημειώνει σε άρθρο του που φιλοξένησε πρόσφατα το Red Notebook: «[Αν και μιλά αντικαπιταλιστικά], παρόλα αυτά [το Μέτωπο] κινείται ακόμη περισσότερο στην ακροδεξιά, στο βαθμό που εγγράφεται εκτός του πολιτικού παιχνιδιού και κάθε συγκεκριμένης δημοκρατικής προοπτικής» (η υπογράμμιση δική μου).

Ο Κρεπόν αναφέρεται στην απόρριψη, εκ μέρους του Μετώπου, της αντίθεσης Δεξιάς-Αριστεράς, στην προσπάθειά του να αυτοπροβληθεί ως anti-party party (κόμμα του αντικομματισμού), που βρίσκεται πέρα από τις κλασικές ιδεολογικές και πολιτικές διαιρέσεις και τοποθετείται πάνω στη δική του διαχωριστική γραμμή: αυτήν ανάμεσα στους υπερασπιστές της εθνικής ταυτότητας και το «σύστημα». Ως «σύστημα» δεν κατονομάζεται βέβαια ο τρόπος παραγωγής, ποιοι και πώς κερδίζουν ή χάνουν από αυτόν, αλλά οι «κοσμοπολίτες» και οι διεθνείς οργανισμοί.

Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε και στα καθ’ημας, μεταξύ άλλων και από το λεπενιστή Μάκη Βορίδη. Το έδαφος είχε ετοιμάσει ο Καρατζαφέρης, αναπαράγοντας τον Λεπέν («στα εθνικά είμαι δεξιός, στα κοινωνικά αριστερός»). Ο Βορίδης το έθεσε με πιο ιδεολογικούς όρους: «Από το γαλλικό ‘’ni gauche ni droite’’ (oύτε αριστερά ούτε δεξιά) στην ιταλική ‘’terza via’’ (τρίτος δρόμος), είναι φανερό ότι τουλάχιστον μία ορισμένη πλευρά της εθνικής πολιτικής σκέψης υπερβαίνει το δίλημμα αυτό παρουσιάζοντας την εθνική θέση ως ικανή να ξεπεράσει τη διχαστική για το λαό διάκριση ανάμεσα σε ‘’Δεξιούς’’ και ‘’Αριστερούς’’. (…) Πάντα οι πατριώτες διανοούμενοι προσπαθούσαν με την αναφορά στην ιδέα του έθνους να δημιουργήσουν στην κοινωνία συνείδηση της οργανικής της ενότητας, να τονίσουν αυτά που ενώνουν (γλώσσα, παράδοση, ιστορία, θρησκεία, πολιτισμός) και να υπερβούν αυτά που χωρίζουν (ταξική καταγωγή, θέση στην παραγωγή, οικονομική κατάσταση)», εξηγεί ο ίδιος στην ΆλφαΈνα (2/4/2006). «Σήμερα τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίσει να συναντηθούμε σ’ένα ενιαίο πατριωτικό μέτωπο εμάς, τους ριζοσπάστες Δεξιούς, με τους συντηρητικούς Ν.Δ., με τους παραδοσιακούς κεντρώους πατριώτες, με τους πατριώτες αντιιμπεριαλιστές της Αριστεράς».

Αυτή η συνάντηση δεν έγινε βεβαίως ποτέ. Και σήμερα, που γύρω από το Μνημόνιο επαναπροσδιορίζεται το πολιτικό παιχνίδι και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς (σε τελική ανάλυση: μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας), αυτή η συνάντηση, η κατίσχυση του καταθλιπτικού «όλοι ίδιοι είναι», δεν έχει κανέναν λόγο να συμβεί. Κι όμως: το ΛάΟΣ, το κόμμα που ψήφισε το Μνημόνιο, «απειλεί» με αποχώρηση από τη Βουλή, αρνούμενο σε αυτήν να εκφράζει το πολιτικό παιχνίδι όπως παίζεται σήμερα και επιχειρώντας να υπερβεί, συμβολικά, τη διαχωριστική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς την ώρα που αυτή βαθαίνει.

Τι έχει αλλάξει από την τελευταία διετία, που ως κοινοβουλευτικό κόμμα διολισθαίνει χωρίς προσχήματα, όχι στον «τρίτο δρόμο» του μεταφασιστικού MSI, αλλά στο δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; «Νομιμοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων, φοροαπαλλαγή για τα αυτοκίνητα πολυτελείας, κατάργηση της φορολογίας των επιχειρήσεων, νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος, κατάργηση του πόθεν έσχες, θεσμοποίηση της παραοικονομίας, εκποίηση δημόσιων οργανισμών και κτιρίων και κατάργηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, αποτελούν μερικά μόνο από τα μέτρα που το κόμμα έχει προτείνει, και μάλιστα πριν από την ψήφιση του Μνημονίου, στο όνομα της «έκτακτης συνθήκης» της κρίσης. Σε πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου του, ο οποίος «δεν μετανιώνει» για το Μνημόνιο, επανήλθαν προτάσεις για επέκταση των ωρών εργασίας κατά μία ώρα, επιμήκυνση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης κατά 2 χρόνια, νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, νέα κίνητρα στις επιχειρήσεις - ως και για άνοιγμα καζίνο (!). Πόσο «πέραν» της Δεξιάς είναι αυτά;

Ως κόμμα που μιλάει στο όνομα του «έθνους» αλλά από τη σκοπιά των πλουσίων, και αρνούμενο σήμερα στη Βουλή τη δυνατότητα να εκφράζει τις κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές διαιρέσεις που εν μέσω κρίσης γίνονται βαθύτερες, το ΛάΟΣ μετακομίζει οριστικά, όχι σε κάποιον υποτιθέμενο «τρίτο δρόμο», αλλά στην ακροδεξιά· κι αυτό, επιχειρώντας να κάνει το Σύνταγμα κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τις -απολύτως συστημικές- αμαρτίες του.

Ανεξαρτήτως αν η ακροδεξιά φύγει τελικά από τη Βουλή ή όχι (προσωπικά δεν το πιστεύω), η Αριστερά πρέπει να δει αυτή τη «μετακόμιση και να αναδείξει τη σκοπιμότητά της, που δεν είναι μόνο επικοινωνιακή: ο Καρατζαφέρης θέλει, ως διαφημιστής, να μιλούν και πάλι για το προϊόν του (είτε φύγει είτε όχι απ΄τη Βουλή, αυτό είναι κέρδος από μόνο του), θέλει να χαϊδέψει τους Αγανακτισμένους, θέλει όμως και να επανασυνδεθεί με το πιο λαϊκό-«αγωνιστικό» (και αντικοινοβουλευτικό-φιλοδικτατορικό) κομμάτι της ακροδεξιάς, που αγανάκτισε με τη φιλομνημονιακή τοποθέτηση του ΛάΟΣ. Ας τα εξηγήσουμε αυτά, κι ας πούμε ότι υπάρχει πρόβλημα με τη Βουλή, αλλά όχι αυτό που εννοούν οι ακροδεξιοί: το πρόβλημα ξεκινάει από το σημείο που η Βουλή παύει να εκφράζει τις αγωνίες της κοινωνικής πλειοψηφίας, παρά το πλήθος κομμάτων που διαθέτει - και το ΛάΟΣ είναι μέρος αυτού του προβλήματος. Το να αρνούμαστε στη Βουλή (από ιδεολογική αδιαλλαξία ή απλώς απόγνωση) τη δυνατότητα να αναδεικνύει πλειοψηφίες που να εκφράζουν την κοινωνική πλειοψηφία, το να τσουβαλιάζουμε σήμερα τα ξερά με τα χλωρά, σημαίνει να αθωώνουμε αυτούς που δημιουργούν το πρόβλημα ή να τους λέμε ότι παίζουν χωρίς αντίπαλο. Ασφαλώς η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη Βουλή και η παρουσία του ΛάΟΣ σε αυτήν δεν αποτελεί εγγύηση για τη δημοκρατία. Η (ενδεχόμενη) μετακόμιση του ΛάΟΣ εκτός Βουλής, όμως, δεν έχει καμία σχέση με το αίτημα για περισσότερη ή πραγματική δημοκρατία. Ακριβώς το αντίθετο.

Εννοείται ότι, ειδικά σήμερα, η Αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να μιμηθεί αυτή τη μετακόμιση ή να παπαγαλίζει το γελοίο και επικίνδυνο αντικοινοβουλευτισμό της ακροδεξιάς: αν φταίνε «όλοι», δεν φταίει κανείς, κι αν φταίνε «όλοι οι πολιτικοί», τότε σειρά έχουν οι στρατιωτικοί ή «ένας Παπαδόπουλος». Ειδικά σήμερα, η θέση της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι παρά αυτή που πάντα ήταν: και μέσα στη Βουλή, με τους πολιτικούς της συμμάχους που τοποθετούνται από τη δική της σκοπιά στην κυρίαρχη αντίθεση (αντιμαχόμενοι, δηλαδή, το Μνημόνιο), και έξω, με τον κόσμο που μουτζώνει αυτούς που το ψήφισαν, ψάχνoντας δρόμους χειραφέτησης από αυτούς. Όπως έξω από τη Βουλή, ακριβώς έτσι και μέσα, όλοι ίδιοι δεν είναι.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Ένα σχόλιο για το πολύ καλό κείμενο του Logothetis vassilis, ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ.

Δυο σκέψεις για το Σύνταγμα...

Θα προσπαθήσω να καταγράψω όσο το δυνατόν συντομότερα την θέση μου για το τι συμβαίνει στο Σύνταγμα γιατί σε αυτή την περίπτωση υπάρχει μια βασική αντιστροφή σε σχέση με προηγούμενες διεργασίες. Η αποκωδικοποίηση του τι συμβαίνει στο Σύνταγμα δεν θα πρέπει να μείνει στα διαφοροποιητικά από το χθες στοιχεία αναγνώσκοντας τα με μια θετική διάθεση μόνο και μόνο επειδή μας απομακρύνουν απο τα κακώς κείμενα αλλά θα πρέπει αυτά τα ίδια να αναλυθούν πέρα από την επίκτητη “θετικότητα ” τους. Σαν θετικά αθροίζονται το ακομμάτιστο, το πολυσυνθετικό το χωρίς αντιπροσώπους, χωρίς πάτρωνες σημαίες και ξύλινα συνθήματα, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην χρήση των νέων τεχνολογιών σαν το στοιχείο εκείνο που δομεί έστω και τμηματικά ένα νέο επαναστατικό πρότυπο μακριά από το αρχέτυπο του 1789. Όμως τα στοιχεία αυτά που συγκροτούν της ιδιαίτερη φόρμα-δομή της διαμαρτυρίας αυτής είναι και οι φορείς της ίδιας της προβληματικής της ενώ αποτελούν και την λυδία λίθο για τον έντονο λαϊκίστικο-απολιτικό χαρακτήρα των διαμαρτυριών Δεν θα σταθώ στο ότι το κάλεσμα που αρχικά απηύθυναν καλούσε τον κόσμο να παρευρεθεί αφήνοντας στο σπίτι την ιδεολογία του, έκφραση που το λιγότερο είναι ατυχής αν όχι και επικίνδυνη για την δημοκρατία και θα σταθώ στο ποια είναι τα χαρακτηριστικά του λαϊκισμού Καταρχήν η πολυσυλλεκτικότητα της κίνηση όχι μόνο δεν είναι θετική αλλά είναι και κυρίαρχο γνώρισμα κάθε λαϊκιστικής πολιτικής διεργασίας και αυτό γιατί βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ενοποίηση των διαφορετικοτήτων του κοινωνικού πεδίου στο όνομα ενός απλοποιημένου και κυρίαρχου ανταγωνισμού ο οποίος αρθρώνεται στα αντιθετικά άκρα ενός ακαθόριστου λαού από τη μία και μιας κυρίαρχης ιδεολογίας η θεσμικοποιημένης εξουσιαστικής οντότητας από την άλλη. Τα βαθιά ετερόκλητα στοιχεία της πάνω και της κάτω πλατείας μπορεί να διαχωρίζονται χωρικά και οχι μόνο, στην λεπτομερειακή τους ανάλυση, αλλά δεν παύουν να συνδεόνται να υπερκαθορίζονται και εν τέλει ταυτίζονται όντας και τα δύο “αγανακτισμένα”. Η ίδια η λέξη αναδεικνύει την δεύτερη διάσταση του λαϊκισμού την τάση του δηλαδή να παράγει η να καθιστά κενά νοήματος σημαινόντα. Έτσι το αγανακτισμένος καθίσταται όχι μόνο λέξη στην οποία μπορούν να “παρεισφρήσουν” διάφορε ερμηνείες αλλά και που σε ύστερο στάδιο αρκεί για να εξηγήσει-δικαιολογήσει τα πάντα ενώ σε τελική ανάλυση “περιγράφει”-”εξισώνεται” με τα ίδια τα αιτήματα και του αγώνα.

“Βεβαία οι αντιδράσεις δεν ήταν πολύ ενθαρρυντικές αλλά μη ξεχνάμε ότι είμαστε σε συγκέντρωση «αγανακτισμένων» “

Η αναφορά μου αυτή υπάρχει γιατί προσωπικά πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε δογματικοί με την υπεράσπιση της δημοκρατίας χωρίς να αφήνουμε κανένα περιθώριο όχι μόνο για δικαιολόγηση αλλά και λογική επεξεργασία αντιδημοκρατικών πράξεων. Αυτός ο ανταγωνισμός των “αγανακτισμένων” με το “σύστημα” και το κυρίαρχο εξουσιαστικό ιδεολογικό μπλοκ είναι που παράγει εσωτερικά όχι μόνο την αναλυτική σκέψη για του τι συμβαίνει αλλά παρέχει και μια απλοϊκή δέσμη λύσεων που ευχαριστεί το ένα σκέλος της ανταγωνιστικής διελκυνστίδας όχι μόνο απαλλάσσοντας την από ευθύνες αλλά και από υποχρεώσεις για την υπέρβαση της κρίσης. Έτσι η ιαχή “κλέφτες κλέφτες” πέρα από την απλοϊκή ανάλυση για το αίτιο της κρίσης έχει και σαν επακόλουθο την απλοϊκή λύση: να πληρώσουν αυτοί που έχουν οι οποίοι δεν μπορεί παρά να έχουν κλέψει για να έχουν. Η κλειστή αυτή ανατροφοδοτούμενη αντίληψη στον πυρήνα της κρύβει όχι μόνο τον λαϊκισμό αλλά και την φασιστική μέθοδο κατανόησης της πραγματικότητας, στο μέτρο που η προβληματική προκύπτει από την έξωθεν παρέμβαση ενός “άλλου” στην προκείμενη των πολιτικών που με τις πράξεις τους μόλυναν ένα υγιές σώμα( λαός-οικονομία). Δεν θέλετε να σας πω ποιος ήταν αυτός ο άλλος στην Γερμανία το 1933 ούτε ποιος είναι αυτός ο άλλος για κάποιους στον Άγιο Παντελεήμονα το 2011. Χωρίς να επεκταθώ η μαρξιστική “πάλη των τάξεων” σαν μέθοδος ανάλυσης εγγράφεται στο εσωτερικό του κοινωνικού συστήματος αναλύοντας τους υφέρποντες και αναδυόμενους ανταγωνισμούς Για το θέμα του λαϊκισμού τελειώνω αναφέροντας ότι έτερη βασική του συνιστώσα είναι η απευθείας σχέση ηγέτη μάζας χωρίς θεσμούς διαμεσολάβησης Εδώ μπορεί ακόμα να μην έχουμε ηγέτη και πιθανότατα να μην υπάρξει ποτέ έχουμε όμως μια ξεκάθαρη αντίθεση με τους δημοκρατικούς διαμεσολαβητικούς θεσμούς μεταξύ μαζών και εξουσίας που είναι οι διαφόρων ειδών συλλογικότητες Παρατηρούμε άρνηση για τον ρόλο των κομμάτων αλλά και για τον ρόλο των συνδικάτων. άρνηση η οποία σε αυτή την περίπτωση όχι μόνο δεν αποκτά χαρακτηριστικά πάλης απέναντι στις κυρίαρχες ελίτ αλλά αντιθέτως τις υποβοηθά σημαντικά δίνοντας τους εκείνο το άλλοθι που “χρειάζονται” για περαιτέρω αυτονόμηση της εξουσίας από τις μάζες. Το κομματικό φαινόμενο στην Ελλάδα και όχι μόνο υποχωρεί ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την συνδικαλιστική πυκνότητα. Τα δύο αυτά στοιχεία είναι άμεσα συσχετισμένα με αρχηγοκεντρικές δομές εξουσίας και ελαχιστοποίηση του κοινωνικού ελέγχου στην πολιτική διαδικασία. Γι’αυτό άλλωστε και οι κινητοποίησης στο Σύνταγμα χαίρουν της αποδοχής και προβολής μερίδας των ΜΜΕ που βλέπουν στο βάθος αύξηση της επιρροής τους τόσο πάνω στις μάζες όσο και πάνω στην πολιτική. Δεν θα επεκταθώ άλλο σε αυτό το θέμα αυτό αλλά υπάρχει αρκετός χώρος όπως βλέπετε. Τέλος για τον ρόλο του διαδικτύου δυο κουβέντες. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικός και αυτό φαίνεται όμως όταν ο Μουμπάρακ φίμωσε το internet τότε ήταν ο αχνός αντίλαλος από τα σοκάκια της παρισινής κομμούνας που λειτούργησε σαν οδηγός για την αυτοοργάνωση των μαζών.Νομίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ομορφιά του να ζεις κάτι την γέννηση της ιδέας για δράση στα πλαίσια μιας συλλογικότητας που είναι ζωντανή. Αυτά...

ΕΝΑ ,ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ,ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ του Βασίλη Λογοθέτη.

Οι λαικιστές δεν θέλουν να αναζητήσουν και να αποδώσουν τη κεντρική αιτία της κρίσης, στην ασυδοσία και τη κρίση του χρηματιστηριακού καπιταλισμού.Δεν θέλουν να ασκήσουν κριτική και αποσιωπούν την νεοφιλελεύθερη πολιτική που ηγεμόνευσε και οδήγησε στην ήττα της πολιτικής έναντι του κεφαλαίου.Δεν θέλουν και αποσιωπούν το ρόλο του ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΡΙΟΥ των Βρυξελλών, έναντι τηας ασυδοσίας των συμμοριών των αγορών.Δεν θέλουν να αποδώσουν στις νεοφιλελευθερες επιλογές το μνημόνιο , με ένα απο τα αποτελέσματα αυτής της αποσιώπησης , να εμφανίζεται το κόμμα της δεξιάς στην Ελλάδα να είναι δήθεν αντιμνημονιακό ,αποκρύβοντας το νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα του.Δεν θέλουν να κρίνουν την σοσιαλφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης -παράρτημα κατά περιόδους - μεγάλων μέσων μαζικής εξαπάτησης και εμπορίου φόβου.Δεν θέλουν να αξιολογήσουν την ήττα των δυνάμεων της εργασίας στην Ελλάδα απο το παρασιτικό κεφάλαιο και τους ελεγχόμενους και νεοφιλελεύθερους πολιτικούς. Δεν θέλουν να αξιολογήσουν την αποδόμηση της κυβέρνησης Παπανδρέου από μια ΑΚΡΑΙΦΝΉ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ συμμαχία που συγκροτείται από το Διευθυντήριο των Βρυξελλών , την ελληνική παρασιτική ολιγαρχία σε διαπλοκή με τα ΜΜΕ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΕΛΈΧΗ του ΣΟΣΙΑΛΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ καθώς και τμημάτων του εκσυγχρονιστικού μορφώματος από το ΠΑΣΟΚ.Ήδη τα μαγειρεμένα γκάλοπς , με τα σενάρια :Ή για ξωπέταγμα της πολιτικής διακυβέρνησης και την αντικατάσταση της από - προσωπικότητες , τεχνικούς εταιριών , αποκρατικοποιητές , θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού ή απο συμμαχικές κυβερνήσεις τύπου 1989.Είναι ώρα για μια άλλη πολιτική εξόδου από τη κρίση και της Ελλάδας και της Ευρωζώνης.Για να μη πάρει αυτή τη ρεβάνς ο νεοφιλελευθερισμός, σε βάρος του Ελληνικού Λαού και συνολικά των ευρωπαικών λαών.