Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

"Επανάσταση σημαίνει μια νέα τάξη πραγμάτων" Διάλεξη του Σλαβοϊ Ζιζεκ στο ΕΜΠ με θέμα "Ζώντας στην εποχή των τεράτων-Η κρίση, η Ευρώπη, ο Κομμουνισμός

Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2010

Λέγεται ότι στην Κίνα, αν πραγματικά μισούν κάποιον, η κατάρα που του εκτοξεύουν είναι: «Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς»! Στην ανθρώπινη ιστορία, «ενδιαφέροντες καιροί» είναι, στην πραγματικότητα, εποχές αναταραχών, πολέμων και σύγκρουσης για την εξουσία, με βαριές συνέπειες για εκατομμύρια αθώους. Σήμερα, είναι φανερό ότι πλησιάζουμε μια νέα εποχή για την οποία θα αρμόζει η περιγραφή «ενδιαφέροντες καιροί». Μετά από δεκαετίες κοινωνικού κράτους (ή μάλλον υπόσχεσης κοινωνικού κράτους), κατά τις οποίες τα μέτρα λιτότητας περιορίζονταν σε σύντομες περιόδους και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα σύντομα θα επέστρεφαν στην ομαλότητα, εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η κρίση- ή μάλλον ένα είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης- μαζί με την ανάγκη κάθε είδους μέτρων λιτότητας (περικοπές επιδομάτων, συρρίκνωση της δωρεάν παιδείας και υγείας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κ.α.) γίνονται μόνιμες, σταθερές της καθημερινότητας, ένας νέος τρόπος ζωής.

Τι σημαίνει αυτό για την Αριστερά της εποχής μας; Στην ψυχαναλυτική θεραπεία, οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει τι πραγματικά επιθυμεί: Θέλω πράγματι αυτό που νομίζω ότι θέλω; Πάρτε την χαρακτηριστική περίπτωση του συζύγου που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη εξωσυζυγική σχέση, ονειρευόμενος διαρκώς ότι η γυναίκα του με κάποιο τρόπο θα εξαφανιστεί (θα πεθάνει, θα τον χωρίσει ή ό,τι άλλο), έτσι ώστε να ζήσει μια κανονική ζωή με την ερωμένη του- αλλά όταν έρχεται αυτή η ποθητή στιγμή, ο κόσμος του καταρρέει, καθώς ανακαλύπτει ότι δεν θέλει πια την ερωμένη του. Όπως λέει μια παλιά παροιμία, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που είναι χειρότερο από το να μην πετυχαίνεις αυτό που θέλεις- κι αυτό είναι να το πετύχεις! Έτσι λοιπόν, έρχεται σήμερα και για τους αριστερούς διανοούμενους η στιγμή της αλήθειας: Θέλατε πραγματική αλλαγή, ωραία λοιπόν, τώρα θα την έχετε! Πίσω στο 1937, στο έργο του «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραφε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι «κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμής της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει». Οι ριζοσπάστες επικαλούνται την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής εν είδει δεισιδαιμονικής τελετουργίας που θα πετύχει το αντίθετό της, εμποδίζοντας να εκδηλωθεί η πραγματική αλλαγή. Κι αν είναι να εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση, αυτό πρέπει να συμβεί σε ασφαλή απόσταση: Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα… έτσι ώστε, ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι τα μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την ακαδημαϊκή μου καριέρα.

Αυτή η οικονομική κατάσταση μόνιμης έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπονομετική, πνευματική δουλειά, που δεν έχει άμεση, «πρακτική» εφαρμογή. Το αντίθετο: σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ο κομμουνισμός αρχίζει με αυτό που ο Καντ, στο περίφημο δοκίμιό του «Τι είναι Διαφωτισμός», αποκαλεί «δημόσια χρήση του ορθού λόγου», δηλαδή με την εξισωτική οικουμενικότητα της σκέψης. Όταν ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, από τη σκοπιά του Χριστιανού, «δεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες, ούτε Εβραίοι και Έλληνες», διατυπώνει την ιδέα ότι οι αναφορές σε εθνικές ρίζες, ταυτότητες κλπ δεν αποτελούν κατηγορίες της αλήθειας, ή, για να το θέσουμε ακριβώς με Καντιανούς όρους, όταν αναφερόμαστε σε εθνικές ρίζες, ασκούμε την ιδιωτική χρήση του λόγου, η οποία περιορίζεται από ιδιαίτερα, δογματικά προτάγματα, δηλαδή δρούμε ως «ανώριμοι» ιδιώτες και όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι ενεργούν στη διάσταση του οικουμενικού λόγου. Για τον Καντ, ο δημόσιος χώρος της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» σηματοδοτεί το παράδοξο της οικουμενικής μοναδικότητας, του μοναδικού υποκειμένου το οποίο, με ένα είδος βραχυκυκλώματος, προσπερνώντας τη διαμεσολάβηση του ιδιαίτερου, συμμετέχει απ’ ευθείας στο Οικουμενικό. Υπό αυτό το πρίσμα, το “ιδιωτικό” δεν είναι το υλικό της ατομικότητάς μας σε αντιδιαστολή με τους κοινοτικούς δεσμούς, αλλά η ίδια η κοινοτική- θεσμική τάξη της ιδιαίτερης ταυτότητάς μας.

Ο αγώνας μας οφείλει λοιπόν να στρέφεται προς εκείνες τις πλευρές της τρέχουσας «αναδιάρθρωσης» που δημιουργούν απειλές στον ελεύθερο, δημόσιο χώρο, σε διεθνική κλίμακα. Παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει η λεγόμενη «Διαδικασία της Μπολώνια», που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο «την εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής της ανώτατης εκπαίδευσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα»- στην πραγματικότητα μια επίθεση στη δημόσια χρήση του ορθού λόγου. Κοινός παρονομαστής αυτών των αλλαγών είναι η πίεση για υποταγή της ανώτατης εκπαίδευσης στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της κοινωνίας μέσω της παραγωγής εξειδικευμένων γνώσεων. Αυτό που εξαφανίζεται εδώ είναι η πραγματική αποστολή της επιστημονικής σκέψης: όχι μόνο να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που τίθενται από την «κοινωνία»- στην πραγματικότητα, από το κράτος και το κεφάλαιο- αλλά να στοχαστεί πάνω στην ίδια τη μορφή αυτών των προβλημάτων και να διακρίνει το πρόβλημα που υπάρχει στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το πρόβλημα. Η αναγωγής της ανώτατης εκπαίδευσης στο έργο της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμης, εξειδικευμένης γνώσης αποτελεί παραδειγματική έκφραση της Καντιανής «ιδιωτικής χρήσης του ορθού λόγου»- δηλαδή, της υποταγμένης σε αυθαίρετες, δογματικές απαιτήσεις- στο πλαίσιο του σημερινού, παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Έχει μεγάλη σημασία να συνδέσουμε την πίεση για εναρμόνιση της ανώτατης εκπαίδευσης με πρακτικές ανάγκες- όχι μόνο με τη μορφή της ευθείας ιδιωτικοποίησης ή των δεσμών με τις επιχειρήσεις, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του προσανατολισμού της προς την παραγωγή εξειδικευμένης γνώσης, που θα μας βοηθήσει να επιλύσουμε συγκεκριμένα, πρακτικά προβλήματα- με τη διαδικασία της «περίφραξης» (enclosure) των πνευματικών προϊόντων που κανονικά θα έπρεπε να ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα, δηλαδή με την ιδιωτικοποίηση της γενικής διάνοιας (σ.τ.μ. general intellect στον Μαρξ). Αυτή η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός καθολικού μετασχηματισμού στον τρόπο της ιδεολογικής έγκλησης (σ.τ.μ. όρος που παραπέμπει στον Λουί Αλτουσέρ). Η καπιταλιστική νεωτερικότητα επέβαλε τη διπλή ηγεμονία του δημόσιου, σχολικού συστήματος και της ιδεολογίας του νόμου. Οι ιδιώτες μεταμορφώθηκαν σε νομικά υποκείμενα μέσω της υποχρεωτικής, καθολικής εκπαίδευσης, ενώ τα υποκείμενα εγκαλούνται από την νομική τάξη πραγμάτων ως πατριώτες, ελεύθεροι πολίτες. Έτσι διατηρήθηκε το χάσμα ανάμεσα στον μπουρζουά και τον πολίτη, ανάμεσα στον εγωιστή- χρησιμοθηρικό ιδιώτη που ασχολείται με τα ιδιωτικά του συμφέροντα και τον πολίτη που αφιερώνεται στο καθολικό πεδίο του κράτους. Στο βαθμό που, στην αυθόρμητη αντίληψη περί ιδεολογίας, η τελευταία περιορίζεται στην καθολική σφαίρα του πολίτη, ενώ η ιδιωτική σφαίρα των εγωιστικών συμφερόντων παραμένει «προ- ιδεολογική», το ίδιο το χάσμα μεταξύ ιδεολογίας και μη ιδεολογίας γίνεται κομμάτι της (σ.σ. κυρίαρχης, αστικής) ιδεολογίας. Αυτό που συνέβη στο τελευταίο στάδιο του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, μετά το 1968, είναι ότι η ίδια η οικονομία- η λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού- επιβλήθηκε βαθμιαία ως η ηγεμονική ιδεολογία:

-Στην εκπαίδευση, γινόμαστε μάρτυρες της βαθμιαίας αποδιάρθρωσης του κλασικού, αστικού Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, του δημόσιου σχολείου. Το σχολικό σύστημα γίνεται ολοένα και λιγότερο υποχρεωτικό δίκτυο, ανυψωμένο υπεράνω της αγοράς και οργανωμένο κατευθείαν από το κράτος, φορέας των αξιών του διαφωτισμού- ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Στο όνομα της ιερής φόρμουλας «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα», διαπερνάται βαθμιαία από διάφορες μορφές εταιρικών σχέσεων δημοσίου- ιδιωτικού.

-Στο επίπεδο της οργάνωσης και της νομιμοποίησης της εξουσίας, το εκλογικό σύστημα γίνεται αντιληπτό ολοένα και περισσότερο ως μοντέλο ανταγωνισμού της αγοράς: οι εκλογές μοιάζουν με εμπορική ανταλλαγή, όπου οι ψηφοφόροι «αγοράζουν» το πακέτο υπηρεσιών διατήρησης της τάξης, δίωξης του εγκλήματος και πάει λέγοντας, με κριτήριο τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στο όνομα της ίδιας φόρμουλας- «μικρότερο κόστος, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα»- λειτουργίες που άλλοτε αποτελούσαν αποκλειστικότητα της κρατικής εξουσίας, όπως οι φυλακές, τώρα ιδιωτικοποιούνται. Ο στρατός δεν βασίζεται πλέον στην καθολική θητεία, αλλά στελεχώνεται από μισθοφόρους.

-Ακόμη και το πεδίο των διαπροσωπικών, συναισθηματικών σχέσεων οργανώνεται ολοένα και περισσότερο βάσει των γραμμών που καθορίζουν οι σχέσεις της αγοράς. Ο Αλέν Μπαντιού ανέπτυξε τον παραλληλισμό ανάμεσα στη σύγχρονη αναζήτηση ερωτικού συντρόφου ή συζύγου μέσω οργανωμένων πρακτορείων του είδους και στην πανάρχαια διαδικασία της προεπιλογής του γαμπρού ή της νύφης από τους γονείς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ρίσκο του να ερωτευθεί κανείς αίρεται, το τυχαίο στο ερωτικό παιχνίδι εξαφανίζεται χάρη στους προηγηθέντες διακανονισμούς που παίρνουν υπ΄ όψιν όλα τα υλικά και ψυχολογικά συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών. Να γιατί τα γραφεία συνοικεσίων είναι κατ΄ εξοχήν αντιερωτικοί μηχανισμοί. Το στοίχημα είναι να οργανώσουν τον έρωτα ως πραγματική, ελεύθερη επιλογή- διαλέγω τον υποψήφιο που μου ταιριάζει περισσότερο, αφού επιθεωρήσω προσεκτικά τον κατάλογο των υποψηφίων.

Είναι λογικό λοιπόν, από τη στιγμή που η οικονομία θεωρείται ότι δεν ανήκει στην ιδεολογική σφαίρα, αυτός ο νέος, γενναίος κόσμος της καθολικής εμπορευματοποίησης να προβάλλεται ως μετα- ιδεολογικός. Φυσικά, οι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους (ΙΜΚ) είναι πάντα παρόντες- και μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, από τη στιγμή που η ιδεολογία, στην αντίληψη που έχει για τον εαυτό της, αναφέρεται σε υποκείμενα, σε αντίθεση με τους προ- ιδεολογικούς ιδιώτες, αυτή η ηγεμονία της ιδεολογικής σφαίρας δεν μπορεί παρά να εμφανισθεί ως απουσία ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει όχι ότι η ιδεολογία απλώς αντανακλά την οικονομία, όπως το εποικοδόμημα αντανακλά τη βάση του, αλλά ότι η οικονομία λειτουργεί εδώ η ίδια ως ιδεολογικό μοντέλο. Έτσι, νομιμοποιούμαστε πλήρως να πούμε ότι λειτουργεί ως ΙΜΚ- σε αντίθεση με την «πραγματική» οικονομική ζωή, η οποία ξεκάθαρα δεν ακολουθεί το εξιδανικευμένο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς.

Η πλήρης μετατροπή της ιδεολογίας σε φυσική κατάσταση πραγμάτων (εξάλειψη της ιδεολογίας από την ίδια την ιδεολογία) επιβάλλει ένα δυσάρεστο, αλλά αναπόδραστο συμπέρασμα αναφορικά με την παγκόσμια, κοινωνική δυναμική του καιρού μας: Σήμερα, είναι ο καπιταλισμός που εμφανίζεται πραγματικά ως επαναστατικός, καθώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες μεταμόρφωσε ολόκληρο το τοπίο, από τις τεχνολογίες μέχρι την ιδεολογία, ενώ τόσο οι συντηρητικοί, όσο και οι σοσιαλδημοκράτες κατά κανόνα απλώς αντιδρούσαν σε αυτές τις αλλαγές, προσπαθώντας εναγωνίως να διατηρήσουν κάποια από τα παλαιά κεκτημένα. Σε έναν παρόμοιο αστερισμό, η ίδια η ιδέα του ριζικού, κοινωνικού μετασχηματισμού μπορεί να ακούγεται σαν αδύνατο όνειρο, αλλά ο όρος «αδύνατο» επιβάλει να σταματήσουμε λίγο και να σκεφτούμε. Σήμερα, το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται κατά έναν παράξενο τρόπο, έτσι που και τα δύο εκρήγνυνται ταυτόχρονα στην υπερβολή. Από τη μια πλευρά, στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστήμης- τεχνολογίας, ακούμε ότι «τίποτα δεν είναι αδύνατο». Μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε όλες τις διεστραμμένες εκδοχές του, να κατεβάσουμε από το Διαδίκτυο ολόκληρα αρχεία μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ακόμη και τα διαστημικά ταξίδια είναι προσιτά στον καθένα που μπορεί να τα πληρώσει. Ανοίγεται η προοπτική της βελτίωσης των φυσικών και ψυχικών δυνατοτήτων μας μέσω επεμβάσεων στο γονιδίωμα. Ακόμη και το τεχνοκρατικό όνειρο της αθανασίας μπορεί με μια έννοια να επιτευχθεί, μέσω της μετατροπής της ταυτότητάς μας σε λογισμικό, το οποίο θα μπορεί να φορτωθεί σε ένα άλλο σώμα- «hardware».

Από την άλλη, στο πεδίο των οικονομικο- κοινωνικών σχέσεων, η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εποχή της ωριμότητας, στην οποία, με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η ανθρωπότητα εγκατέλειψε τις παλιές, χιλιαστικές ουτοπίες και αποδέχθηκε τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η πραγματικότητα- διάβαζε: η καπιταλιστική, οικονομικο- κοινωνική πραγματικότητα- με όλα τα αδύνατα που ορθώνει μπροστά μας. Η εντολή «δεν» είναι το σύνθημα της ημέρας: Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε μεγάλα, συλλογικά εγχειρήματα, τα οποία αναγκαστικά θα καταλήξουν στον τρόμο του ολοκληρωτισμού. Δεν μπορείς να αγκιστρωθείς στο παλιό κράτος πρόνοιας, το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί σε οικονομική κρίση. Δεν μπορείς να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, κλπ, κλπ. Στη ιδεολογική εκδοχή της, η οικολογία έρχεται να προσθέσει τον δικό της κατάλογο των αδύνατων, των απαγορευτικών ορίων- π.χ. απαγορεύεται αν αυξηθεί η παγκόσμια θερμοκρασία ένα ή δύο βαθμούς παραπάνω- που βασίζονται επίσης σε κάποιες «εκτιμήσεις ειδικών». Ο λόγος είναι ότι ζούμε σε μια μετα- πολιτική εποχή μετατροπή της οικονομίας σε δεύτερη Φύση: οι πολιτικές αποφάσεις παρουσιάζονται κατά κανόνα ως επιταγές μιας αμιγώς οικονομικής αναγκαιότητας- όταν επιβάλλονται μέτρα λιτότητας, μας λένε ξανά και ξανά ότι είναι εντελώς αναγκαία. Επομένως, έχει έρθει ίσως η ώρα να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας περί δυνατού και αδύνατου: Κάτι λάθος πρέπει να υπάρχει σε έναν κόσμο όπου είναι δυνατό να γίνουμε αθάνατοι, αλλά αδύνατο να ξοδέψουμε λίγο περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση.

Το πρόβλημα εδώ είναι βαθύτερο από ό,τι εμφανίζεται: Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σημερινού καπιταλισμού είναι η ιδιωτικοποίηση αυτού που ο Μαρξ ονόμασε «γενική διάνοια» - ένα ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα της διαπάλης γύρω από τα πνευματικά δικαιώματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η οικονομική εκμετάλλευση με την κλασική, μαρξιστική έννοια δεν είναι πλέον δυνατή, γι αυτό είναι ανάγκη να επιβάλλεται ολοένα και περισσότερο με χρήση του νομικού οπλοστασίου, δηλαδή εξωοικονομικών δυνάμεων. Να γιατί γίνεται αναγκαία, ολοένα και περισσότερο, η απ’ ευθείας ενεργοποίηση της εξουσίας, ώστε να επιβληθούν οι αυθαίρετες, νομικές προϋποθέσεις για την απόσπαση ρέντας (προσόδου), κάτι που δεν διασφαλίζεται «αυθόρμητα», από τη λειτουργία της αγοράς. Ίσως εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης αντίθεση του σύγχρονου, «μεταμοντέρνου» καπιταλισμού. Ενώ η λογική του είναι η απορρύθμιση, το λιγότερο κράτος, η νομαδική- μη εδαφική ανάπτυξη κλπ, η βασική τάση της «μετατροπής του κέρδους σε ρέντα» σηματοδοτεί τον ενισχυμένο ρόλο του κράτους, του οποίου η ρυθμιστική (και όχι μόνο) λειτουργία είναι πανταχού παρούσα. Η δυναμική απορρύθμιση συνυπάρχει και στηρίζεται σε ολοένα και περισσότερο αυταρχικές παρεμβάσεις του κράτους και των μηχανισμών του. Αυτό λοιπόν που μπορούμε να διακρίνουμε στον ορίζοντα της ιστορικής εξέλιξης είναι μια κοινωνία στην οποία η ελευθεριακή, ηδονιστική ζωή των ατόμων συνυπάρχει με (και συντηρείται από) ένα σύνθετο δίκτυο ρυθμιστικών, κρατικών μηχανισμών. Αντί να εξαφανίζεται, το κράτος ενισχύεται στις μέρες μας.

Για να θέσουμε το ζήτημα λίγο διαφορετικά, ο σύγχρονος καπιταλισμός προκαλεί καταστάσεις όπου απαιτούνται μεγάλης κλίμακας κρατικές παρεμβάσεις, αλλά το πρόβλημα είναι ότι το κοινοβουλευτικό- δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο δεν επιτρέπει γρήγορες, ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Ξαφνικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οικολογικές καταστροφές, μεγάλης κλίμακας οικονομικές αναδιαρθρώσεις- όλα αυτά απαιτούν ένα σώμα με καθαρή εξουσιοδότηση να επιβάλει γρήγορα αποτελεσματικά αντίμετρα, παρακάμπτοντας τις αβρότητες των μακρόσυρτων, δημοκρατικών διαβουλεύσεων. Θυμηθείτε τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του φθινοπώρου του 2008: Ο πανικός ήταν απόλυτος και επέβαλε σε χρόνο μηδέν μια διεθνική, διαπαραταξιακή συμπαράταξη, όπου όλες οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των ηγετών του κόσμου προσωρινά ξεχάστηκαν ώστε να αποτραπεί Η καταστροφή. Αυτό που σήμανε η περιλάλητη διακομματική συναίνεση, που τόσο εξύμνησαν οι Αμερικανοί, είναι ότι η δημοκρατία είχε ντε φάκτο αρθεί: Δεν υπήρχε χρόνος για να αναλωθεί κανείς σε συνήθεις, δημοκρατικές διαδικασίες, επομένως αυτοί που ήταν αντίθετοι με το σχέδιο, στους κόλπους του αμερικανικού Κογκρέσου, αναγκάστηκαν πολύ γρήγορα να ευθυγραμμιστούν με την κυρίαρχη γραμμή. Μπους, Μακέιν και Ομπάμα σχημάτισαν ενιαίο μέτωπο, εξηγώντας στην αμήχανη κοινή γνώμη ότι δεν υπήρχε χρόνος για παρατεταμένη, δημοκρατική συζήτηση- βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επομένως πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα. Δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς που, σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, αυταρχικά καθεστώτα σαν εκείνο της Κίνας αποδεικνύονται αποτελεσματικότερα από τις σύγχρονες δημοκρατίες.

Οι κομμουνιστές που βρίσκονται στην εξουσία είναι σήμερα οι πιο δυναμικοί καπιταλιστές. Μήπως δεν είναι αυτό η έσχατη ένδειξη θριάμβου του καπιταλισμού; Μια άλλη ένδειξη αυτού του θριάμβου είναι το γεγονός ότι η κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να ανέχεται αυτό που εμφανίζεται ως ανελέητη κριτική. Δεν έχουμε έλλειμμα αντικαπιταλισμού στις μέρες μας, αντίθετα γινόμαστε μάρτυρες πληθωρικής κριτικής στα δεινά που συσσωρεύει ο καπιταλισμός. Βιβλία, εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές στηλιτεύουν κατά κόρον ασύδοτες εταιρείες που μολύνουν το περιβάλλον, διεφθαρμένους τραπεζίτες που συνεχίζουν να εισπράττουν γενναία μπόνους ενώ οι τράπεζές τους διασώζονται με δημόσια κονδύλια, για βιομηχανικά κάτεργα που εκμεταλλεύονται υπερωριακή παιδική εργασία και πάει λέγοντας. Υπάρχει όμως μια παγίδα σε όλο αυτό το χείμαρρο της κριτικής: Αυτό που δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι το δημοκρατικό- φιλελεύθερο πλαίσιο της πάλης εναντίον αυτών των ακροτήτων. Ο ρητός ή υπόρρητος στόχος είναι ο εκδημοκρατισμός του καπιταλισμού, η επέκταση του δημοκρατικού ελέγχου στην οικονομία, μέσω της πίεση των μέσων ενημέρωσης, των κοινοβουλευτικών επιτροπών ελέγχου, της σκληρότερης νομοθεσίας, των εισαγγελικών παρεμβάσεων κλπ- χωρίς όμως ποτέ να αμφισβητείται το θεσμικό πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Αυτή είναι η ιερή αγελάδα που δεν τολμούν να αγγίξουν ακόμη και οι τις πιο ριζοσπαστικές μορφές «ηθικού καπιταλισμού», όπως τα κινήματα τύπου Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε.

Εδώ είναι που η θεμελιώδης θέση του Μαρξ παραμένει ισχυρή, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Για τον Μαρξ, το ζήτημα της ελευθερίας δεν τοποθετείται πρωταρχικά στην καθ’ εαυτήν πολιτική σφαίρα- όπως το θέλει η αντίληψη των δυτικών θεσμών, που όταν θέλουν να κρίνουν το βαθμό φιλελευθερισμού μιας χώρας θέτουν τα ερωτήματα: Έχει ελεύθερες εκλογές; Έχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη; Είναι ο Τύπος ελεύθερος από κρυφές πιέσεις; Γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το κλειδί για την πραγματική ελευθερία βρίσκεται περισσότερο στο «μη πολιτικό» δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, από την αγορά μέχρι την οικογένεια, όπου η απαιτούμενη αλλαγή δεν είναι η πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων- ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ επαναστατική, ταξική πάλη, όχι δημοκρατικές εκλογές ή άλλα πολιτικά μέτρα με τη στενή έννοια του όρου. Δεν ψηφίζουμε για να αποφασίσουμε ποιος θα κατέχει τι ή για τις σχέσεις εργατών- διευθυντών στο εργοστάσιο. Όλα αυτά αφήνονται σε διαδικασίες εκτός της πολιτικής σφαίρας και είναι αυταπάτη να πιστέψουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση πραγμάτων απλώς «επεκτείνοντας» τη δημοκρατία σ’ αυτή τη σφαίρα- π.χ. οργανώνοντας «δημοκρατικές» τράπεζες υπό λαϊκό έλεγχο. Η ριζοσπαστική αλλαγή σε αυτό το πεδίο βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Φυσικά, παρόμοιες δημοκρατικές διαδικασίες μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο. Παραμένουν όμως στοιχεία του αστικού κράτους, σκοπός του οποίου είναι να εγγυηθεί την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Στενά συνδεδεμένη με την αναγκαία αποφετιχοποίηση των «δημοκρατικών θεσμών» είναι η αποφετιχοποίηση του αρνητικού τους αντίστοιχου: της βίας. Ο Μπαντιού πρότεινε πρόσφατα τη φόρμουλα της «αμυντικής βίας». Πρέπει να καταγγείλουμε τη βία (π.χ. τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ως βασικό τρόπο δράσης να στραφούμε στην οικοδόμηση ελεύθερων χώρων σε απόσταση από την κρατική εξουσία, έξω από την κυριαρχία της (όπως έγινε με την πρώιμη «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία), όπου η προβολή βίαιης αντίστασης θα περιορίζεται στις προσπάθειες του κράτους να συντρίψει διά της βίας και να επανακτήσει τον έλεγχο παρόμοιων «απελευθερωμένων ζωνών». Το πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι ότι στηρίζεται σε μια βαθειά προβληματική διάκριση μεταξύ «ομαλής» λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού και «υπερβάλλουσας» χρήσης κρατικής βίας. Ωστόσο είναι αδύνατο να διαχωρίσει κανείς τη βία από την ίδια την ύπαρξη της αγοράς και του κράτους. Στην παρέμβασή του στο Αριστερό Φόρουμ του Λονδίνου, το 2010, ο Τζον Χόλογουεϊ, άρτι αφιχθείς από την Ελλάδα, ανέφερε ως παράδειγμα άσκησης του κομμουνισμού ένα πάρκο στην Αθήνα που είχε καταληφθεί από διαδηλωτές και λειτουργούσε ως απελευθερωμένη ζώνη, με αφίσες στις εισόδους του που έγραφαν «Απαγορεύεται η είσοδος στον καπιταλισμό». Στο εσωτερικό του, απαγορευόταν η εμπορευματοποίηση, οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να συγκεντρώνονται, να χορεύουν, να συζητούν. Αλλά οι καπιταλιστές αναμφίβολα θα χαιρέτιζαν παρόμοιες νησίδες ως ζώνες αναψυχής που δίνουν στους εργάτες τους μεγαλύτερη ζωτικότητα όταν επιστρέφουν στη δουλειά. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί όταν ακούμε για παρόμοιες ζώνες απόσυρσης, όπου ο Μπαντιού συναντά τον Χόλογουεϊ. Είναι εύκολο να πει κανείς ότι, δεδομένων των καταστροφικών αποτελεσμάτων που είχε το κομμουνιστικό κίνημα του εικοστού αιώνα, με τον προσήλωσή του στην κατάληψη της εξουσίας, οφείλουμε να καταγγείλουμε τη βία, περιορίζοντάς την στην προάσπιση ελεύθερων χώρων απόσυρσης. Ωστόσο, οφείλει κανείς να λάβει εξίσου υπόψη πως αυτοί που ασκούν το κρατικό μονοπώλιο στη βία πάντα αγαπούν εκείνους που διατείνονται ότι τα προβλήματα είναι «βαθύτερα» από το ποιος έχει την εξουσία, αφού τέτοιου είδους άνθρωποι δεν αντιπροσωπεύουν καμία απειλή για την κυριαρχία τους.

Που βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα; Ο Μπαντιού περιγράφει έξοχα την μετα- σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων με την έκφραση: «Αυτή η προβληματική κατάσταση, όπου βλέπουμε το Κακό να χορεύει πάνω στα ερείπια του Κακού». Δεν υπάρχει εδώ χώρος για οποιαδήποτε νοσταλγία, τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν «κακά», αλλά το πρόβλημα είναι ότι αυτό που το αντικατέστησε ήταν επίσης «κακό», αν και με διαφορετικό τρόπο.
Αν σ’ αυτές τις συνθήκες το κομμουνιστικό σχέδιο πρέπει να ανανεωθεί ως πραγματική εναλλακτική λύση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, τότε οφείλουμε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, με μια καθαρή ρήξη με την εμπειρία του κομμουνισμού του εικοστού αιώνα. Πρέπει επίσης να μην ξεχνάμε ότι το 1990 ήταν η ήττα όχι μόνο του κομμουνιστικού κρατικού σοσιαλισμού, αλλά και η ήττα της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας. Να γιατί είναι εντελώς εσφαλμένο να εναποθέτει κανείς ελπίδες σε ισχυρά (πλήρως κυρίαρχα) έθνη- κράτη, τα οποία θα μπορούσαν, υποτίθεται, να υπερασπιστούν τα κεκτημένα του κοινωνικού κράτους, απέναντι σε υπερεθνικά σώματα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, κατά την ίδια εκδοχή, λειτουργεί ως όργανο του παγκόσμιου κεφαλαίου στην υπηρεσία της αποδόμησης των υπολειμμάτων κοινωνικού κράτους. Από αυτό το σημείο, απέχουμε μόνο ένα βήμα μέχρι να αποδεχθούμε τη «στρατηγική συμμαχία» με την εθνικιστική Δεξιά, η οποία ανησυχεί για τη διάλυση της εθνικής ταυτότητας στην πολυεθνική Ευρώπη.

Στις 17 Οκτωβρίου, η Άγκελα Μέρκελ δήλωσε: «Αυτή η πολυπολιτισμική προσέγγιση, που λέει ότι ζούμε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, απέτυχε. Απέτυχε οικτρά». Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ήταν συνεπής, απηχώντας με καθυστέρηση δύο ετών τη συζήτηση περί Leitkultur (κυρίαρχου πολιτισμού), τότε που οι συντηρητικοί επέμεναν ότι κάθε κράτος στηρίζεται σε έναν πολιτισμό, τον οποίο οι υπόλοιπες εθνικές ομάδες που ζουν στην επικράτεια του κράτους οφείλουν να σέβονται. Αντί να παριστάνουμε τις ευγενικές ψυχές που θρηνούν για την αναδυόμενη, ρατσιστική Ευρώπη, την οποία αναγγέλλουν παρόμοιες δηλώσεις, θα έπρεπε να σκεφτούμε αυτοκριτικά και να αναρωτηθούμε σε ποιο βαθμό η δική μας, αφηρημένη αντίληψη περί πολυπολιτισμικότητας συνέβαλε στη δυσάρεστη τροπή των εξελίξεων. Η σύγκρουση περί πολυπολιτισμικότητας είναι όντως σύγκρουση περί Leitkultur: Δεν είναι σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, αλλά σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς θα μπορούσαν να συνυπάρχουν οι διαφορετικοί πολιτισμοί, σύγκρουση γύρω από τους κανόνες και τις πρακτικές που αυτοί οι πολιτισμοί οφείλουν να μοιράζονται αν πρόκειται να συνυπάρξουν. Επομένως, οφείλει κανείς να αποφύγει να πιαστεί στην παγίδα του φιλελεύθερου παιχνιδιού «πόση ανεκτικότητα μπορούμε να δείξουμε για τον Άλλο»- αν μπορούμε να δείξουμε ανεκτικότητα όταν δέρνουν τις γυναίκες τους, όταν κανονίζουν τους γάμους των παιδιών τους, όταν καταπιέζουν τους ομοφυλόφυλους και πάει λέγοντας. Σ’ αυτό το επίπεδο, φυσικά, ποτέ δεν είμαστε αρκετά ανεκτικοί, ή ίσως είμαστε ήδη υπερβολικά ανεκτικοί, παραμερίζοντας τα δικαιώματα των γυναικών, για παράδειγμα. Ο μόνος τρόπος να βγούμε από το αδιέξοδο είναι να προτείνουμε και να παλέψουμε για ένα θετικό, οικουμενικό σχέδιο, το οποίο θα μοιράζονται όλα τα μέρη. Να γιατί κρίσιμο ζήτημα για όλους όσοι αγωνίζονται σήμερα για τη χειραφέτηση είναι να πάνε πιο μακριά από τον απλό σεβασμό του άλλου, σε μια θετική Leitkultur κοινωνικής χειραφέτησης, της μόνης που μπορεί να εγγυηθεί τη συνύπαρξη και μίξη διαφορετικών πολιτισμών.

Στη Δυτική και την Ανατολική Ευρώπη, υπάρχουν σημάδια μακροπρόθεσμης αναδιάταξης του πολιτικού χώρου. Μέχρι πρόσφατα, στο πολιτικό σκηνικό κυριαρχούσαν δύο κόμματα που απευθύνονταν στο σύνολο του εκλογικού σώματος, η κεντροδεξιά (χριστιανοδημοκράτες, συντηρητικοί κ.α.) και η κεντροαριστερά (σοσιαλιστές ή σοσιαλδημοκράτες), ενώ μικρότερα κόμματα απευθύνονταν σε περιορισμένα τμήματα του εκλογικού σώματος (οικολόγοι, φιλελεύθεροι κ.α.). Τώρα, αναδύεται σταδιακά ένα κόμμα που υπερασπίζεται τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό σαν τέτοιο, συνήθως με σχετικά ανεκτική στάση σε ζητήματα όπως οι αμβλώσεις, τα δικαιώματα των ομοφυλοφύλων, των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων κλπ. Σε αντιπαράθεση με αυτό το κόμμα τοποθετείται ένα ολοένα και ισχυρότερο αντιμεταναστευτικό, λαϊκιστικό κόμμα το οποίο συνορεύει με ανοιχτά ρατσιστικές, νεοφασιστικές ομάδες. Παραδειγματική περίπτωση από αυτή την άποψη είναι η Πολωνία: Μετά την εξαφάνιση των πρώην κομμουνιστών, τα βασικά κόμματα είναι το «αντι- ιδεολογικό», κεντρώο, φιλελεύθερο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Ντόναλντ Ντουσκ και το συντηρητικό, χριστιανικό κόμμα των αδελφών Κατσίνσκι. Ο Μπερλουσκόνι, στην Ιταλία, αποδεικνύει ότι και αυτή, η έσχατη μορφή αντιπολίτευσης δεν είναι αξεπέραστη: Το ίδιο κόμμα, το Forza Italia, μπορεί να είναι ταυτόχρονα το κόμμα του παγκόσμιου καπιταλισμού και να ενσωματώνει τη λαϊκιστική τάση εναντίον των μεταναστών. Στην απολίτικη σφαίρα της μετα- ιδεολογικής διοίκησης, ο μόνος τρόπος να κινητοποιήσει κανείς τις μάζες είναι να τους ξυπνήσει το φόβο (για τους μετανάστες, δηλαδή για τον πλησίον).

Μήπως δεν είναι το Tea Party των Ηνωμένων Πολιτειών η αμερικανική εκδοχή αυτού του λαϊκισμού της Δεξιάς που αναδύεται σταδιακά ως η μόνη πραγματική αντιπολίτευση στη φιλελεύθερη συναίνεση; Φυσικά, το Tea Party έχει ορισμένα χαρακτηριστικά αμιγώς αμερικανικά, που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε με ασφάλεια ότι η άνοδός του θα συνδεθεί με την περαιτέρω πτώση της αμερικανικής ισχύος στον κόσμο. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει, όμως, η σύγκρουση μεταξύ ρεπουμπλικανικού κατεστημένου και Tea Party, που ήδη εκδηλώνεται εδώ κι εκεί: Επικεφαλής μεγάλων τραπεζών συναντήθηκαν ήδη με τους ηγέτες των Ρεπουμπλικανών που τους υποσχέθηκαν ότι θα ανακαλέσουν το νόμο του Βόλκερ για τον περιορισμό της κερδοσκοπίας που οδήγησε στην κατάρρευση του 2008. Το Tea Party έθεσε ως πρώτο στόχο του να επεκταθούν οι φοροαπαλλαγές του Μπους για τους πολύ πλούσιους, προσθέτοντας έτσι εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε ένα έλλειμμα που υποτίθεται ότι καταπολεμά. Στα μέσα του 2009, καθόμουν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στις Συρακούσες, κάνοντας ζάπινγκ. Το ένα κανάλι έδειχνε ντοκιμαντέρ για τον μεγάλο, αριστερό τραγουδιστή της αμερικάνικης μουσικής «κάντρι» Πίτερ Σίγκερ, ενώ το Fox News είχε ρεπορτάζ για μια συγκέντρωση του Tea Party εναντίον της φορολογίας, στο Όστιν του Τέξας, όπου ένας άλλος τραγουδιστής της κάντρι τραγουδούσε ένα λαϊκιστικού ύφους κομμάτι εναντίον του Ομπάμα, γεμάτο παράπονα για τη βαριά φορολογία των σκληρά εργαζόμενων από την Ουάσιγκτον, που καταλήγει να ενισχύει τους μεγαλόσχημους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Το βραχυκύκλωμα ανάμεσα στα δύο κανάλια μου προκάλεσε ηλεκτροπληξία, με δύο αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Πρώτον, υπήρχε αυτή η αλλόκοτη ομοιότητα μεταξύ των δύο τραγουδιστών, οι οποίοι άρθρωναν παρόμοιες, λαϊκίστικες διαμαρτυρίες εναντίον του κατεστημένου, των πλούσιων εκμεταλλευτών και του κράτους τους και ζητούσαν ριζοσπαστική απάντηση, μέχρι και πολιτική ανυπακοή. Ήταν άλλη μια επώδυνη υπενθύμιση της αλήθειας που λέει ότι, σε επίπεδο μορφής και οργάνωσης, η σημερινή ριζοσπαστική, λαϊκιστική Δεξιά θυμίζει κατά παράδοξο τρόπο την παλιά, λαϊκιστική, ριζοσπαστική Αριστερά (μήπως και οι σημερινές ομάδες Χριστιανών φονταμενταλιστών, με το μισοπαράνομο καθεστώς τους που αναγορεύει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ως τον κύριο εχθρό τους, δεν οργανώνονται με τρόπο που θυμίζει Μαύρους Πάνθηρες της δεκαετίας του ’60;). Για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίσει να δουλεύει αυτή η επιδέξια ιδεολογική χειραγώγηση; Για πόσο καιρό η βάση του Tea Party θα μένει προσκολλημένη στον θεμελιώδη ανορθολογισμό του να επιδιώκει να προστατεύσει τα συμφέροντα των σκληρά εργαζόμενων, συνηθισμένων ανθρώπων δίνοντας νέα προνόμια στους «πλούσιους εκμεταλλευτές»; Εδώ ακριβώς αρχίζει ο ιδεολογικός αγώνας: Ο κατάφορος ανορθολογισμός των διαδηλώσεων του Tea Party μαρτυρά τη δύναμη της ιδεολογίας της «ελευθερίας του ατόμου ενάντια στην κρατική παρέμβαση», η οποία μπορεί να θολώσει ακόμη και τα πιο οφθαλμοφανή γεγονότα.

Συχνά ακούμε ότι το πραγματικό νόημα της κρίσης στην Ελλάδα είναι ότι όχι μόνο το ευρώ, αλλά και το ίδιο το σχέδιο της ενωμένης Ευρώπης είναι νεκρό. Πριν όμως υιοθετήσουμε αυτή τη γενική δήλωση, ας τη μεταμορφώσουμε επί το λενινιστικότερον: Η Ευρώπη είναι νεκρή- εντάξει, αλλά ποια Ευρώπη; Η απάντηση είναι: η μετα- πολιτική Ευρώπη της προσαρμογής στην παγκόσμια αγορά, η Ευρώπη που επανειλημμένα «μαυρίστηκε» στα δημοψηφίσματα, η Ευρώπη της τεχνοκρατίας των Βρυξελλών. Η Ευρώπη που παριστάνει τον εκπρόσωπο του ψυχρού, ευρωπαϊκού Λόγου απέναντι στο ελληνικό πάθος και την ελληνική διαφθορά, το μαθηματικό πνεύμα απέναντι στη συγκινισιακή μέθη. Ωστόσο, όσο ουτοπικό κι αν ακούγεται, το έδαφος είναι ακόμη ελεύθερο για μια άλλη Ευρώπη: μια εκ νέου πολιτικοποιημένη Ευρώπη, θεμελιωμένη πάνω σε ένα συλλογικό σχέδιο χειραφέτησης. Την Ευρώπη που γέννησε την αρχαία ελληνική Δημοκρατία, τη Γαλλική και τη Ρωσική Επανάσταση. Να γιατί πρέπει να αποφύγουμε τον πειρασμό να αντιδράσουμε στη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση με μια αναδίπλωση στα απολύτως κυρίαρχα έθνη- κράτη, εύκολη λεία στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο που δεν γνωρίζει σύνορα και ηπείρους και μπορεί εύκολα να φέρει το ένα έθνος- κράτος σε αντιπαράθεση με το άλλο. Περισσότερο από ποτέ, η απάντηση στην κρίση πρέπει να είναι περισσότερο διεθνιστική και οικουμενική από την οικουμενικότητα του παγκοσμίου κεφαλαίου. Η ιδέα του να αντισταθούμε στον παγκόσμιο καπιταλισμό στο όνομα της υπεράσπισης συγκεκριμένων εθνικών ταυτοτήτων είναι σήμερα περισσότερο αυτοχειριαστική από ποτέ, με το φάντασμα του «δόγματος τσούτσε», της Βορειοκορεάτικης εκδοχής της αυτάρκειας, να πλανιέται πάνω μας.

Ίσως ο πιο περιεκτικός χαρακτηρισμός της εποχής που άρχισε με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να βρίσκεται στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Γκράμσι: «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί. Τώρα, είναι η εποχή των τεράτων». Μήπως ο φασισμός και ο σταλινισμός δεν ήταν τα δίδυμα τέρατα του εικοστού αιώνα, ο πρώτος βγαλμένος μέσα από την εναγώνια προσπάθεια του παλιού κόσμου να κρατηθεί στη ζωή κι ο άλλος από την εκτρωματική απόπειρα οικοδόμησης ενός νέου κόσμου; Και τι να πούμε για τα τέρατα που συναντάμε σήμερα και τα οποία θρέφονται από τα τεχνοκρατικά όνειρα για μια κοινωνία με γενετικά ελεγχόμενο πληθυσμό; Το παράδοξο αυτό θα πρέπει να μας οδηγήσει στα αναγκαία συμπεράσματα: Πιθανόν να μην υπάρχει ευθεία οδός προς το καινούργιο, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το είχαμε φανταστεί, και τα τέρατα επανεμφανίζονται κάθε φορά που προσπαθούμε να εκβιάσουμε αυτό το πέρασμα προς το Καινούργιο.

Τα σημάδια της ανικανότητας της κυρίαρχης τάξης να ασκήσει την κυριαρχία της πολλαπλασιάζονται όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην κορυφή της πυραμίδας, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επί δύο χιλιετίες, οι Χριστιανοί της Μέσης Ανατολής επιβίωσαν απειράριθμων καταστροφών, από το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι την ήττα στις Σταυροφορίες, την κατάρρευση της αποικιοκρατίας στις αραβικές χώρες, την επανάσταση του Χομεϊνί στο Ιράν κλπ- με μόνη αξιοσημείωτη εξαίρεση τη Σαουδική Αραβία, τον κύριο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή, όπου δεν υπάρχουν αυτόχθονες Χριστιανοί. Στο Ιράκ, υπήρχαν περίπου ένα εκατομμύριο Χριστιανοί επί Σαντάμ, οι οποίοι ζούσαν επί ίσους όρους με τους υπόλοιπους πολίτες, μάλιστα ένας από αυτούς, ο Ταρίκ Αζίζ, έφτασε να γίνει υπουργός Εξωτερικών και έμπιστος του Σαντάμ. Στη συνέχεια, όμως, κάτι αλλόκοτο συνέβη στους Χριστιανούς του Ιράκ, μια πραγματική καταστροφή, από τη στιγμή που ένας Χριστιανικός στρατός κατέλαβε (ή απελευθέρωσε, αν θέλετε) το Ιράκ. Ο Χριστιανικός στρατός κατοχής διέλυσε τις κοσμικές, ένοπλες δυνάμεις του Ιράκ και άφησε ανοιχτό το δρόμο στις παραστρατιωτικές ομάδες των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών να τρομοκρατούν τους Χριστιανούς, μαζί με τις αντίπαλες μουσουλμανικές φατρίες. Δεν είναι περίεργο που περίπου οι μισοί Χριστιανοί εγκατέλειψαν τη χώρα, προτιμώντας τη «Συρία που στηρίζει την τρομοκρατία» από «το απελευθερωμένο Ιράκ που ελέγχεται από έναν Χριστιανικό στρατό».

Το 2010, τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Ο Ταρίκ Αζίζ, που γλύτωσε από προηγούμενες δίκες, καταδικάστηκε από δικαστήριο Σιιτών σε απαγχονισμό για την «καταδίωξη μουσουλμανικών κομμάτων» (δηλαδή, ισλαμιστών φονταμενταλιστών) επί Σαντάμ Χουσείν. Οι βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Χριστιανών και των εκκλησιών τους ακολούθησαν η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς, έτσι που ο αρχιεπίσκοπος Βαγδάτης Αθανάσιος Νταβούντ κάλεσε, τον Νοέμβριο του 2010, το ποίμνιό του να φύγει από τη χώρα: «Οι Χριστιανοί πρέπει να εγκαταλείψουν την αγαπημένη πατρίδα των προγόνων τους για να γλυτώσουν από την προγραμματισμένη εθνοκάθαρση. Είναι το λιγότερο κακό σε σύγκριση με τον αφανισμό μας». Και για να δοθεί ακόμη περισσότερη έμφαση, τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν τον ίδιο μήνα ότι επικυρώθηκε η ανανέωση του πρωθυπουργικού αξιώματος στον Αλ Μαλικί χάρη στην υποστήριξη του Ιράν. Έτσι, το αποτέλεσμα της αμερικανικής παρέμβασης ήταν να γίνει το Ιράν, ο βασικός παράγοντας του Άξονα του Κακού, σχεδόν κυρίαρχη δύναμη στο Ιράκ. Λες και, σε μια σύγχρονη επίδειξη «πονηρίας του Λόγου», το αόρατο χέρι κάποιου πεπρωμένου τα κανονίζει έτσι που ξανά και ξανά μια αμερικανική παρέμβαση ενισχύει ακριβώς τους παράγοντες εναντίον των οποίων έγινε αυτή η παρέμβαση.

Από που έρχεται αυτό το αόρατο χέρι; Το πρόβλημα με τη σημερινή Αμερική είναι όχι ότι αποτελεί μια νέα, παγκόσμια Αυτοκρατορία, αλλά ότι ΔΕΝ είναι κάτι τέτοιο: Ενώ παριστάνει την αυτοκρατορία, συνεχίζει να δρα ως κράτος- έθνος, που προωθεί ανελέητα τα συμφέροντά του. Είναι σαν η κατευθυντήρια γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να είναι η παράδοξη αντιστροφή του γνωστού, οικολογικού συνθήματος: να δρούμε παγκόσμια, να σκεφτόμαστε τοπικά! Αυτή η αντίφαση εκδηλώθηκε ανάγλυφα με τη διπλή πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ στη Σερβία το 2003: οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ απαιτούσαν ταυτόχρονα από τη σερβική κυβέρνηση να εκδώσει τους ύποπτους για εγκλήματα πολέμου στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης (σε συμφωνία με τη λογική της παγκόσμιας αυτοκρατορίας, που απαιτεί και παγκόσμια νομική δικαιοδοσία) αλλά ΚΑΙ να υπογράψει διμερή συνθήκη με τις ΗΠΑ ώστε να υποχρεωθεί η Σερβία να μην εκδώσει σε οποιονδήποτε διεθνή θεσμό (δηλαδή, στο ίδιο δικαστήριο της Χάγης) Αμερικανούς πολίτες οι οποίοι θα κατηγορηθούν για εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας (σε συμφωνία με τη λογική του έθνους- κράτους). Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η σερβική αντίδραση ήταν συγκεχυμένη. Επομένως, η αμερικανική πολιτική πλησιάζει ένα στάδιο τρέλας, και όχι μόνο στις εσωτερικές υποθέσεις όπου το Tea Party προτείνει την πάλη εναντίον του δημοσίου χρέους με μείωση των φόρων, δηλαδή με αύξηση του χρέους. (Εδώ δεν μπορεί παρά να θυμηθεί κανείς τη γνωστή θέση του Στάλιν ότι στη Σοβιετική Ένωση το κράτος μαραίνεται δυναμώνοντας τα όργανά του, ιδιαίτερα τα όργανα της αστυνομικής καταστολής). Αλλά και στην εξωτερική πολιτική, η εξάπλωση των ιουδαϊκών- χριστιανικών αξιών οργανώνεται με τη δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν την έξωση των Χριστιανών, οι οποίοι, ποιος ξέρει, μπορεί να πάνε στο Ιράν... Αυτό σαφέστατα δεν είναι σύγκρουση πολιτισμών, αλλά ένας αληθινός διάλογος και συνεργασία μεταξύ των Αμερικανών πραγματιστών και των μουσουλμάνων φονταμενταλιστών.

Η κατάστασή μας είναι επομένως ακριβώς το αντίθετο από το πρόβλημα του 20ού αιώνα, όπου ξέραμε τι έπρεπε και θέλαμε να κάνουμε (να εγκαθιδρύσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου κλπ), αλλά έπρεπε να περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή για να μας δοθεί η δυνατότητα να το πράξουμε. Σήμερα, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά πρέπει να δράσουμε τώρα γιατί οι συνέπειες της αδράνειες θα είναι καταστροφικές. Οφείλουμε να ρισκάρουμε βήματα στην άβυσσο του Καινούργιου σε εντελώς δυσμενείς συνθήκες, οφείλουμε να επινοήσουμε εκ νέου πλευρές του Καινούργιου έστω και μόνο για να διατηρήσουμε ό,τι ήταν καλό στο Παλιό (δημόσια εκπαίδευση, υγεία κ.α.). Το περιοδικό στο οποίο αρθρογραφούσε ο Γκράμσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 λεγόταν Il ordine nuovo, Η Νέα Τάξη, ένας τίτλος τον οποίο σφετερίστηκε στη συνέχεια η άκρα Δεξιά. Αντί να δούμε σ’ αυτό το σφετερισμό τον ορό της αλήθειας για τον Γκραμσιανό όρο, κάτι που θα μας επέβαλε να τον εγκαταλείψουμε ως αντίθετο στην επαναστατική ελευθερία της αυθεντικής Αριστεράς, θα έπρεπε να επιστρέψουμε σ’ αυτόν σηματοδοτώντας έτσι το σκληρό πρόβλημα του καθορισμού μιας νέας τάξης, την οποία οφείλει να δημιουργήσει η επανάσταση μετά την επιτυχία της. Εν ολίγοις, η εποχή μας χαρακτηρίζεται από αυτό που είπε κάποτε ο Στάλιν για την ατομική βόμβα: δεν είναι για ανθρώπους με αδύνατα νεύρα.

Ο κομμουνισμός σήμερα δεν είναι το όνομα μιας λύσης, αλλά το όνομα ενός προβλήματος: Του προβλήματος των commons, του δημόσιου, κοινού αγαθού σε όλες του τις διαστάσεις- του κοινού αγαθού της Φύσης ως υπόβαθρου της ζωής μας, του κοινού, βιογενετικού μας υλικού, του κοινού πολιτιστικού αγαθού (της συλλογικής μας «πνευματικής ιδιοκτησίας») και, τελευταίο στη σειρά αλλά όχι και σε σημασία, το πρόβλημα του οικουμενικού, δημόσιου χώρου της ανθρωπότητας, από τον οποίο κανείς δεν θα έπρεπε να αποκλείεται. Όποια κι αν είναι η λύση, οφείλουμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Το λαμπερό show της διάσωσης των μεταλλωρύχων και οι σκοτεινές συνθήκες εργασίας

Πηγή: Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Η επιτυχής διάσωση των 33 μεταλλωρύχων της Χιλής, οι οποίοι θάφτηκαν κάτω απο τόνους πέτρας και μπάζων για περίπου 10 εβδομάδες, ήταν αφορμή εορτασμού στα κέντρα εξόρυξης της Caldera και Copiapo, σε ολόκληρο τον κόσμο και πόσο μάλλον στις περιοχές εξόρυξης μετάλλων όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν καθημερινά παρόμοιους κινδύνους. Όλη αυτή η προσπάθειαήταν ενας θρίαμβος της διεθνούς συνεργασίας επιστημόνων, μηχανικών και εργαζομένων χρησιμοποιώντας την πιο προηγμένη τεχνολογία. Χρειάστηκαν 3 ξεχωριστές εργασίες γεώτρησης, εξαιτίας της φύσης του βράχου και των εκτεταμένων εξορυκτικών δραστηριοτήτων που υπέστη, μέχρι να γίνει η πολυπόθητη ρήξη στο χώρο όπου οι εργάτες είχαν βρεί καταφύγιο κατόπιν της αρχικής έκρηξης που κατέστρεψε το ορυχείο. Μηχανικοί της NASA μαζί με το Ναυτικό της Χιλής, συνεργάστηκαν για την κατασκευή της κάψουλας που χρησιμοποιήθηκε για να φέρει τους μεταλλωρύχους στην επιφάνεια, μέσα απο μια τρύπα διαμέτρου 28 ιντσών και βάθους 700 μέτρων.

Ένας νεαρός μεταλλωρύχος απο την εταιρεία Massey Energy στη Δυτική Βιρτζίνια των ΗΠΑ, δήλωσε στο World Socialist Web Site οτι “Αυτό που έγινε είναι πολύ καλό, είναι απλά υπέροχο. Δεν έχει καμία σημασία εάν οι ανθρακωρύχοι είναι απο τη Χιλή ή την Κίνα ή οπουδήποτε αλλού, όταν ενας άνθρωπος πηγαίνει στο υπέδαφος, όλοι γνωρίζουμε τον κίνδυνο που διατρέχει και έχουμε συναίσθηση μεταξύ μας. Όλοι νιώθουν ικανοποίηση γι’ αυτούς και αυτό δείχνει οτι οι ανθρακωρύχοι δεν χρειάζεται να αφήνονται να πεθάνουν όταν βρίσκονται κάτω απο τη γη. Το πρόβλημα είναι οτι για τις εταιρείες η ασφάλεια κοστίζει χρόνο και χρήματα και η Massey ενδιαφέρεται ως επι το πλείστον να “τρέξει τον άνθρακα“. O ίδιος εργάτης επεσήμανε οτι το καταφύγιο ασφαλείας που διέσωσε τους Χιλιανούς μεταλλωρύχους στην εν λόγω καταστροφή δεν υπάρχει στα Αμερικανικά ανθρακωρυχεία. “Μια παρόμοια περίπτωση να συνέβαινε στο UpperBig Branch, θα ήταν αδύνατον να διασωθούν οι άνθρωποι, θα πέθαιναν σ’ ένα λεπτό. Αλλά εαν διέθεταν τα containers ασφαλείας, οι 12 μεταλλωρύχοι στην Sago θα ήταν ακόμα ζωντανοί”.

Συχνά οι ανθρακωρύχοι αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμο προϊόν, πολύ μικρότερης αξίας απο τον ίδιο το χαλκό, άνθρακα , νικέλιο ή χρυσό των οποίων η εξόρυξη απο τη γη πραγματοποιείται απο την ίδια τους την εργασία. Αδιαμφισβήτητα τεκμηριωμένη κατόπιν των γεγονότων στη Χιλή,είναι πλέον η εγκληματική αδιαφορία της εταιρείας San Esteban Primera. Το ορυχείο του San Jose, όπου ανήκει στην εν λόγω εταιρεία και εργάζονταν οι εγκλωβισμένοι, υπέστη σοβαρές ζημιές σε μια έκρηξη το 2007 και αναμενόταν να κλείσει. Ωστόσο οι ιδιοκτήτες συνέχισαν τις εργασίες, παρά τις εντολές που είχαν λάβει για να γίνει το αντίθετο για λόγους ασφαλείας. Αποτέλεσμα, 12 εργάτες τα τελευταία χρόνια, να χάσουν τη ζωή τους. Μετά την κατάρρευση οι ανθρακωρύχοι, θα μπορούσαν να διαφύγουν απο μια έξοδο κινδύνου, αλλά δεν υπήρχε η νομικώς επιβεβλημένη σκάλα έκτακτης ανάγκης. 48 ώρες αργότερα μια δεύτερη κατάρρευση μπλόκαρε την έξοδο, εξαιτίας του οτι οι στοές του ορυχείου στηρίζοταν με ξύλο, παρά με τον αποτελεσματικότερο σε αντοχή χάλυβα, διότι το ξύλο κοστίζει φθηνότερα.

Η Brunilda Gonzalez, δήμαρχος της μικρής πόλης στην οποία πολλοί απο τους διασωθέντες μεταλλωρύχους ζούν, κατηγόρησε οτι η λειτουργία του (100 ετών) ορυχείου, οφείλοταν σε δωροδοκίες προς τις Αρχές της κυβέρνησης. Κάνοντας έκκληση για τη δίωξη των ιδιοκτητών, επεσήμανε ότι κανένας επιχειρηματίας της Χιλής δεν έχει φυλακιστεί μέχρι τώρα λόγω αμέλειας που οδηγεί στο θάνατο εργαζομένων. Σύμφωνα με την Inter Press Service, μόνο το 2009 η Χιλή είχε συνολικά 191.685 ατυχήματα στο χώρο εργασίας, συμπεριλαμβανομένων 443 θανάτων. Οι περισσότεροι απο τους απεγκλωβισμένους εργάζονται σε βάναυσες συνθήκες εδω και δεκαετίες. Ο Mario Gomez, 63 ετών, ξεκίνησε να δουλεύει στα ορυχεία απο 12 ετών. Ο Victor Segovia, 48, άρχισε να εργάζεται ως βοηθός για τον πατέρα του στην ηλικία των 8. Πολλοί από τους ανθρακωρύχους του San Jose, είναι άνω των 50 ετών, απόρροια της πρακτικής που παρατηρείται στην εξορυκτική βιομηχανία, η οποία ευνοεί τους νεότερους και σωματικά ικανότερους εργάτες στα μεγάλα ορυχεία, και αναγκάζει εκείνους μιας μεγαλύτερης ηλικίας, να αναζητήσουν απασχόληση σε μικρότερα ορυχεία, με πιο επισφαλείς συνθήκες.

Κι ενώ οι εν λόγω μεταλλωρύχοι διασώθηκαν, άλλοι 33 έχουν χάσει τη ζωή τους μέχρι στιγμής στη Χιλή. Η χώρα είναι η 19η σε σειρά, στην έκθεση του ΟΗΕ το 2009 για τις χώρες με τις μεγαλύτερες οικονομικές ανισότητες. Στο 10% του πληθυσμού αντιστοιχεί το 40% του πλούτου όταν στα φτωχότερα στρώματα αναλογεί μόλις το 1,6%.Αιτία αυτής της ανισότητας, η επι 20 ετών δικτατορία του Augusto Pinochet και η φιλελεύθερη πολιτική που προώθησε στην αγορά (με την καθοδήγηση του γνωστού οικονομολόγου Milton Friedman) η οποία συνεχίστηκε και απο τους διαδόχους του.

Μια σημαντική παράμετρος αυτών των μεταρρυθμίσεων είναι και η διάλυση της βιομηχανικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μόνο 16 επιθεωρητές ασφαλείας για ολο το σύνολο της μεταλλευτικής βιομηχανίας, που είναι και ο πιο κερδοφόρος κλάδος εξαγωγών της χώρας. Στην περιοχή της Atacama όπου βρίσκεται και το ορυχείο του San Jose, μόνο 3 επιθεωρητές είναι υπέυθυνοι για 884 μεσαία και μικρά ορυχεία. Ο πρόεδρος της Χιλής Sebastián Piñera, ένας δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας ο οποίος ήταν ο υποψήφιος του κόμματος που εκπροσωπεί τους πολιτικούς κληρονόμους του Pinochet, έχει απευθείας συνδέσεις με το καθεστώς αυτό. Ο αδελφός του José Piñera ήταν επι Pinochet υπουργός εργασίας & εξόρυξης και προώθησε to 1981μια συνταγματική νόμοθεσία περί μεταλλείων. Ο νόμος αυτός, άνοιξε το δρόμο για την ιδιωτικοποίηση ενός μεγάλου μέρους των ορυχείων της Χιλής, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για μια απότομη επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας.

Με άλλα λόγια, ενώ ο Piñera έκλεψε τα φώτα της δημοσιότητας τις τελευταίες εβδομάδες, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως υπέρμαχο της προσπάθειας διάσωσης, ουσιαστικά η δική του η περιουσία βασίζεται άμεσα στις πολιτικές που οδήγησαν στην καταστροφή. Η Marta, συνταξιούχος δασκάλα που ζεί στη Melipilla, μια ώρα απο το Santiago, κατέκρινε την προπαγάνδα υπέρ του Piñera στο World Socialist Web Site: “Η κατάσταση εδώ με τους ανθρακωρύχους υπήρξε θεαματική. Πολλά σχολεία έκλεισαν ώστε τα παιδιά να παρακολουθήσουν την απευθείας μετάδοση από την τηλεόραση. Η κάλυψη από τα ΜΜΕ ήταν απίστευτη. Κάθε λεπτό αφιερώνεται στην αναφορά οποιουδήποτε γελοίου και θλιβερού σχόλιου από τον πρόεδρο και τηη σύζυγός του. Είναι ένα τσίρκο, όπου τα Χιλιανά μέσα ενημέρωσης συνέβαλαν σε κάθε ευκαιρία να δείξουν τον πρόεδρο να δείχνει οτι νοιάζεται για αυτούς τους ανθρώπους, τη στιγμή που αυτοί οι ανθρακωρύχοι έλεγαν πως το μέρος δεν ήταν ασφαλές και κανείς δεν άκουγε τους – συμπεριλαμβανομένου του προέδρου, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και της εταιρείας που προκάλεσε την κατάσταση. Πολλοί άνθρωποι απο τον αποτροπιασμό τους για την απόπειρα του Piñera να επωφεληθεί επικοινωνιακά από τη διάσωση των μεταλλωρύχων, δεν ήταν σε θέση να την παρακολουθήσουν. Εμείς ανοίξαμε την τηλεόραση όταν μάθαμε ότι ανέσυραν τον πρώτο ανθρακωρύχος και στη συνέχεια την κλείσαμε. Αυτά τα ορυχεία έχουν τη χειρότερη φήμη και ο λόγος για τον οποίον αυτοί οι εργαζόμενοι ρίσκαραν τη ζωή τους ήταν επειδή είχαν ανάγκη τα χρήματα. Το ορυχείο ήταν γνωστό οτι ήταν επικίνδυνο.
Νιώθουμε πολύ καλά που άνθρωποι από άλλες χώρες αποτέλεσαν μέρος αυτής της τεχνολογικής διάσωσης και που αναμεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο, αλλά βλέπουμε το αξιολύπητο πρόεδρος μας και μας κάνει άρρωστους.”

Μελέτη της βρετανικής εφημερίδας Guardian αναφέρει οτι οι κίνδυνοι στο ορυχείο ήταν τόσο ευρέως γνωστοί, όπου οι ντόπιοι αποκαλούσαν τους μεταλλωρύχους ως “καμικάζι”. Οι δε ιδιοκτήτες προσέφεραν 30% μεγαλύτερο μισθό απο το μέσο όρο, σηματοδοτώντας οτι η συγκεκριμένη απασχόληση απαιτούσε κάποιες “επιπλέον θυσίες”. Εαν ενας manager αυξάνει τους μισθούς σε παρακινδυνεμένες εργασίες, υπάρχει η πιθανότητα να βρεθούν άτομα που θα δεχτούν την προσφορά. Χρειάζεται λοιπόν κάποια πρωτοβουλία που θα αποθαρρύνει αυτά τα ρίσκα, σύμφωνα με τον Davitt McAteer, ερευνητή της καταστροφής στο ορυχείο του Upper Big Branch. Τα δε συνδικάτα εργαζομένων σε ορυχεία στη Χιλή τείνουν να είναι μικρά και κατακερματισμένα με σχετικά μικρή επιρροή στους επιχειρηματίες ή την κυβέρνηση. Υπάρχουν 75 σωματεία μεταλλωρύχων στη χώρα και μόλις πρόσφατα έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες προς την ενοποίηση τους.
Πηγή: Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Εθελοντισμός, προσφορά και καπιταλισμός: Το μαγικό τρικ της απλήρωτης εργασίας

Πηγή: Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Μια σκιά πλανιέται πάνω από τη ζωή μας. Συνηφασμένη με τις έννοιες της προσφοράς, της αυτοθυσίας, ακόμη και της μάθησης, η έννοια του εθελοντισμού έχει ενταχθεί στα εργασιακά τοπία του σύγχρονου καπιταλισμού, γεννόντας διλήμματα ηθικής φύσης και εγείροντας οικοδομήματα εκμετάλλευσης με ισχυρότατα ψυχολογικά και ιδεολογικά θεμέλια.

Ο βασιζόμενος στην αυτοθυσία εθελοντισμός υπήρξε κάποτε αδιαφιλονίκητο "προνόμιο" του γυναικείου φύλου. Στρατιές από νοσοκόμες στήριξαν δωρεάν πατριαρχικούς οικονομικούς πολέμους, πιστεύοντας ότι η δωρεάν εργασία που παρείχαν εξυπηρετούσε το μέγιστο στόχο της ειρήνης και τον αρκετά πιο αμφίβολο στόχο μιας εθνικής "νίκης", υποκύπτοντας στην πλύση εγκεφάλου εξαιρετικά αποτελεσματικών προπαγανδιστικών μηχανών. Ασφαλώς , σε μεγάλο βαθμό, ο βασιζόμενος στη θυσία εθελοντισμός αποτελεί ακόμα προνόμια του ίδιου φύλου. Μανάδες, γιαγιάδες, νοικοκυρές έχουν πειστεί ότι οφείλουν να τσακίζονται στη δουλειά χωρίς αμοιβή, χωρίς οικονομική ανεξαρτησία, χωρίς κάν μια συμβολική αναγνώριση μέσω μιας σύνταξης, "από αγάπη". Αυτή η εθελοντική εργασία δεν σταματάει ποτέ, πλήρως συνηφασμένη με τη ζωή τους. Αυτή η εργασία, που όχι απλώς αναπαράγει ανθρώπινα όντα αλλά και αναπαράγει το εργασιακό δυναμικό, συντηρώντας, όπως απέδειξαν οι φεμινίστριες παρελθόντων δεκαετιών, ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο, ήταν το πεδίο που χάθηκε στη δεκαετία του ’70 μια μεγάλη μάχη. Έτσι συνεχίζεται απρόσκοπτα η εργασία της γυναικείας φροντίδας, καθαριότητας και αυτοθυσίας, με ελάχιστη εώς καθόλου αντιπροσώπευση στους αγώνες των εργαζομένων σήμερα. Η ιδεολογία της αυτοθυσίας, όπως βλέπουμε, δεν περνάει κάποια κρίση! Πόσο θα ήθελα να δω πορείες όπου να πρωτοστατούν μάνες, γιαγιάδες και νοικοκυρές, απαιτώντας αναγνώριση και αμοιβή. Αναμφίβολα, θα άκουγαν το τροπάρι "τώρα περνάμε κρίση, αργότερα θα τα δούμε αυτά". Στο οποίο θα μπορούσαν να απαντήσουν "κι εμείς τότε θα μαγειρέψουμε αργότερα, θα σιδερώσουμε αργότερα και αργότερα θα σας κρατήσουμε τα παιδιά για να πάτε στις δουλειές σας ή στις πορείες σας". Με θεμέλιο λοιπόν τη γυναικεία αυτοθυσία, φτάσαμε και στο γραφικό παρόν.

Στο οποίο γραφικό παρόν, επιμελείς φοιτητές που απεγνωσμένα αναζητούν εμπειρία, προσφέρουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους σε κάθε είδους δυνητικό εργοδότη. Στο χώρο του πολιτισμού (χα!) η κατάσταση έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας. Τα πανεπιστήμια των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών έχουν εντάξει την εθελοντική εργασία υπό τη μορφή "internship" επίσημα στα προγράμματα σπουδών τους. Μουσεία, γκαλερί, μπιενάλε, εκδοτικοί οίκοι και κάθε λογής επιχειρήσεις "δημιουργικής απασχόλησης" προμηθεύονται, μέσω των πανεπιστημίων, στρατιές απλήρωτων εργαζόμενων. Γιατί να προσλάβουν κανονικούς, δηλαδή αμειβόμενους; Δεδομένου ότι οι φοιτητές καταβάλουν τσουχτερά δίδακτρα στα πανεπιστήμια, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για ένα καθεστώς όπου πληρώνεις για να εργαστείς.

Το σύστημα είναι ωστόσο ακόμη πιο έξυπνο. Μετά από όλο αυτό το "conditioning", οι αυριανοί εργαζόμενοι είναι έτοιμοι για τα πάντα. Ορδές από φωτογράφους παραδίδουν δωρεάν το έργο τους σε κάθε λογής έντυπο ή στα ραγδαία αυξανόμενα "πρότζεκτ" της τάδε ή δείνα εταιρίας που επιθυμεί προβολή στο Διαδίκτυο. Μέχρι και κρατικοί φορείς ζητούν πλέον δωρεάν υπηρεσίες διότι, ειδικά σε μια περίοδο κρίσης, η πατρίδα μας χρειάζεται. Ανέξοδα. Δεν έχει να πληρώσει, γιατί έχει πληρώσει άλλους. Και τι εννοώ ότι θα έπρεπε να με αμείβει και ως μητέρα; Στο κάτω κάτω δική μου επιλογή ήταν. Αν θα χρειαστεί νέα χέρια; Που ζω, η πατρίδα εισαγάγει φτηνό εργατικό δυναμικό από κει που οι γυναίκες - σκλάβες γενοβολάνε σαν κουνέλες και δεν κατεβάζουν παλαβές ιδέες με το κουνελίσιο τους μυαλό. Εκδοτικοί οίκοι, εφημερίδες και περιοδικά σε (με) προσεγγίζουν ανερυθρίαστα ζητώντας "ένα κομμάτι" χωρίς αμοιβή. Έτσι, επειδή "γνωριζόμαστε", το σενάριο είναι ένα και το αυτό. Γιατί έτσι είναι. Γιατί έτσι μας έχουν πείσει. Γιατί χάρη μας κάνουν - κάτι σαν διαφήμιση δηλαδή. Αν δεν τις βάλεις εδώ τις φωτογραφίες σου, να τις δει κανείς, που θα τις δείξεις; Στο δωμάτιό σου; Γιατί ο δωρεάν μόχθος των πολλών συνεργατών πρέπει να συντηρήσει τον ένα, τον alpha worker. Ο οποίος ή η οποία θα αναπαράγει με κάθε τρόπο την ιδεολογία και της υλικές συνθήκες του συστήματος που τον/την συντηρεί.

Εξάλλου, δεν εργαζόμαστε πια ακριβώς. Είναι εργασία ακόμα ένα κείμενο; Μια ακόμη φωτογραφία; Απλώς "παράγουμε" και διακινούμε στα τεχνολογικά κάτεργα της καθολικευμένης παραγωγικότητας. Παράγουμε στο, και για το, Facebook. Εμείς, οι εθελοντές εργαζόμενοι - καταναλωτές του Google. Που ξέρεις, όλη αυτή η παραγωγή και διακίνηση ιδεών, πληροφοριών και εικόνων μπορεί και να ανατρέψει, καταπώς λέει ο σύντροφος Νέγκρι, τον καπιταλισμό. Γιατί παράγει και ένα υπέροχο πλεόνασμα κοινωνικών σχέσεων, μια δι-ανθρώπινη δυναμική, ένα "κάτι" παρηγορητικό, δυνητικό και "κοινό" τέλως πάντων.

Κάτι σαν δώρο, κάτι σαν "προσφορά από άνθρωπο σε άνθρωπο". Διότι υπάρχει και εθελοντισμός με νόημα, εθελοντισμός καταξιωμένης κοινωνικής προσφοράς. Γιατροί που γιατρεύουν δωρεάν αρρώστους, συνάνθρωποι που στήνουν κέντρα για τη στήριξη θυμάτων βιασμού, εμπορίου σεξ και οικογενειακής βίας - η λίστα της φρίκης αλλά και της ανταπόκρισης δεν έχει τέλος. Η καλλιτεχνική κολεκτίβα WochenKlausur στην Αυστρία έστησε μέχρι και κλινική για τους αστέγους. Εθελοντικά. Το έργο τέχνη ως προσφορά, αυτή η ιδέα κι αν έπιασε! Όταν αποποιείται των ευθυνών του το κράτος, υπάρχει πάντα η τέχνη! Ή η εκκλησία. Ή ο μη-κυβερνητικός οργανισμός της γειτονιάς σου. Εξάλλου, αυτό θα πει αυτονομία. Γιατί να εξαρτάσαι από τον κυβερνητικό μηχανισμό; Κι εμένα με πήγαινε η μαμά μου και η δασκάλα μου κάποτε στα ορφανοτροφεία να δώσω παιχνίδια και ρούχα στα παιδιά που δεν είχαν. Διότι το κράτος έχει θέσει άλλες οικονομικές προτεραιότητες: αγορά αμυντικού εξοπλισμού, δεξιώσεις, διαφθορά, και κυρίως διατήρηση και επέκταση της ιδεολογίας ότι το κοινωνικό έργο είναι θέμα ελεημοσύνης, εθελοντισμού, προσφοράς του πολίτη, σε εθνικό ή και πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί κάποιος πρέπει να βοηθήσει. Κάποιος πρέπει να την κάνει κι αυτή τη δουλειά. Που , από ηθικής άποψης, είναι υπεράνω χρημάτων, Ευτυχώς, Γιατί τα χρήματα είναι για άλλες τσέπες.

Η γενιά που κατέστρεψε την Αμερική

S.A. (Business Insider)
Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μια απίστευτη φάση αποβιομηχάνισης. Η απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, έχει κάνει τους Αμερικανούς πολίτες να αρχίζουν και να ανησυχούν. Το 70% σχεδόν των Αμερικανών θεωρεί πως οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου έχουν κοστίσει σε θέσεις εργασίας. Πριν δέκα χρόνια όλοι πίστευαν στο όραμα της παγκοσμιοποίησης, σήμερα όμως;

Σήμερα, το τρέχον σύστημα δεν χαρακτηρίζεται ούτε από ελεύθερο, ούτε από δίκαιο εμπόριο. Τα περισσότερα κράτη επιβάλλουν υψηλότατους δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα, ενώ οι ΗΠΑ επιτρέπουν την χειραγώγηση των νομισματικών ισοτιμιών από άλλους, πλημμυρίζοντας παράλληλα την εσωτερική τους αγορά με κάθε είδους φθηνά προϊόντα. Το αποτέλεσμα είναι κόλαφος για την αγορά εργασίας, και έχει οδηγήσει στο κλείσιμο 42.400 εργοστασίων από το 2001. Το 75% από αυτά απασχολούσε τουλάχιστον 500 εργαζομένους το καθένα. Πώς να υπάρχει μέλλον όταν η χώρα απλά καταναλώνει και δεν παράγει;

Το 1959 ο κατασκευαστικός τομέας άγγιζε το 28% του συνολικού οικονομικού προϊόντος. Το 2008, μόλις το 11%, και συνεχίζει να πέφτει. Κάθε μήνα, δισεκατομμύρια δολάρια φεύγουν από τη χώρα και λίγα μόνο μπαίνουν σε αυτήν. Κάθε μήνα η Αμερική γίνεται φτωχότερη. Το τελευταίο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο είναι περίπου $40-50 δισ. το μήνα. Τα μισά από αυτά έχουν να κάνουν με τη Κίνα. Η Κίνα έχει ήδη δανείσει στις ΗΠΑ σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Οι Αμερικάνοι δαπανούν περίπου $3,90 για τα κινεζικά προϊόντα, ενώ οι Κινέζοι μόλις $1. Σύμφωνα με μια μελέτη του Economic Policy Institute, αν η κατάσταση συνεχίσει ως έχει, η αμερικανική οικονομία θα έχει χάσει 500.000 θέσεις εργασίας μέχρι το τέλος του 2010. Η Αμερική έχει καταστήσει την Κίνα παγκόσμια υπερδύναμη. Η πρόβλεψη είναι πως μέχρι το 2040, η κινεζική οικονομία θα είναι τρεις φορές μεγαλύτερη αυτής των ΗΠΑ.

Η παγκοσμιοποίηση έχει κάνει τους εργαζόμενους της Αμερικής να ανταγωνίζονται τους αντίστοιχους (φθηνότερα αμειβόμενους) ολόκληρου του πλανήτη. Το αποτέλεσμα είναι να συρρικνώνεται η μεσαία τάξη. Όλο και περισσότεροι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα χωρίς κρατική βοήθεια. 41 εκατομμύρια Αμερικανοί βασίζονται σε κουπόνια αγοράς τροφίμων. Ένας στους έξι είναι εγγεγραμμένος σε κάποιο κρατικό πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχιας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, 43.6 εκατομμύρια Αμερικάνοι ζουν σε συνθήκες φτώχειας, και το ποσοστό αυξάνεται καθημερινά. Το ποσοστό αυτό είναι το μεγαλύτερο στα τελευταία 51 χρόνια, οπότε και τηρούνται στατιστικά στοιχεία. Και άσχετα με το ποιο κόμμα κυβερνά, το κράτος συνεχώς αυξάνεται, στραγγίζοντας την οικονομία. Η κυβέρνηση δεν παράγει παρά ελάχιστη αξία, και όμως κοστίζει πάρα πολύ. Πέραν αυτού, οι δαιδαλώδεις κανόνες και η σύνθετη νομοθεσία, έχουν καταστήσει τη χώρα ένα αφιλόξενο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, το εθνικό χρέος θα ξεπεράσει φέτος τα $13.6 τρισ. και το 2015 θα αγγίξει τα $19.6 τρισ. Η Κεντρική Τράπεζα (Federal Reserve) διαρκώς «ρημάζει την αξία του δολαρίου, καθώς από το 1913 που συστάθηκε, το αμερικανικό δολάριο έχει χάσει το 95% της αγοραστικής του ισχύος. Ένα προϊόν που κόστιζε $20 το 1913, κοστίζει σήμερα $441. Ο πληθωρισμός είναι ένας κρυφός φόρος. Κάθε χαρτονόμισμα που έχουμε στα χέρια μας χάνει την αξία του μέρα με την μέρα. Και η κυβέρνηση συνεχίζει τη καταστροφή, επιβάλλοντας δεκάδες άχρηστες μεταρρυθμίσεις στη Wall Street, αφήνοντας όμως ανέπαφη την κατάχρηση που γίνεται στα παράγωγα (derivatives), τα οποία οι περισσότεροι πολίτες αγνοούν, και τα οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά «στοιχήματα» χωρίς κάποιο αντίκρισμα σε αξία, τα οποία όμως μετέτρεψαν τις χρηματαγορές σε καζίνο. Η αξία όλων των παραγώγων του κόσμου λέγεται πως είναι μεταξύ 600 τρισεκατομμυρίων και 1.5 τετρακισεκατομμυρίων δολαρίων! Και η φούσκα τους συνεχίζει να μεγαλώνει. Ο Warren Buffet έχει χαρακτηρίσει τα παράγωγα ως «οικονομικό όπλο μαζικής καταστροφής». Όταν σκάσει η εν λόγω φούσκα, δεν θα υπάρχουν αρκετά χρήματα σε ολόκληρο το πλανήτη για να διορθώσουν τη κατάσταση.

Μια φορά και έναν καιρό, οι ΗΠΑ είχαν ένα ποικίλο οικονομικό σύστημα. Σήμερα η οικονομική ισχύς είναι συγκεντρωμένη σε ελάχιστα μόνο χέρια. Οι τράπεζες πτωχεύουν κάθε μέρα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας κατάλογος με 900 τράπεζες έτοιμες για σφράγισμα. Το 10% δηλαδή, των συνολικών τραπεζών της Αμερικής. Εν τω μεταξύ, οι λίγες «μεγάλες», συνεχίζουν να κερδίζουν μερίδιο της αγοράς. Οι Citigroup, JPMorgan Chase, Bank of America και Wells Fargo διατηρούν το 39% των καταθέσεων της χώρας. Αυτή είναι μια συνταγή καταστροφής. Η οικονομία της χώρας έχει βυθιστεί στη διαφθορά. Το παράδειγμα της Goldman Sachs δεν είναι το μόνο. Η χειραγώγηση της αγοράς του ασημιού και του χρυσού είναι άνευ προηγουμένου, και η κυβέρνηση αδρανεί. Όποια πέτρα και αν σηκώσει κανείς στη Wall Street, θα βρει διαφθορά. Η κατάρρευση του όλου συστήματος δεν θα αργήσει. Έρχεται ένα τσουνάμι στο συνταξιοδοτικό, που θα πνίξει τα πάντα. Οι περισσότεροι Αμερικάνοι δεν έχουν προβλέψει για τη σύνταξή τους. Τα ταμεία έχουν ένα έλλειμμα της τάξης των $6.6. τρισ. Μια πρόσφατη μελέτη απέδειξε πως οι 50 πολιτείες έχουν ένα έλλειμμα $5,17 τρισ. όσον αφορά σε υποχρεώσεις των συνταξιοδοτικών τους προγραμμάτων. Και το χειρότερο; Το αμερικανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (Social Security) θυμίζει κόλπο «πυραμίδα». Σύμφωνα με την αρμόδια επιτροπή του κογκρέσου, το σύστημα πληρώνει σε παροχές πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει μέσω ομοσπονδιακών φόρων.

Ήρθε επιτέλους η ώρα που η Αμερική θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα. Ευτυχώς, πολλοί πολίτες έχουν αρχίσει να αφυπνίζονται. Καταλαβαίνουν ότι η χώρα τους δεν πάει καλά. Η σημερινή γενιά σκόρπισε στους ανέμους τον πλούτο που κληρονόμησε από τους προγόνους της, και διαλύει την ισχυρότερη οικονομική μηχανή που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Αν δεν γίνει κάτι, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα χαρακτηρίσουν τη σημερινή γενιά ως τη πιο ηλίθια της ιστορίας των ΗΠΑ.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Μια μαρξιστική ερμηνεία της κρίσης

Συνέντευξη του Ντέιβιντ Χάρβεϊ

*Στο 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' επιτίθεστε στους οικονομολόγους του κατεστημένου γιατί απέτυχαν να προβλέψουν την κρίση. Μπορείτε να μας πείτε γιατί οι αστοί οικονομολόγοι δεν είδαν την επερχόμενη κρίση, την οποία προέβλεπαν πολλοί μαρξιστές; Πόσο υπερέχει ο μαρξισμός έναντι της αστικής οικονομικής επιστήμης, απ΄ αυτή την άποψη;

--Θεωρώ ότι κεντρική θέση στο μαρξισμό κατέχει η ιδέα της αντίφασης, ότι το καπιταλιστικό σύστημα θεωρείται πως εμπεριέχει μια σειρά θεμελιωδών αντιφάσεων που συγκρούονται και συνεπώς παράγουν μια κοινωνία που διατρέχεται διαρκώς από διαφόρων ειδών εντάσεις. Για παράδειγμα, η ένταση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία είναι μια εμφανής κατάσταση στην οποία κάθε μαρξιστής θα όφειλε να στρέψει την προσοχή του στο χαρακτήρα δηλαδή του ταξικού αγώνα. Υπάρχουν, όμως, και άλλες εντάσεις, ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση , στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία. Όλες αυτές οι εντάσεις υπάρχουν. Τι είναι ένα σπίτι; Είναι μια αξία χρήσης, εκεί που οι άνθρωποι κατοικούν, ή είναι μια ανταλλακτική αξία; Εκείνο που διαπιστώσαμε στην πρόσφατη κρίση είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ένταση ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία μιας κατοικίας ξεσπάει με τη μορφή μιας μακρο-κρίσης. Συνεπώς, από μαρξιστικής σκοπιάς, πάντα υπάρχουν εντάσεις. Έτσι το μόνο ενδιαφέρον ερώτημα, από τη σκοπιά του μαρξισμού, είναι το πότε ξεσπούν αυτές οι εντάσεις και λαμβάνουν τη μορφή μιας μεγάλης κρίσης αστάθειας και, άρα, πρέπει να ξεπεραστούν με την εμφάνιση ενός διαφορετικού σχηματισμού καπιταλιστικών δυνάμεων, στην περίπτωση που κρίση λύνεται μέσα στον καπιταλισμό.
Υπάρχει ένα ανέκδοτο για τους μαρξιστές, λέγεται ότι προέβλεψαν σωστά τις τελευταίες δώδεκα από τις τελευταίες τρεις κρίσεις. Συνεπώς, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός όταν λέει πως μια αντίφαση πρόκειται να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις κρίσης ή ότι αυτή η κρίση πρόκειται να είναι η τελειωτική. Η μαρξιστική θεωρία, όμως, μάς λέει ότι δεν υπάρχει σταθερό καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι, επί παραδείγματι, όταν οικονομολόγοι από τον Μπεν Μπερνάνκι [νυν διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ ] μέχρι τον Πολ Κρούγκμαν αρχίζουν να μιλούν για τη δεκαετία του 1990 ως μια περίοδο 'μεγάλης αυτοσυγκράτησης' και όταν λένε ότι οι κρισιακές τάσεις έχουν ξεπεραστεί, γνωρίζει κανείς, αν δει τα πράγματα από μαρξιστική σκοπιά, ότι δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Πολύ πρόσφατα, το 2004-2005, πριν ακόμη αναλάβει ως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ο Μπερνάνκι υποστήριζε ότι οι τάσεις προς την αστάθεια έχουν αμβλυνθεί και δεν συντρέχει ουδείς λόγος ανησυχίας.
Οι συμβατικοί οικονομολόγοι διατηρούν μια αντίληψη για την κοινωνία που συνοψίζεται σ΄ αυτό που θα θεωρούσαν ροπή προς την ισορροπία, δηλαδή πιστεύουν πως όταν η αγορά λειτουργεί σωστά, εντός του ορθού θεσμικού πλαισίου -το οποίο περιλαμβάνει κάποιο βαθμό ρύθμισης των συμβολαίων και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων-, πρέπει να παράγει μια κατάσταση ισορροπίας. Έτσι, τα συμβατικά οικονομικά πάντα μιλούν για την τάση προς σύγκλιση, προς ισορροπία, και ότι η ισορροπία είναι δυνατή υπό τον όρο ότι υπάρχει σωστό μείγμα πολιτικής και δεν σημειώνεται κάτι εξωγενές που να δημιουργεί αναταράξεις στο όλο σύστημα. Εξωγενή προβλήματα θα μπορούσαν να αποκληθούν οι φυσικές καταστροφές, οι πόλεμοι, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και ο προστατευτισμός. Κρίση θα μπορούσε να υπάρξει λόγω αυτών των εξωγενών παραγόντων [υποστηρίζουν οι συμβατικοί οικονομολόγοι], η οποία θα ξεστράτιζε το σύστημα από το μονοπάτι της ισορροπίας, όμως η ισορροπία είναι πάντα κάτι το εφικτό.
Από μαρξιστικής σκοπιάς, η ισορροπία είναι ασυνήθης κατάσταση. Υπάρχουν πάντα δυνάμεις που μας απομακρύνουν, δυνάμεις εσωτερικές στη δυναμική του συστήματος. Έτσι, η μαρξιστική αντίληψη θα εξέταζε αυτό το ζήτημα με πολύ διαφορετικό τρόπο. Και πάλι, όμως, επανέρχομαι σ΄ αυτό που είπα προηγουμένως, πάντα πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, όταν εξετάζει από τη μαρξιστική σκοπιά το θέμα αυτό, και να μη λέει , 'Ιδού η επόμενη κρίση και αυτή θα είναι η τελειωτική'. Αυτό που επιχειρώ στο 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' είναι να μιλήσουμε πολύ συγκεκριμένα για το ποια είναι η φύση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού και γιατί η λύση της κρίσης της δεκαετίας του 1970 δημιούργησε μια δομή που εμπεριείχε την πιθανότητα δημιουργίας κρίσης του είδους που είδαμε να ξεσπάει γύρω μας τα τελευταία δυο-τρία χρόνια. Αυτό οδηγεί στο μέγα ερώτημα: Τι είδους προσαρμογές είναι πιθανόν να συντελούνται στην καπιταλιστική δυναμική, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν τα θεμέλια μιας νέας κρίσης στο μέλλον;

*Πιστεύετε ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση αποτελεί επίσης κρίση της αστικής νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας;

--Αναμφίβολα, η νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης θεωρίας αμφισβητείται. Πολλοί, που κάποτε ήταν ακλόνητοι υποστηρικτές της υπόθεσης των αποτελεσματικών αγορών, σήμερα αναγνωρίζουν το λάθος τους. Πολλοί οικονομολόγοι φαίνεται να συναινούν στο ότι, όντως, απαιτούνται πιο δυναμικές μορφές παρέμβασης στην οικονομία, προκειμένου να τερματιστεί η κρίση και να σταθεροποιηθεί το σύστημα. Τα συνήθη νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα, τα οποία προβάλλονταν στις δεκαετίες του 1970 και 1980 ως ο τρόπος εξόδου από την κρίση, δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν, συμπεριλαμβανομένου, βεβαίως, του επιχειρήματος ότι η κρίση οφείλεται στα αρπακτικά συνδικάτα, στους άπληστους εργάτες και συνεπώς η εργασία δεν πρέπει να αμείβεται πολύ. Στην εποχή μας, δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει αυτό το επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, το μόνο επιχείρημα που στέκει, ως προς αυτό, είναι πως οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε αδυναμία, στις παρούσες περιστάσεις.
Βεβαίως, ιδεολογικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να πει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή η δεξιά πτέρυγα του Δημοκρατικού ότι η απάντηση είναι να ενισχυθούν και πάλι οι εργαζόμενοι στις παρούσες συνθήκες. Ένα μέρος όπου αρχίζουμε να βλέπουμε σημάδια του τι συμβαίνει είναι ασφαλώς η Κίνα. Για πρώτη φορά επέτρεψε η κεντρική κινεζική κυβέρνηση να εξελιχθεί μια μεγάλη απεργία που δεν είχε οργανωθεί από τα συνδικάτα που καθοδηγεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά ήταν αυθόρμητη. Είδαμε την απεργία στην εταιρεία Honda, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι μισθοί κατά 30-40%. Στην εταιρεία Foxconn έγινε σύγκρουση, η οποία οδήγησε στο διπλασιασμό των μισθών. Φαίνεται πως τώρα η κινεζική κυβέρνηση ενισχύει τα δικαιώματα των εργατών, κάτι που δεν βλέπουμε σε όλον τον υπόλοιπο αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, όπως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

*Με βάση την πρακτική των κυβερνήσεων και των οικονομολόγων του κατεστημένου, τι αντικαθιστά τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία;

--Υπάρχει μια θεωρία του νεοφιλελευθερισμού που στην πραγματικότητα ουδέποτε λειτούργησε. Η Μάργκαρετ Θάτσερ επιχείρησε να την εφαρμόσει και απέτυχε μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια. Υπάρχει επίσης μια πραγματιστική μορφή νεοφιλελευθερισμού, η οποία μονίμως υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και την παύση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Στην πράξη, όμως, αυτό σήμαινε υποστήριξη προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στη μεξικανική κρίση χρέους π.χ., το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και το αναζωογονημένο ΔΝΤ έσωσαν το Μεξικό, προκειμένου να σώσουν τους τραπεζίτες της Νέας Υόρκης. Εκείνο που συνέβη λοιπόν ήταν η εισαγωγή του ηθικού κινδύνου στο σύστημα. Το βασικό στοιχείο αυτού του τελευταίου είναι ότι σε κάθε περίπτωση αποφασίζεται να διασώζονται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με κάθε κόστος. Αυτό δεν είναι διόλου συμβατό με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, η καθαρή ιδεολογία, θα έλεγε: 'Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς. Αν κάνεις μια κακή επένδυση και χρεοκοπήσεις, τόσο το χειρότερο'. Αυτή τη στιγμή εκείνο που βλέπουμε είναι πως η επίσημη ιδεολογία, που θέλει να κρατήσει το κράτος μακριά από οτιδήποτε, έχει πρόβλημα, εφόσον η πολιτική εξουσία υιοθετεί ανοιχτά την απαίτηση να σωθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εις βάρος του πληθυσμού. Φαίνεται ότι διεξάγεται κάποια πάλη γύρω απ΄ αυτό το ζήτημα, επειδή τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμφωνούν μ΄ αυτό.
Όπως το βλέπω αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει η πρόθεση οποιασδήποτε αλλαγής αυτής της θέσης, δηλαδή ότι αυτό είναι που πρέπει να γίνει. Όμως, το πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι έτσι μετατοπίζουν την κρίση. Και πάλι, μία από τις θέσεις, που για μένα είναι πολύ σημαντικές, στο 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' αφορά το ότι το κεφάλαιο δεν ξεπερνά τις κρισιακές τάσεις του , αλλά τις ανακυκλώνει. Δόθηκε μεν κάποια λύση στο θέμα της τραπεζικής κρίσης, αλλά τώρα προέκυψε η κρίση των κρατικών χρεών, των οικονομικών των κρατών. Το βλέπετε αυτό βεβαίως στη Νότια Ευρώπη, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Δημοσιονομική κρίση υπάρχει και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τη σοβαρή δυσκολία που έχει η Καλιφόρνια π.χ., η οποία διατηρεί έναν από τους μεγαλύτερους κρατικούς προϋπολογισμούς στον κόσμο. Έτσι, η κρίση μετατοπίστηκε από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα δημόσια οικονομικά. Υπάρχει λοιπόν ένα μεγάλο ερώτημα, πώς θα αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, και αυτό είναι το κύριο ζήτημα της ημερήσιας διάταξης τούτη τη στιγμή. Ενώ το περασμένο έτος το ζήτημα ήταν πώς θα σταθεροποιηθούν οι τράπεζες, τώρα είναι πώς θα σταθεροποιηθούν τα δημόσια οικονομικά και αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν πρόκειται να λυθεί εύκολα. Θα απασχολεί τα επόμενα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.
Παράλληλα μ΄ αυτό, όσο επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά μέσω της λιτότητας θα διατηρούν υψηλή ανεργία. Αυτό είναι το ζήτημα που εμφανίζεται τώρα, μετατόπισαν την κρίση από τις τράπεζες στα δημόσια οικονομικά και στη συνέχεια στο λαό με τη μορφή της λιτότητας και της ανεργίας. Συνεπώς, το μείζον ερώτημα είναι, πώς θα αντιδράσει ο λαός; Βλέπουμε την αντίδρασή του σε κάποιο βαθμό με τις απεργίες στην Ελλάδα και στην Ισπανία, καθώς και με τον αναβρασμό που υπάρχει στα πανεπιστήμια της Καλιφόρνιας, όπου αρχίζει να οικοδομείται λαϊκή αντίσταση εναντίον του τρόπου με τον οποίο σταθεροποιούνται τα δημόσια οικονομικά εις βάρος του λαού. Βεβαίως, τα δημόσια οικονομικά περιήλθαν σε χαοτική κατάσταση, επειδή σταθεροποίησαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ένα είδος αλυσιδωτού φαινομένου. Συνεπώς, το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται κατά τη γνώμη μου από το πώς θα εξελιχθεί ο ταξικός αγώνας. Θα είναι ένας ταξικός αγώνας έναντι ενός κρατικού μηχανισμού και μιας κρατικής εξουσίας που λένε, 'Εσείς πρέπει να πληρώσετε το κόστος της κρίσης', ενώ πολλοί άνθρωποι λένε 'Όχι δεν πρέπει να πληρώσουμε εμείς το κόστος της κρίσης. Πρέπει να το πληρώσουν οι τραπεζίτες, οι χρηματιστές και οι ανώτερες τάξεις', οι περισσότεροι -κάποιοι βέβαια έχουν πληγεί- από τους οποίους βγήκαν, μέχρι στιγμής, αλώβητοι από την κρίση. Έτσι θα δούμε να εξελίσσεται αυτή η δυναμική του ταξικού αγώνα.

*Όπως αναφέρατε, εδώ, στις ΗΠΑ, και στην Ευρώπη εφαρμόζονται μέτρα λιτότητας. Πιστεύετε ότι αυτά τα μέτρα θα δώσουν λύση στην κρίση;

--Τα μέτρα λιτότητας θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο ξεπέρασμα της δημοσιονομικής κρίσης του κράτους, αλλά θα επαναληφθεί αυτό που έγινε με τη δημοσιονομική κρίση που προέκυψε από τη λύση της κρίσης των τραπεζών. Το ερώτημα είναι λοιπόν: Τι είδους κρίση θα προκληθεί απ΄ αυτά τα μέτρα; Κρίση ανεργίας, βεβαίως. Εάν τα κράτη εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας -όπως ο Κάμερον στη Βρετανία που μιλά για μεγάλες περικοπές- αυτά θα προκαλέσουν μεγάλη ανεργία. Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης το θέμα συζήτησης είναι οι μεγάλες περικοπές του προϋπολογισμού και η μαζική ανεργία που θα προκληθεί στον δημόσιο τομέα. Θα εξαπολυθεί στη συνέχεια ένας μεγάλος αγώνας μεταξύ του κράτους και των συνδικάτων του δημόσιου τομέα ιδίως . Έτσι είναι πιθανόν να δούμε, όπως είδαμε στην Ελλάδα και στην Ισπανία, έναν εκτεταμένο αγώνα, επειδή η κρίση μεταφέρεται σε άλλο χώρο, και αυτό μας επαναφέρει στη θέση μου ότι οι κρίσεις δεν λύνονται, απλά μετατοπίζονται από τη μια σφαίρα στην άλλη.

*Πώς βλέπετε την αντίδραση της Αριστεράς στις περικοπές του προϋπολογισμού και ποιο δρόμο πιστεύετε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει η Αριστερά για να προχωρήσει μπροστά;

--Εξαρτάται από το τι αποκαλείτε Αριστερά. Υπάρχουν πολλές ομαδοποιήσεις στην Αριστερά που δυσανασχετούν μ΄ αυτή την κατάσταση, αλλά δεν βλέπω μια ενιαία ανάλυση της Αριστεράς σχετικά με τη φύση του προβλήματος. Βλέπω πολλά είδη λύσεων και διαφορετικές διατάξεις οργάνωσης. Έτσι νομίζω ότι η Αριστερά δεν αντιδρά με ενιαίο τρόπο. Πιστεύω ότι τώρα, στο βαθμό που η κρίση μετατοπίζεται προς τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, είναι πιθανόν να δούμε πιο κλασικές μορφές ταξικού αγώνα ως αντίδραση έναντι της κατάστασης από ό,τι συνέβη όταν η κρίση έδρευε στο τραπεζικό σύστημα. Αυτό θα οδηγήσει στη σύγκλιση πολλών δυνάμεων της Αριστεράς γύρω από την ιδέα ότι πρέπει να προστατεύσουμε τον πληθυσμό γενικά έναντι των μέτρων λιτότητας που προέρχονται από το κράτος.
Θεωρώ ότι οι αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελίσσεται η κρίση είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε πιο ενοποιημένη πολιτική μέσα στην Αριστερά, ωστόσο υπάρχουν πολλές διαφορετικές ομαδοποιήσεις. Μερικές φορές μπλέκω σε μπελάδες που το λέω αυτό, αλλά επί παραδείγματι ο αναρχικός αυτονομιστικός χώρος δεν θέλει να πάρει την κρατική εξουσία και δεν πιστεύει στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, αν και τώρα σημειώνονται κάποιες μετατοπίσεις μεταξύ των σημαντικών θεωρητικών αυτού του χώρου. Θεώρησα ενδιαφέρον στοιχείο το ότι στο τελευταίο βιβλίο τους οι Χαρντ και Νέγκρι δεν εξέφρασαν αντίθεση στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, κάτι πολύ ασυνήθιστο γι΄ αυτό το χώρο, έτσι ίσως αυτή η ιδέα μπορεί να μεταβληθεί. Πιστεύω ότι οι κλασικοί αριστεροί σχηματισμοί, και δεν μιλώ για τη σοσιαλδημοκρατία, μιλώ κυρίως για τους μαρξιστικούς και κομμουνιστικούς σχηματισμούς, έχουν πρόβλημα. Θα το παρουσιάσω εδώ χονδροειδώς. Δεν πιστεύω ότι φέρνει αποτελέσματα η ιδέα τους για τον εργοστασιακό εργάτη ως τον πρωτοπόρο προλετάριο που θα κάνει την επανάσταση. Δεν πιστεύω πραγματικά ότι αυτή η ιδέα απέδωσε ποτέ πολύ καλά αποτελέσματα. Πρέπει κανείς να διαμορφώσει μια ευρύτερη έννοια συμμαχίας δυνάμεων εντός της οποίας το συμβατικό προλεταριάτο αποτελεί σημαντικό στοιχείο, αλλά όχι αναγκαία ένα στοιχείο που παίζει ρόλο ηγεσίας.
Μια δομή ηγεσίας πρέπει να αναπτυχθεί γύρω από όλους τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Επί παραδείγματι, ένας από τομείς ενδιαφερόντων μου θα ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που εμπλέκονται στη δημιουργία της αστικοποίησης, οι άνθρωποι που δημιουργούν πόλεις και οι άνθρωποι που παράγουν τη ζωή της πόλης. Τούτη τη στιγμή, στο βαθμό που ο αγώνας θα διεξαχθεί πιθανώς ανάμεσα στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα και στον κρατικό μηχανισμό, θα είναι μια ειδική μορφή αγώνα που δεν βασίζεται στα εργοστάσια. Τα συνδικάτα των καθηγητών και αυτού του είδους οι ομάδες πιθανώς θα ωθηθούν να αναλάβουν έναν πιο πρωτοποριακό ρόλο. Νομίζω λοιπόν ότι οι αριστερές οργανώσεις χρειάζεται να αναρωτηθούν ποιοι θα παίξουν, πιθανώς, το ρόλο της πρωτοπορίας στην τρέχουσα κατάσταση και τι πολιτική θα έπρεπε να διαμορφωθεί σε σχέση με τις κυβερνήσεις των Πολιτειών, όπως και με τις εταιρείες.

*Ο μαρξισμός πάντα είχε να κάνει τόσο με την εξήγηση όσο και με την αλλαγή της κοινωνίας. Ποιος, κατά τη γνώμη σας, είναι ο ρόλος που πρέπει να παίξει ο μαρξισμός στην οικοδόμηση μιας νέας αντίστασης με στόχο το μετασχηματισμό της κοινωνίας;

--Θεωρώ ότι παίζει βασικό ρόλο. Από τη δική μου οπτική γωνία, η αποτυχία των άλλων μορφών κατανόησης της πολιτικής οικονομίας είναι πλέον τόσο φανερή που υπάρχει σήμερα η δυνατότητα να προωθηθεί πραγματικά σθεναρά μια πιο σαφής μαρξική αντίληψη για το πώς λειτουργεί η πολιτική οικονομία, συνεπώς θεωρώ ότι σ΄ αυτό το επίπεδο κριτικής ο μαρξισμός έχει να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο. Πιστεύω επίσης ότι η ιστορία του μαρξισμού και η εποικοδομητική πλευρά του αποτελούν συλλογική μνήμη που μπορεί να ανασυρθεί πολιτικά, και πρέπει να το πούμε ευθέως: ο βαθμός του βιοτικού επιπέδου που είχαμε επιτύχει τη δεκαετία του 1970 σχετιζόταν με τη δυναμική του ταξικού αγώνα όπως εξελίχθηκε μετά το 1917, ακόμη και σ΄ αυτή τη χώρα [τις ΗΠΑ] κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Λέγεται από κάποιους ότι ο μαρξισμός απέτυχε - ε, λοιπόν, δεν απέτυχε. Στην πραγματικότητα έπαιξε πολύ εποικοδομητικό ρόλο. Ταυτόχρονα, όσοι κινούμαστε στο πλαίσιο του μαρξισμού οφείλουμε επίσης να κοιτάξουμε πίσω και να είμαστε πολύ επικριτικοί σε αυτές που θεωρούμε πολύ συντηρητικές, μάλλον δογματικές αντιλήψεις για τον κόσμο.
Επί παραδείγματι, δεν μπορούμε να ανατρέχουμε και να παραθέτουμε τον Λένιν σαν να είναι αυτό μια λύση, κατά κάποιον τρόπο. Ο καλός μαρξιστής αυτό που κάνει είναι να εξετάζει τη συμβατική κατάσταση και να την αναλύει συνεχώς, δοθείσης της μεθόδου του Μαρξ [που τον προτρέπει] να προσπαθεί και να κατανοεί τη δυναμική της κατάστασης και συνεπώς να παρεμβαίνει με τρόπο που να οδηγεί την κοινωνία σε πιο δημοκρατικές και εξισωτικές λύσεις και τελικά σε λύσεις που είναι εντελώς αντικαπιταλιστικές. Πιστεύω ότι ο μαρξισμός ως επαναστατική θεωρία και ως επαναστατική πράξη έχει να διδάξει πολλά. Υπάρχει μια θαυμάσια ιστορική καταγραφή, αλλά πρέπει να προσεγγίσουμε με κριτικό τρόπο το τι κάναμε λάθος και τι σωστά, και γι΄ αυτό πιστεύω ότι τούτη η στιγμή είναι εξαιρετική για να παρουσιάσουμε ξανά , αν θέλετε, τη μαρξική επιχειρηματολογία, νομίζω μάλιστα ότι πολύ περισσότερος κόσμος είναι πρόθυμος να ακούσει. Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσκόπηση του Pew Research Center που αναφέρει ότι μόνο το 43% των ανθρώπων της χώρας πιστεύει πραγματικά ότι ο καπιταλισμός είναι καλός και νομίζω ότι ειδικά ανάμεσα στη νεότερη ηλικιακά ομάδα , των 18-30 ετών, το 43% πιστεύει ότι ο σοσιαλισμός ήταν καλύτερος. Έτσι, ακόμη και σ΄ αυτή τη χώρα, οι όμοιοι του Γκλεν Μπεκ [δεξιός θρησκευόμενος λαϊκιστής, επιχειρηματίας των MME, που τον έχει φέρει στον κοινωνικό αφρό το ακραία συντηρητικό κίνημα του Tea Party] έχουν αναστατωθεί ακριβώς εξαιτίας μιας αθόρυβης, αλλά δραστικής μεταβολής στον τρόπο του σκέπτεσθαι, μιας μεταβολής που βρίσκεται υπό εξέλιξη, και αυτό μπορούμε να το υποστηρίξουμε με επιχειρήματα. Η δική μου συμβολή ήταν να γράψω το 'Αίνιγμα του Κεφαλαίου' που είναι προσιτό στον κόσμο, έτσι ώστε μπορεί να σχηματίσει μια αντίληψη για το ποια είναι η μαρξική επιχειρηματολογία, χωρίς να είναι πολύ δογματικό ή αλαζονικό σχετικά μ΄ αυτή. Αυτή πιστεύω ότι είναι η κατάστασή μας τούτη τη συγκεκριμένη στιγμή.


Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΝΕ - ΓΣΕΕ / AΔΕΔΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρήσιμο εργαλείο για την ανατροπή του Μνημονίου

Επιμέλεια Μάκης Μπαλαούρας

Η ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ πάντα αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι η μοναδική επιστημονική μελέτη από την πλευρά της εργατικής τάξης που παρουσιάζει τις πηγές και τις αιτίες των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, ενώ παράλληλα υποβάλλει προτάσεις για εναλλακτικούς δρόμους διεξόδου.
Αν η αναγκαιότητά της είναι σημαντική σε κάθε περίοδο, σήμερα στο μέσον βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης καθίσταται εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για τα συνδικάτα, τα κόμματα της Αριστεράς, αλλά και τους επιστημονικούς φορείς προκειμένου να θεμελιώσουν επιχειρήματα αντίστασης στην επιχειρούμενη κυβερνητική προσπάθεια κατεδάφισης των εργατικών κατακτήσεων, του βιοτικού τους επιπέδου και του κοινωνικού κράτους.

Τα αίτια της κρίσης

Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία πέρασε μια μακρά περίοδο (1994-2008) μεγάλης ανάπτυξης, την ίδια αυτή περίοδο άρχισαν να συσσωρεύονται δημόσια ελλείμματα και δημόσιο χρέος. Το δημόσιο έλλειμμα αυξανόταν ετησίως κατά 5 δισ., ενώ το δημόσιο χρέος κατά 6,2 δισ.! Το «ελληνικό παράδοξο», όπως το αναφέρει η Έκθεση, δηλαδή το πως μπορεί να εξηγηθεί η ταυτόχρονη αύξηση του ΑΕΠ με τη δημιουργία των ελλειμμάτων και του χρέους. Το ΙΝΕ, με στοιχεία, εξηγεί ότι το πρόβλημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στη «δανειακή μεγέθυνση της δημόσιας κατανάλωσης, της ιδιωτικής κατανάλωσης των ανώτερων εισοδημάτων, στις υπερτιμολογήσεις των κρατικών προμηθειών, στις φοροαπαλλαγές προς τις επιχειρήσεις που στέρησαν έσοδα από τον κρατικό προϋπολογισμό, στην ανισοκατανομή του εισοδήματος, την απελευθέρωση της φοροδιαφυγής και στην κατάρρευση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού είσπραξης των εσόδων του κράτους, στην εισφοροδιαφυγή, την ευάλικτη, την αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, καθώς και στη συρρίκνωση του τεχνολογικού και οικονομικού δυναμικού της χώρας».

Το ελληνικό παράδοξο

Ενώ για 14 χρόνια το ΑΕΠ αυξάνονταν σημαντικά, τοποθετώντας την ελληνική οικονομία στις πρώτες θέσεις της ανάπτυξης, η ολοένα συνεχής ανισοκατανομή του εισοδήματος, μέσω των φοροαπαλλαγών, φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και διαφθορά, οδήγησαν το κράτος σε ολοένα σε μεγαλύτερα ελλείμματα και μεγαλύτερο δανεισμό για να καλύψει την απώλεια εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Από μια άλλη πλευρά μπορεί κανείς να δει το «τραπεζικό παράδοξο». Δηλαδή μια επί χρόνια τεράστια κερδοφορία που πήγαινε στους ιδιώτες μετόχους, χωρίς όμως να γίνει καμία προσπάθεια, τουλάχιστον, θωράκισής τους.
Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν οι τιμές καταναλωτή είναι στο 94% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή είναι ακριβή χώρα, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας είναι στο 92% του μέσου όρου της ΕΕ (χώρα πολλών ωρών και έντασης εργασίας), οι μισθοί βρίσκονται στο 82%. Δηλαδή οι μισθοί είναι χαμηλοί σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας και των τιμών.

Η έντονη ταξική φορολογία

Προς θεμελίωση αυτών, διαπιστώνεται ότι τα τέσσερα ευρώ που παράγονται στην ελληνική οικονομία, το ένα δεν φορολογείται, δηλαδή διαρροή εσόδων του κράτους κατά 12-15 δισ. ετησίως Ταυτόχρονα ενώ η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα είναι 35,1% (2007) περίπου στο μ.ο. της ΕΕ (36,4%), η πραγματική φορολόγηση των κερδών ανέρχεται σχεδόν στο μισό του μ.ο. της ΕΕ (15,9%) στην Ελλάδα, έναντι 33% στην ΕΕ).
Συναφές με το παραπάνω είναι το γεγονός ότι οι άμεσοι φόροι, στην Ελλάδα φτάνουν μόλις στο 7,7% το ΑΕΠ, ενώ στην ΕΕ σχεδόν στο διπλάσιο, στο 13,1% του ΑΕΠ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναλογία των εισοδημάτων ιδιοκτησίας προς τα εισοδήματα από την εργασία (συμπεριλαμβανόμενης και της αυτοαπασχόλησης) στην Ελλάδα ανέρχονταν, το 2009 σε 0,43, ενώ στις περισσότερες χώρες της ΕΕ ?15 βρισκόταν μεταξύ 0,150,3 (μέσος όρος ευρωζώνης 0,25).

Η συνταγή της τρόικας και της κυβέρνησης

Η προσφυγή στον «μηχανισμό στήριξης» της ελληνικής οικονομίας από την τρόικα, μονεταριστικής έμπνευσης, κινείται στην κατεύθυνση της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας για την μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παντελής έλλειψη αναδιανεμητικών και αναπτυξιακών στοιχείων θα παρατείνει τις συνθήκες οικονομικής κρίσης και ύφεσης της ελληνικής οικονομίας κατά τα επόμενα χρόνια. Η ακολουθούμενη πολιτική, που πολλοί αποκαλούν «εσωτερική υποτίμηση» ή «ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό» είναι μια σωρευτική διαδικασία διαδοχικών κύκλων μείωσης των μισθών και των τιμών. Μέσω αυτών των μειώσεων, σύμφωνα με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας και θα αυξηθούν οι καθαρές εξαγωγές. Έτσι, θα βελτιωθεί, υποτίθεται, το εξωτερικό έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, και η συνολική ζήτηση θα αρχίσει να ανακάμπτει. Στο τέλος της διαδικασίας, η οικονομία θα ισορροπήσει σε ένα ποσοστό ανεργίας υψηλότερο και ένα επίπεδο παραγωγής χαμηλότερο από το σημερινό. Αυτή η διαδικασία είναι μακρά και για να επιταχυνθεί θα πρέπει, σύμφωνα πάντοτε με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας που προστατεύουν (υποτίθεται υπερβολικά) τους εργαζόμενους να «μεταρρυθμιστούν» στη γνωστή κατεύθυνση απελευθέρωσης των απολύσεων, αποδυνάμωσης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας κλπ. Επομένως, η ύφεση, δεν είναι ένα «ατύχημα», ή το αποτέλεσμα κακών χειρισμών.Η ύφεση αξιοποιείται ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζομένων σε λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις και χαμηλότερους μισθούς υπό την πίεση της ανεργίας και του διογκούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού.Ήδη το ποσοστό ανεργίας πρόκειται να παρουσιάσει άνοδο, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε περίπου 12% το 2010 και 13,2% το 2011. Εάν η πρόβλεψη αυτή επαληθευτεί, ήδη στο τέλος του τρέχοντος έτους το ποσοστό ανεργίας θα έχει προσεγγίσει στην Ελλάδα το υψηλότερο σημείο της μεταπολιτευτικής περιόδου (12%, όσο δηλαδή το 1999), το δε 2011 θα φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα της πεντηκονταετίας.

Τα καταστροφικά αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής και της τρόικας

Η μείωση των μισθών επιφέρει μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αυτή η αρχική μείωση επηρεάζει αρνητικά την συνολική ζήτηση και διαμέσου αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, η ανεργία θα αυξηθεί και θα μειώσει και αυτή με την σειρά της την εσωτερική ζήτηση και ο φαύλος κύκλος θα αρχίζει από την αρχή. Όμως μια οικονομία που έχει υποστεί παρατεταμένη μείωση της ζήτησης δεν επανέρχεται στην αρχική της κατάσταση όταν αυξηθεί η ζήτηση, διότι, έχει εν τω μεταξύ υποστεί μια σειρά καταστροφών στο παραγωγικό και στο εργατικό δυναμικό της.

Η «Λατινική Ευρώπη»

Στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης φάνηκε καθαρά η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίσει συλλογικά και συντονισμένα τα έντονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πολλές Ευρωπαϊκές χώρες. Ενας από τους θεμελιώδεις λόγους της δημιουργίας της, η συνοχή δηλαδή που οδηγεί στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και η σύγκλιση ανάμεσα στις φτωχότερες χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης και τις πλουσιότερες του Ευρωπαϊκού βορρά φαίνεται ότι χάνεται οριστικά. Αρκετοί αναλυτές μάλιστα εκτιμούν ότι δημιουργείται μια νέα «οικονομική ήπειρος» η «Λατινική Ευρώπη» συγκροτημένη περιφερειακά από τις αδύναμες παραγωγικά, τεχνολογικά και κοινωνικά χώρες της Ανατολικής και Μεσογειακής Ευρώπης. Το επιχείρημα της θεραπείας σοκ στην Ελλάδα συνίσταται στο γεγονός της αναγκαιότητας αποκατάστασης των σοβαρών δημοσιονομικών ανισορροπιών της χώρας προκειμένου να μην παρατηρηθεί το φαινόμενο του ντόμινο και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Με άλλα λόγια, θεωρείται ότι το ισχυρό μέλλον του ευρώ και της Ευρωζώνης θα εξαρτηθεί από την επιτυχή έκβαση του προγράμματος λιτότητας στην Ελλάδα.

Ο ελληνικός θάλαμος καταστολής

Τα μέτρα λιτότητας που θα γνωρίσουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι την προσεχή τριετία θα επιδεινώσουν τουλάχιστον το βιοτικό τους επίπεδο κατά 30% και θα μειώσουν σημαντικά το επίπεδο ζήτησης και κατανάλωσης. Παράλληλα, θα συμβάλλουν κατά τα επόμενα έτη στην επιδείνωση της τεχνολογικής-παραγωγικής βάσης της χώρας, στην σημαντική αύξηση της ανεργίας και στην περαιτέρω διάβρωση της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η πολιτική ύφεσης που ασκείται δεν προβλέπεται να έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα σε σχέση με την διαχείριση του δημόσιου χρέους και η εφαρμοζόμενη πολιτική για την δημοσιονομική προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας έχει εισέλθει σε τροχιά αυτοϋπονόμευσης. Το πρόγραμμα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται ότι δεν θα επιτύχει τους στόχους του, είτε επειδή η προκαλούμενη ύφεση μειώνει σε μεγαλύτερο βαθμό τα φορολογικά έσοδα σε σύγκριση με τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες αυξάνοντας το δημόσιο έλλειμμα, είτε επειδή, σε μια καλύτερη εκδοχή, η μείωση του ελλείμματος αποδεικνύεται μια εξαιρετικά βραδεία διαδικασία με ιδιαιτέρως αυξημένο κοινωνικό κόστος, χωρίς παράλληλα να επιτυγχάνεται ικανοποιητική μείωση του δημόσιου χρέους εξαιτίας της αναιμικής ανάπτυξης.

Οι προτάσεις του ΙΝΕ

Για την έξοδο από την κρίση αντίθετα με την εσωτερική υποτίμηση θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να πραγματοποιηθεί ο ανταγωνιστικός αποπληθωρισμός με απευθείας μείωση των τιμών χωρίς να θιγούν οι μισθοί, για τον πολύ απλό λόγο ότι τα περιθώρια κέρδους στην Ελλάδα είναι κατά πολύ αυξημένα έναντι των άλλων προηγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μείωση των περιθωρίων κέρδους πρέπει να χρηματοδοτήσει την διατήρηση της απασχόλησης και την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών, που εκτός από την κοινωνική τους διάσταση, είναι και η καλύτερη μακροοικονομική ρύθμιση που μπορεί να γίνει στις παρούσες συνθήκες ώστε να ενισχυθεί η συνολική ζήτηση. Αυτό που χρειάζεται στη σημερινή συγκυρία η ελληνική οικονομία δεν είναι η διατήρηση των κερδών στα σημερινά επίπεδα αλλά η αύξηση της ζήτησης των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων από εργασία διαμέσου μιας μείωσης των περιθωρίων κέρδους (άρα και των τιμών).Θα έπρεπε η οικονομική πολιτική να προωθήσει σειρά δραστικών μέτρων για τον περιορισμό των κατά τα άλλα πασίγνωστων ολιγοπωλιακών συνθηκών στις ελληνικές αγορές προϊόντων.

Και με μείωση μισθών ανεβαίνει ο πληθωρισμός

Ενώ το ονομαστικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, συγκρινόμενο με το αντίστοιχο των ανταγωνιστριών χωρών, μειώνεται ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2008, σε αντίθεση με τις τιμές των προϊόντων που συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία μέσα σε συνθήκες ύφεσης, που δείχνουν την αποφασιστικότητα με την οποία ο επιχειρηματικός κόσμος υπερασπίζεται την υψηλή κερδοφορία με την οποία έχει εξοικειωθεί. Εάν υπάρχουν άκαμπτες αγορές στην Ελλάδα, αυτές δεν είναι οι αγορές εργασίας αλλά οι αγορές προϊόντων και σε αυτές απαιτείται να στοχεύουν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Οι μεγάλες περιουσίες θα έπρεπε να αναλάβουν το κύριο βάρος της προσαρμογής, τα επιχειρηματικά κέρδη να φορολογηθούν με υψηλότερο συντελεστή, οι φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων να επανεξετασθούν, ο έλεγχος των ανώτερων εισοδημάτων που φοροδιαφεύγουν να γίνει εξονυχιστικός κλπ.
Είναι δυνατόν στις σημερινές κρίσιμες περιστάσεις για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, να υλοποιηθεί μια αύξηση της φορολογίας κατά 10 μονάδες του ΑΕΠ, η οποία θα προέλθει κατά το μισό από την πραγματική αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης, και κατά το άλλο μισό από την αναδιανομή του εισοδήματος και την επιβολή ενός πράσινου φόρου. Με αυτό τον τρόπο θα εξασφαλιστεί η πληρωμή των τόκων του δημοσίου χρέους, αλλά θα υπάρχουν και πόροι διαθέσιμοι για τη στήριξη της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, για την άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας σε κοινωνικές υπηρεσίες (4 δις ευρώ το χρόνο ισοδυναμούν με 200.000 ως 250.000 θέσεις εργασίας) και για την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων κατά 40% περίπου.

Πόλιτική αδιέξοδη που ευνοεί και σενάρια παύσης πληρωμών

Εξαιτίας αυτών των λόγων, η τριετής απόσυρση από τις χρηματιστικές αγορές αναμένεται να αποδειχθεί ανεπαρκής μέχρι το τέλος της δεκαετίας 2010. Συντηρούνται έτσι σενάρια αναδιαπραγμάτευσης του χρέους ή ακόμα και παύσης πληρωμών.
Ένα ακόμη στοιχείο μιας τέτοιας εναλλακτικής κατεύθυνσης πολιτικής είναι η δραστική σύλληψη της παραοικονομίας και η ένταξη μεγάλου μέρους της στην επίσημη οικονομία, γιατί η αύξηση του ΑΕΠ που θα προκύψει έτσι, θα βελτιώσει το έλλειμμα και το χρέος και θα απομακρύνει τον κίνδυνο αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους. Εάν η σύλληψη της παραοικονομίας ανερχόταν σε 10% του ΑΕΠ ετησίως, τότε το ονομαστικό ΑΕΠ θα αυξανόταν με ρυθμό 8% και το δημόσιο χρέος θα μειωνόταν. Παρά ταύτα, η λογιστική αυτή αύξηση, που θα βελτίωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα, δεν θα αναιρούσε σε τίποτα τις επιπτώσεις της ύφεσης ως προς την απασχόληση, τα εισοδήματα κλπ, εκτός από τα μάλλον μέτρια αποτελέσματα που θα προκαλούσε η μείωση των επιτοκίων. Με άλλα λόγια, η αποφυγή του κινδύνου αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους, έστω και με αυτόν τον τρόπο, δεν συμβάλλει στην απομάκρυνση της φτωχοποίησης του κόσμου της μισθωτής εργασίας που συνεπάγονται η μείωση των μισθών και της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, η ανεργία και οι δραστικές περικοπές στις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες και επενδύσεις. Θα μπορούσε να συμβάλλει, όμως, σε μια επιστροφή του ελληνικού δημοσίου στις αγορές για δανεισμό με χαμηλότερα επιτόκια. Θα απέδιδε δε τα μέγιστα, εάν εντασσόταν σε μια συνεπή πολιτική μείωσης των τιμών με διατήρηση του εισοδηματικού μεριδίου των μισθωτών στο ΑΕΠ.

Η κλιματική αλλαγή

Και σ αυτό το μείζον ζήτημα η κυβέρνηση παίζει προπαγανδιστικά. Έχει αφήσει τις επενδύσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στα χέρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων, δεν έχει ένα πρόγραμμα για την προστασία των φυσικών πόρων, ετοιμάζεται να κλείσει τις περισσότερες σιδηροδρομικές γραμμές και να επιδοτήσει την αγορά ιδιωτικών αυτοκινήτων. Επειγόντως χρειάζεται μια στροφή προς τον σχεδιασμό πολιτικών για να αντιμετωπιστούν και να αμβλυνθούν όλες οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Επίσης, χρειάζεται να αποκτήσουν πρωτεύοντα ρόλο οι δημόσιες πολιτικές και να συνδεθούν οι πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος με τις κοινωνικές πολιτικές, με την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ριζικός αναπροσανατολισμός της πολιτικής

Με αυτά τα δεδομένα, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ θεωρεί ότι χρειάζεται ριζικός αναπροσανατολισμός της πολιτικής για την ανάκαμψη και την αποτροπή της όξυνσης της κρίσης δανεισμού, χρέους και ανεργίας. Θα πρέπει να αντικατασταθεί η πολιτική που προωθεί την ευελιξία της εργασίας, την ενίσχυσης της προσφοράς και την ιδιωτικοποίηση και κεφαλαιοποίηση του κοινωνικού κράτους, από μια πολιτική που θα προωθεί το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της ρύθμισης της εργασίας, της ενίσχυσης της ζήτησης και της καινοτομικής και παραγωγικής ανάπτυξης διαμέσου της αύξησης των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων και της ενδυνάμωσης της αναδιανομής του εισοδήματος και της αναδιανεμητικότητας του κοινωνικού κράτους.
Επομένως, είναι αναγκαίο και κατά προτεραιότητα, εκτός της επιλογής πολιτικών αντιμετώπισης του κοινωνικού κόστους, να στηριχθούν κλάδοι παραγωγικής δραστηριότητας που θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει πολύ καλύτερες επιδόσεις σε ότι αφορά την ποιότητα, την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση.

Πηγή: Η ΕΠΟΧΗ

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Μονόδρομος η αθέτηση πληρωμών

http://www.prin.gr/2010/09/rmf-lapavitsas.html

Η ευρωζώνη μεταξύ λιτότητας και αθέτησης πληρωμών, τιτλοφορείται το νέο κείμενο εργασίας του βρετανικού ιδρύματος ερευνών RMF, με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα που δόθηκε πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα. Στις σελίδες του τεκμηριώνεται ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ευρωζώνης και η ανάγκη εξόδου από το ευρώ, όπως και η ανάγκη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους με πρωτοβουλία των οφειλετών κι όχι των τραπεζών. Στην Ελλάδα μόνο το 42% του συνολικού χρέους ανήκει στον δημόσιο τομέα και στην Ισπανία το 13%!


Ακριβείς και εμπεριστατωμένες απαντήσεις στα πιο ακανθώδη και καίρια ερωτήματα που τίθενται σε κάθε συζήτηση για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση δίνει το νέο κείμενο εργασίας του κέντρου ερευνών RMF (Research on Money and Finance) με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα που δόθηκε πριν λίγες μέρες στη δημοσιότητα. Όπως για παράδειγμα: Αν μια χώρα προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών θα μπορεί να δανειστεί ξανά από το εξωτερικό; Δεν θα την «τιμωρήσουν» οι διεθνείς αγορές λόγω της ζημιάς που προκάλεσε σε όσους είχαν επενδύσει στα ομόλογά της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλύψει τις δανειακές ανάγκες της; Το παράδειγμα της Αργεντινής και της Ρωσίας, που περιγράφεται σε ειδικό παράρτημα της μελέτης διαλύει τους σχετικούς και πέρα για πέρα βάσιμους φόβους που εγείρονται ? κι όχι πάντα κακοπροαίρετα. Η Αργεντινή λοιπόν που έπαψε να εξυπηρετεί το χρέος της στις 24 Δεκέμβρη 2001 (κι ήταν μόνο 144 δισ. δολ., πολύ λιγότερο από το μισό δηλαδή του ελληνικού), πέντε χρόνια μετά, το 2006, προέβη στην έκδοση πενταετών ομολόγων ύψους 500 εκ. ευρώ η οποία καλύφθηκε πλήρως από την διεθνή αγορά! Μέχρι τότε κάλυπτε τις ανάγκες της με διμερή δάνεια από φιλικές γειτονικές της χώρες, όπως η Βενεζουέλα. Ακόμη πιο ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία που αφορούν τις οικονομικές επιδόσεις της Αργεντινής και της Ρωσίας, μετά την αθέτηση πληρωμών. Η μεν πρώτη, αφού το 2002 είδε το ΑΕΠ της να κατακρημνίζεται κατά 11%, τα επόμενα χρόνια κατέγραψε αυξήσεις κατά μέσο όρο της τάξης του 8%-9%. Η Ρωσία, που δήλωσε στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους και επαναδιαπραγμάτευση το 1998, τα επόμενα δύο χρόνια είδε το ΑΕΠ της να μεγεθύνεται κατά 6,3% και 10% ενώ μέχρι την κρίση του 2008 ποτέ δεν έπεσε κάτω από 4%! Κάθε άλλο παρά συνώνυμη της καταστροφής λοιπόν είναι η αθέτηση πληρωμών!

Η νέα μελέτη του RMF, με έδρα το Λονδίνο, έχει τίτλο «η ευρωζώνη μεταξύ λιτότητας και αθέτησης πληρωμών» και ως προς το παρόν είναι διαθέσιμη μόνο στα αγγλικά. Πέντε είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι οι οποίοι στηρίζουν όλη την έρευνα, η οποία με επιστημονικό τρόπο θεμελιώνει όχι μόνο την δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα εξόδου από το ευρώ και παύσης πληρωμών.

Πρώτο, η εκτόξευση του χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας (που στο μεγαλύτερο μέρος του προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα και όχι τον δημόσιο) είναι άμεσο αποτέλεσμα των πλεονασμάτων που παράγει η οικονομική επέκταση της Γερμανίας. Ως καύσιμη ύλη αυτής της επέκτασης χρησιμοποιήθηκαν τα αντεργατικά μέτρα του Σρέντερ που επέβαλαν την καθήλωση των μισθών και των ημερομισθίων στην Γερμανία. Ως αποτέλεσμα οι γερμανικές εξαγωγές κατέστησαν φθηνότερες αλώνοντας τα εμπορικά ισοζύγια του νότου. Σε αυτό το πλαίσιο η υπό εξέλιξη κρίση της ευρωζώνης αντιμετωπίζεται σαν ιστορική αποτυχία της που καθιστά όρο εκ των ων ουκ άνευ την έξοδο από το ευρώ, για την υπέρβαση της κρίσης σε μια φιλολαϊκή κατεύθυνση.

Δεύτερο, τα 750 δισ. ευρώ που απελευθέρωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Μάιο με σκοπό την αγορά ομολόγων από την δευτερογενή αγορά δεν αποτέλεσαν σωσίβια λέμβο για τα κλυδωνιζόμενα κράτη, αλλά για τις τράπεζες της Γερμανίας και της Γαλλίας που έχουν δώσει τα περισσότερα δάνεια σε αυτά τα κράτη. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως τον Δεκέμβρη του 2009 οι τράπεζες της ευρωζώνης είχαν ανοίγματα στην Ισπανία, την Πορτογαλία την Ελλάδα και την Ιρλανδία ύψους 1,6 τρισ. δολ., εκ των οποίων μόνο το 16% (254 δισ. δολ.) ήταν κυβερνητικό χρέος!

Τρίτο, η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλη την ΕΕ, ως το αντίτιμο για τη διάσωση των τραπεζών και του ευρώ, απειλεί να οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου ύφεση. Άμεσα ωστόσο η επιστροφή σε προ-κεϋνσιανές πολιτικές αναδιατάσσει τον ταξικό συσχετισμό στη γηραιά ήπειρο υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος της εργασίας.

Τέταρτο, το χρέος και η λιτότητα φέρνουν πιο κοντά το ενδεχόμενο αθέτησης πληρωμών το οποίο μπορεί να υλοποιηθεί με δύο ολότελα διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος είναι με πρωτοβουλία του πιστωτή και με μαθηματική βεβαιότητα αποτελεί νέα πηγή κερδών για τις τράπεζες και δεινών για τους εργαζόμενους. Ο δεύτερος τρόπος αθέτησης πληρωμών γίνεται με πρωτοβουλία του οφειλέτη. Πρακτικά πρόκειται για μονομερή παύση πληρωμών που ακολουθείται από επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και την σημαντική μείωσή του. Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουν χώρες όπως η Ελλάδα, για να διαφύγουν από τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης στον οποίο παραδέρνουν σήμερα. Παράλληλα φυσικά με την υιοθέτηση μιας σειράς άλλων μέτρων όπως η κρατικοποίηση των τραπεζών, η επιβολή ελέγχου στην κίνηση κερδοσκοπικών κεφαλαίων, κλπ.

Η μελέτη του RMF που παρουσιάστηκε την Τετάρτη στην Αθήνα σε μια επιτυχημένη εκδήλωση του βρετανικού κέντρου μελετών, του Αριστερού Βήματος Διαλόγου για την Κοινή Δράση και της Πρωτοβουλίας Καλλιτεχνών και Διανοουμένων κατά του ΔΝΤ δίνει νέα ώθηση στην προβολή του αιτήματος εξόδου από το ευρώ και παύσης πληρωμών. Το μεγάλο της προτέρημα είναι η βαθιά της επιστημονική θεμελίωση ταυτόχρονα με τον πολιτικό της ριζοσπαστισμό.