Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ: Ενας πρωτοπόρος της ανανέωσης

Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έγιναν οι πιο σημαντικές προσπάθειες ανανέωσης της μαρξιστικής παράδοσης.
Του Θανάση Γιαλκέτση

Ενάντια στη σταλινική ορθοδοξία, που είχε μετατρέψει τη μαρξιστική θεωρία σε πέτρινο δόγμα και σε απλοϊκή κατήχηση, αναπτύχθηκε ένας αιρετικός και κριτικός μαρξισμός που βάδιζε στον ανηφορικό δρόμο της έρευνας, της ανάλυσης, της αναθεώρησης, της δημιουργικής θεωρητικής επεξεργασίας, της διανοητικής ανακάλυψης. Ο Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους σε αυτό το τολμηρό ανανεωτικό εγχείρημα. Η συμβολή του σφράγισε τη διεθνή θεωρητική και πολιτική συζήτηση εκείνης της περιόδου. Ακόμα και σήμερα, και παρά τις μεγάλες ανατροπές και μεταβολές που έχουν επισυμβεί, όσοι δεν έχουν εγκαταλείψει το φιλόδοξο πολιτικό σχέδιο της σύζευξης δημοκρατίας και σοσιαλισμού οφείλουν να αναμετρηθούν με το έργο του. Γιατί και σήμερα (όπως και πάντα) κάθε προβληματική της ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης προϋποθέτει υποχρεωτικά τη θεωρητική ανάλυση των μηχανισμών του κράτους και των βαθύτερων λογικών της εξουσίας. Η ιστορική εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέδειξε ότι η εξουσία όχι μόνον δεν «μαραίνεται» ή δεν φθίνει με την επαναστατική έξοδο από τον καπιταλισμό, αλλά, αντίθετα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ενδυναμωθεί ή και να γίνει απόλυτη και ολοκληρωτική.

Μια νέα κουλτούρα της Αριστεράς χρειάζεται μια νέα ανάλυση του κράτους και των μηχανισμών του, μια πιο διεισδυτική διάγνωση των κωδίκων, των συμβόλων και των λειτουργιών της εξουσίας. Και εδώ η συμβολή του Πουλαντζά υπήρξε και παραμένει εξαιρετικά πολύτιμη. Ηδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια, ο Πουλαντζάς είχε προσεγγίσει τον μαρξισμό, όχι μόνο μέσα από τους οργανωτικούς δεσμούς του με την Αριστερά, αλλά και μέσα από την επαφή του με τη γαλλική κουλτούρα και ιδιαίτερα με τη σκέψη του Σαρτρ. Οπως φανερώνει η διδακτορική του διατριβή στη φιλοσοφία του δικαίου, που δημοσιεύτηκε το 1964, είχε επηρεαστεί επίσης από τον Λισιέν Γκολντμάν και από τον Λούκατς. Ακολουθεί η σημαντική ανακάλυψη του Γκράμσι και βέβαια η επαφή με τη σκέψη και το έργο του Αλτουσέρ. Τα ίχνη της αλτουσεριανής επίδρασης είναι ορατά στα περισσότερα έργα του Πουλαντζά. Ο Αλτουσέρ υπήρξε βέβαια από πολλές απόψεις ένας «ορθόδοξος» μαρξιστής. Στην προσπάθειά του να υπερβεί από τα «αριστερά» τον σταλινισμό, υιοθέτησε και υπερασπίστηκε τη μαρξιστική θεωρία ακόμα και στην πιο μαχητική και αδιάλλακτη εκδοχή της: τη λενινιστική.

Το μπόλιασμα της Αριστεράς
Παράδοξα ωστόσο συνέβαλε όσο λίγοι στον καιρό του στην ανανέωση του μαρξισμού. Την ίδια στιγμή που υποστήριζε μια ιδέα «αυτάρκειας» της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης, μπόλιαζε στο θεωρητικό σώμα του μαρξισμού τις πιο προχωρημένες επιστημολογικές αναζητήσεις και διαλεγόταν κριτικά με άλλες παραδόσεις σκέψης. Δίδαξε μια ολόκληρη γενιά να μελετάει το έργο του Μαρξ με μια διανοητική περιέργεια και ελευθερία και με ένα θεωρητικοπολιτικό πάθος, που δύσκολα θα μπορούσαν να εγκιβωτιστούν σε κάποιου είδους «ορθοδοξία». Δεν κατόρθωσε βέβαια να υπερβεί ένα όριο που χαρακτηρίζει και περιορίζει τα θεωρητικά επιτεύγματα πολλών εκπροσώπων του λεγόμενου «δυτικού μαρξισμού». Θυμίζουμε ότι ο Πέρι Αντερσον, στο βιβλίο του «Ο δυτικός μαρξισμός», υποστήριζε ότι ο σταλινικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ και της Γ΄ Διεθνούς προκάλεσε μεταξύ άλλων μια ρήξη εκείνης της θεωρητικοπολιτικής ενότητας που χαρακτήριζε τον μαρξισμό μέχρι τη δεκαετία του 1920. Ενώ καταπνίγεται στην Ανατολή, ο μαρξισμός υφίσταται στη Δύση ένα ριζικό μετασχηματισμό. Είναι όλο και λιγότερο οικονομική και πολιτική ανάλυση και γίνεται όλο και περισσότερο φιλοσοφία. Το 1968 εγκαινιάζει ωστόσο μια καινούρια φάση, καθώς διαγράφεται στον ορίζοντα μια νέα συνάντηση θεωρίας και λαϊκού κινήματος. Σε αυτή την ιστορική συγκυρία εγγράφεται η προσπάθεια του Πουλαντζά για κριτική επανεξέταση της θεωρίας του κράτους, ένα ερευνητικό εγχείρημα με σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις, αφού υπαγόρευε στα κόμματα της αριστεράς να αναθεωρήσουν σε βάθος τη στρατηγική τους για την κατάληψη της εξουσίας.

Ο Πουλαντζάς διαπίστωσε ότι στον μαρξισμό λείπει μια συστηματικά επεξεργασμένη θεωρία του κράτους και της πολιτικής, μια σοβαρή ανάλυση των πολιτικών θεσμών και ιδιαίτερα εκείνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, των μηχανισμών του κράτους, του ρόλου των κομμάτων και της γραφειοκρατίας, των οικονομικών λειτουργιών και παρεμβάσεων της δημόσιας σφαίρας. Από την κλασική μαρξιστική παράδοση κληρονομούμε την έννοια του κράτους ως οργάνωσης της ταξικής κυριαρχίας. Η ουσία του «ταξικού» κράτους είναι η οργανωμένη καταναγκαστική εξουσία, που είναι εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Στον κλασικό μαρξισμό συναντάμε επίσης την έννοια του «παρασιτικού» κράτους, η ουσία του οποίου έγκειται στην αποξένωσή του από την κοινωνία, στην αυτονόμηση και αυτοεξυπηρέτηση μιας ιεραρχίας των επαγγελματιών της κρατικής διοίκησης. Η αταξική κοινωνία υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στην κατάργηση και των δύο αυτών κρατικών μορφών: δεν θα είχε θεσμούς διακυβέρνησης διαχωρισμένους από τον λαό και δεν θα είχε οργανωμένο καταπιεστικό μηχανισμό, επειδή κανείς δεν θα τον χρειαζόταν. Η ανθρώπινη χειραφέτηση συνδεόταν από τον Μαρξ με μια ριζοσπαστική αντίληψη της δημοκρατίας, στην οποία δεν θα υπήρχε καμιά εξωτερική δύναμη καταναγκασμού και η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων θα γινόταν όχι με μια επαγγελματική ανάθεση εξουσίας, αλλά με δημοκρατική εκλογή των δημόσιων λειτουργών και με κατάλληλες εγγυήσεις για το διαρκή έλεγχό τους.

Αυτή η εκδοχή ριζοσπαστικής δημοκρατίας βαδίζει βέβαια πολύ πιο πέρα από τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Από την άλλη μεριά ωστόσο δεν φαίνεται να μοιάζει καθόλου με τις μονοκομματικές δικτατορίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μπορεί εύλογα να θεωρήσει κανείς ουτοπικές τις αντιλήψεις του Μαρξ και του Ενγκελς, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις βαθιά δημοκρατικές προθέσεις τους, αν πάρει μάλιστα υπόψη του το γεγονός ότι έζησαν και έδρασαν σε μια κατά βάση «προδημοκρατική» εποχή. Υπάρχει βέβαια και η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά κατά τον Μαρξ επρόκειτο για μια απολύτως μεταβατική μορφή πολύ σύντομης διάρκειας. Ήταν το πολιτικό εργαλείο για την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Επειτα από αυτήν την απαλλοτρίωση δεν θα υπήρχε χώρος για την πολιτική και το κράτος, αφού θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για την αυτοδιεύθυνση των παραγωγών, δηλαδή για μια κοινωνία οργανωμένη με βάση τα εργατικά συμβούλια σύμφωνα με το πρότυπο της Κομμούνας του Παρισιού.

Αντιπροσωπευτική δημοκρατία
Είδαμε όμως ότι η «προλεταριακή δημοκρατία» που θα βασιζόταν στα σοβιέτ δεν έζησε πολύ. Γρήγορα υποτάχθηκε στη συγκεντρωτική εξουσία του κόμματος και των κρατικών μηχανισμών, σε μια μονολιθική, αυταρχική και γραφειοκρατική δομή που ασκούσε τη δικτατορία της πάνω στο προλεταριάτο. Ο στοχασμός του Πουλαντζά για το κράτος και την εξουσία αναμετριέται με αυτήν την πελώρια άβυσσο που χώριζε την ιδέα της αυτοδιεύθυνσης των παραγωγών από τα δεσποτικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα που οικοδομήθηκαν στο όνομα του μαρξισμού και του σοσιαλισμού. Ερμηνεύοντας το κράτος και τις διάφορες πολιτικές μορφές του καπιταλισμού ως «δικτατορία της αστικής τάξης», ένας ορισμένος μαρξισμός υποτίμησε τη σημασία των αντιπροσωπευτικών θεσμών.

Επικράτησε έτσι η ιδέα ότι η δημοκρατία είναι συνώνυμη της αστικής κυριαρχίας, ότι τα δικαιώματα είναι μόνο τυπικά, ότι οι θεσμικές μορφές και οι νομικές εγγυήσεις της ελευθερίας δεν έχουν ιδιαίτερη αξία. Ο Πουλαντζάς άσκησε κριτική σε αυτές τις αντιλήψεις και υπογράμμισε αντίθετα ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου είναι κατακτήσεις των λαϊκών αγώνων που πρέπει να διευρυνθούν και να βαθύνουν και όχι να εξαλειφθούν. Σημείωσε επίσης ότι η λενινιστική γραμμή της ριζικής υποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την άμεση δημοκρατία φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τον δεσποτικό εκφυλισμό της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Ο Πουλαντζάς έδειξε ότι η πολιτική δεν είναι απλή αντανάκλαση της οικονομίας αλλά διαθέτει μια σχετική αυτονομία. Και το κράτος με τη σειρά του δεν είναι απλό εργαλείο στα χέρια μιας τάξης, αλλά είναι μια σχέση ή ακριβέστερα είναι «η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων». Το αστικό κράτος εκφράζει βέβαια τη στρατηγική ηγεμονία της αστικής τάξης, αλλά διαπερνιέται και από τις αντιστάσεις άλλων κοινωνικών δυνάμεων. Το εργατικό κίνημα μπορεί επομένως να προσβλέπει σε έναν ριζικό δημοκρατικό μετασχηματισμό του και στην ανάδυση μιας άλλης ηγεμονίας, που θα στηρίζεται σε νέους συσχετισμούς δύναμης. Στον αναπτυγμένο καπιταλισμό τα κόμματα και τα κινήματα της Αριστεράς δεν είναι «εξωτερικά» ως προς τις λειτουργίες και τους μηχανισμούς του κράτους και επομένως δεν πρέπει να επιδιώκουν να το καταλάβουν με μια στρατηγική δυαδικής εξουσίας και μετωπικής εφόδου. Παραμένει βέβαια μέχρι σήμερα αναπάντητο το κομβικό ερώτημα που έθετε ο Πουλαντζάς: «Πώς να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη των μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών;»

Πηγή : «Η Εφημερίδα των Συντακτών»

Πουλαντζάς εφαρμοσμένος

Το πρώτο βιβλίο του Νίκου Πουλαντζά, το έργο που εκτίναξε δικαίως τη σκέψη του συγγραφέα του στην παγκόσμια θεωρητική σκηνή, είναι το «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις» του 1968.
Του Αριστείδη Μπαλτά*

Αντικείμενο του βιβλίου είναι η πολιτική βαθμίδα των κοινωνικών σχηματισμών και ιδιαίτερα εκείνων όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η πολιτική βαθμίδα ορίζεται ως η βαθμίδα που συμπυκνώνει, ολοκληρώνει και εκπροσωπεί την κοινωνική κίνηση, δηλαδή την ταξική πάλη που διεξάγεται αδιάλειπτα σε κάθε κύτταρο του κοινωνικού σχηματισμού, διατρέχοντάς τον ολόκληρο και γράφοντας την ιστορία του. Αυτή η συμπύκνωση, ολοκλήρωση και εκπροσώπηση, ενόσω ισοδυναμεί με την έμπρακτη άσκηση της πολιτικής εξουσίας, εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του κοινωνικού σχηματισμού στο σύνολό του, δηλαδή την αναπαραγωγή του ως του εκάστοτε συγκεκριμένου καθεστώτος ταξικής εκμετάλλευσης και ταξικής -οικονομικής, ιδεολογικής και πολιτικής- κυριαρχίας.

Η εν λόγω συμπύκνωση, ολοκλήρωση και εκπροσώπηση δεν σταθεροποιείται ποτέ πλήρως γιατί υπόκειται διαρκώς στην ταξική πάλη και στους εκάστοτε συσχετισμούς δυνάμεων στο πλαίσιό της. Οι συσχετισμοί αυτοί αποτυπώνονται κάθε στιγμή στην αντίστοιχη συγκυρία που μπορεί να νοηθεί ως κάτι σαν εγκάρσια τομή της κοινωνικής κίνησης τη δεδομένη στιγμή. Κατά τον Πουλαντζά πάντα, αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής είναι η μετατόπιση της συγκυρίας προς την κατεύθυνση που επιδιώκει κάθε μαχόμενο πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή κάθε συγκροτημένη δύναμη με ίδια βούληση που εγγράφει τη δράση της στην πολιτική βαθμίδα. Οι κατευθύνσεις αυτές σε τελευταία ανάλυση είναι δύο: είτε διατήρηση είτε ανατροπή της πολιτικής εξουσίας, είτε ενδυνάμωση είτε αποδυνάμωση της αποκατεστημένης ταξικής κυριαρχίας.

Ο ρόλος του κράτους
Κατ” ουσίαν διοργανωτής της πολιτικής βαθμίδας είναι το κράτος. Το κράτος περιλαμβάνει θεσμούς και συγκροτείται από μηχανισμούς, αλλά δεν είναι το ίδιο ούτε θεσμός ούτε μηχανισμός. Το κράτος είναι επίδικο της ταξικής πάλης -και μάλιστα κύριο, αφού η πολιτική εξουσία, δηλαδή η κυριαρχία επί της πολιτικής βαθμίδας και άρα επί του κράτους, εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του κοινωνικού σχηματισμού- αλλά ταυτόχρονα και πεδίο ταξικής πάλης, αφού η ταξική πάλη διατρέχει τα πάντα. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποδίδουν στο κράτος ένα καθεστώς σχετικής αυτονομίας. Αυτή η σχετική αυτονομία επιτρέπει τη συγκρότηση και λειτουργία διαφορετικών τύπων κράτους ακόμη και αν είναι δεδομένος ο κοινωνικός σχηματισμός, δηλαδή το καθεστώς εκμετάλλευσης και κυριαρχίας.

Ο Πουλαντζάς ορίζει την πολιτική εξουσία ως «την ικανότητα μιας τάξης να ικανοποιεί τα ιδιαίτερα συμφέροντά της». Αλλά καθώς κάθε τάξη κατά κανόνα χωρίζεται σε μερίδες με αντιτιθέμενα συμφέροντα, η συμπύκνωση, ολοκλήρωση και εκπροσώπηση που επιτελεί η πολιτική βαθμίδα δεν είναι ποτέ άμοιρη εντάσεων ακόμη και στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης ή συμμαχίας τάξεων. Υπό αυτή τη συνθήκη και αν οι εντάσεις αυτές θεωρηθεί ότι απειλούν τη συνολική ταξική κυριαρχία, η σχετική αυτονομία του κράτους επιτρέπει σε ορισμένους θεσμούς ή μηχανισμούς ή ακόμη και απλούς θύλακες στο εσωτερικό τους να αρθούν «υπεράνω» των αντίστοιχων μερικών συμφερόντων προκειμένου να ασκήσουν μια μορφή πολιτικής εξουσίας που θα διασφαλίζει την αναπαραγωγή της εν λόγω κυριαρχίας στο σύνολό της. Η «ικανότητα μιας τάξης να ικανοποιεί τα ιδιαίτερα συμφέροντά της» παίρνει τότε τη μορφή του κράτους εκτάκτου ανάγκης.

Σε ένα πολύ διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο, ο Καρλ Σμιτ ορίζει ως πολιτικά κυρίαρχο εκείνον που ελέγχει (μπορεί να κηρύξει, να επιβάλει, να διατηρήσει) την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και από εκεί το κράτος εκτάκτου ανάγκης. Δεν είναι εδώ η θέση να αναλύσουμε το αν και κατά πόσον το θεωρητικό πλαίσιο του Σμιτ μπορεί να αρθρωθεί γόνιμα με εκείνο του Πουλαντζά. Ας μας αρκέσει το ότι ο παραπάνω ορισμός φαίνεται, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, όχι μόνο να το μπορεί, αλλά και να ολοκληρώνει με μια αδυσώπητη διατύπωση τα όσα είπαμε μέχρις εδώ.

Επίκαιρος
Αλλά προς τι όλα τα προηγούμενα; Γιατί ο Πουλαντζάς σήμερα; Απλούστατα γιατί η σκέψη του μας βοηθά να σκεφτούμε μεθοδικά σημαντικές όψεις εκείνων που ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Είναι εμφανές ότι οι μορφές κοινωνικής κίνησης που γνώρισε η ελληνική κοινωνία τα χρόνια της κρίσης έχουν θίξει καίρια την πολιτική βαθμίδα. Ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων έχει αλλάξει δραματικά, νέες δυνάμεις έχουν αναδυθεί στο προσκήνιο, όλοι οι πολιτικοί θεσμοί και όλοι οι μηχανισμοί του κράτους έχουν υποστεί ρωγμές που μοιάζουν ανεπούλωτες. Το λεγόμενο πολιτικό σύστημα, δηλαδή η καθαυτό οργάνωση της πολιτικής βαθμίδας, φαίνεται να αποσυντίθεται ραγδαία καθώς η κοινωνική κίνηση έχει υποσκάψει όλες τις συναφείς σταθερές και έχει οδηγήσει σε αποτυχία όλες τις προσπάθειες διατήρησής τους. Η συμπύκνωση, ολοκλήρωση και εκπροσώπηση που ορίζει την ίδια την πολιτική βαθμίδα εμφανίζεται όλο και περισσότερο ανεπαρκής και η αναπαραγωγή του κοινωνικού σχηματισμού όλο και λιγότερο εξασφαλισμένη. Η εγγενώς ασταθής σύμπραξη όλων των πολιτικών δυνάμεων που ανέλαβαν να επιβάλουν το καθεστώς των μνημονίων παρουσιάζεται ως η έσχατη, χωρίς διάδοχο ή εφεδρείες, μορφή άσκησης της πολιτικής εξουσίας.

Οχι ακριβώς έσχατη γιατί απομένει η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Αλλά το βάθος της κρίσης είναι τέτοιο ώστε να μην είναι πλέον δεδομένο ποιος ακριβώς ελέγχει πραγματικά την τελευταία: η αποσύνθεση του πολιτικού συστήματος έχει θίξει καίρια ακόμη και τους μηχανισμούς που παραδοσιακά αναλάμβαναν τις αντίστοιχες ευθύνες. Ο πρωθυπουργός φαίνεται μεν να διατηρεί ακόμη την πρωτοβουλία των κινήσεων συναφώς, αλλά να τη διατηρεί μόνον όσο κατορθώνει να διευθετεί προς ίδιον όφελος την κόπρο που αναδύεται αδιάντροπα μέσα από το βαθύ κράτος και αναδεύεται τούτον τον καιρό μπροστά στα μάτια μας. Νοσταλγοί του δωσιλογισμού και υμνητές της δικτατορίας, «προσωπικότητες» που κυνηγούν τη δημοσιότητα, θύλακες εντός της αστυνομίας και του στρατού, πυρήνες στο εσωτερικό της Ν.Δ., δημοσιογράφοι σε διατεταγμένη υπηρεσία, «διανοούμενοι» της δεκάρας, εξειδικευμένα μπλογκ, καναλάρχες και επιχειρηματίες της διαπλοκής, προαγωγοί του ναζισμού και κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος αλληλοδιεισδύουν και αμιλλώνται προκειμένου να προετοιμάσουν και να οργανώσουν εκ των κάτω την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Το παιχνίδι είναι ανοικτό, αλλά και άκρως επικίνδυνο. Μόνη απάντηση το μαζικό, μαχητικό, εμπνευσμένο, δημοκρατικό και ειρηνικό πολιτικό κίνημα που θα ανατρέψει την υπάρχουσα κατάσταση και θα ανασυνθέσει με ριζικά νέους όρους την πολιτική βαθμίδα. Το έργο του Πουλαντζά μπορεί να μας βοηθήσει να οργανώσουμε τη σκέψη μας και σε σχέση με τούτο το μεγάλο αίτημα των καιρών.

*Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ

Πηγή : «Η Εφημερίδα των Συντακτών»

Το αδιέξοδο της ισχύος

του Κ. Βεργόπουλου

Η Γερμανία, με δυσώδες παρελθόν, ιδίως έναντι των χωρών που το έχουν επώδυνα υποστεί και σήμερα συνυπάρχουν με αυτήν στο κοινό νόμισμα, αποδεικνύεται ακόμη μια φορά κοιτίδα φονικής και ατελέσφορης υπερβολής όχι μόνον για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτόν της. Του Κ. Βεργόπουλου

Σε κάθε ιστορική φάση, δεν σταθεροποιεί τον κατ' αυτήν «ζωτικό χώρο», στην ηγεμόνευση του οποίου αποβλέπει, αλλά τον υποβάλλει σε μονομερείς αφαιμάξεις, με συνέπεια περισσότερες αντιστάσεις παρά προσχωρήσεις στις ηγεμονικές φαντασιώσεις της.

Ενώ η τρέχουσα κρίση ξεκίνησε από την αμερικανική χρηματοπιστωτική φούσκα και πέρασε στις υπερεκτεθειμένες σε αυτήν γερμανικές τράπεζες, οι τελευταίες μετέφεραν την κρίση τους στον ευρωπαϊκό Νότο, ενοχοποιώντας τον για παθογένειες από το παρελθόν. Στην Αμερική, ο πρόεδρος Ομπάμα, με συνείδηση του συστημικού χαρακτήρα της κρίσης, στηρίζει την απασχόληση, τους αδύναμους και πιθανώς λιγότερο ανταγωνιστικούς, προκειμένου να σταθεροποιήσει την οικονομία και την ανάκαμψη, προϋπόθεση όχι μόνον για ισοσκέλιση του δημόσιου ελλείμματος, αλλά και για οποιαδήποτε διαρθρωτική μεταρρύθμιση.

Στην Ευρώπη, η γερμανική πολιτική επιλέγει ακριβώς το αντίθετο: με όραμα την «οικονομική ευγονική», ανταμείβει τους ισχυρούς και ανταγωνιστικούς, τιμωρεί τους αδύναμους και μη ανταγωνιστικούς, με συνέπεια να εκτινάσσεται η ανεργία σε μη βιώσιμα ύψη, τα ελλείμματα να διαιωνίζονται, να καθηλώνονται οι αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Με γερμανική ευθύνη, η Ευρώπη-αναμορφωτήριο αποβαίνει σήμερα κοιτίδα της παγκόσμιας ύφεσης και ανεργίας, παρ' όλο που η Γερμανία διαθέτει τα μεγαλύτερα στον κόσμο πλεονάσματα και συνεπώς τη μέγιστη ευχέρεια για να σταθεροποιεί την οικονομική και νομισματική περιοχή της.

Εκατομμύρια νέοι εγκαταλείπουν τις χώρες του Νότου σε αναζήτηση εργασίας και επιβίωσης, όμως οι Γερμανοί ιθύνοντες δεν ανησυχούν, αλλά επαίρονται για την «επιτυχία» τους. Το περιοδικό «Σπίγκελ» επιχαίρει με αυταρέσκεια και κυνισμό για τις αφίξεις στη Γερμανία των «νέων Gastarbeiter», που «δεν είναι Τούρκοι χωρικοί της Ανατολίας, αλλά μορφωμένοι Ιταλοί, Ισπανοί, Ελληνες, Πορτογάλοι, απόφοιτοι των καλύτερων πανεπιστημίων». Το μέλλον προδιαγράφεται σκοτεινό με την απογύμνωση του Νότου από νεανικούς και μορφωμένους πληθυσμούς, εν τούτοις η Γερμανία το αντιμετωπίζει με κομπασμό και εθνικιστική αναίδεια: «Η Γερμανία κοροϊδεύει τον κόσμο, αδιαφορεί για την Ευρώπη», σημειώνει η «Μοντ». Το νέο γερμανικό όνειρο, που απερίσκεπτα προσφέρεται στη γερμανική κοινή γνώμη, αποτελεί ταυτόχρονα εφιάλτη όχι μόνον για τον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, συμπληρώνει η γαλλική εφημερίδα.

Η καθαρή εισροή μεταναστευτικού δυναμικού στη Γερμανία αυξήθηκε από 128.000 άτομα το 2010, σε 340.000 στο τέλος του 2012. Η συμβολή του Νότου σε αυτήν ανέρχεται σε 96.000 άτομα, τα υπόλοιπα 244.000 άτομα προέρχονται από την ανατολική Ευρώπη.

Εάν οι μετακινούμενοι πληθυσμοί από τις ελλειμματικές χώρες έβρισκαν πράγματι απασχόληση στις πλεονασματικές, αυτό, μολονότι επώδυνο για τις χώρες προέλευσης, θα ήταν μέσα στους «κανόνες του παιχνιδιού», θα αποτελούσε «κάποια λύση» στο σημερινό πρόβλημα απασχόλησης των νέων. Ωστόσο, ούτε αυτό είναι βέβαιο. Η γερμανική απασχόληση κινείται στα όρια στασιμότητος, με μέση ετήσια μεταβολή την τελευταία τριετία 0,5%. Με τις περικοπές δαπανών στη χώρα των πλεονασμάτων, η γερμανική οικονομία έχει περιέλθει σε στασιμότητα, ύφεση και ανεργία από το τελευταίο τρίμηνο του 2012. Οι επενδύσεις και ο σχηματισμός κεφαλαίου καταγράφουν αρνητικές επιδόσεις. Ο αριθμός των Γερμανών ανέργων τοποθετείται στα 3,15 εκατομμύρια, 7% του ενεργού πληθυσμού και 8% για τους κάτω των 25 ετών.

Σε αυτούς, προστίθενται ανά τρίμηνο 18.000 νέοι άνεργοι. Στη μεταλλουργία, 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι παραμένουν καθηλωμένοι σε συνθήκες μερικής απασχόλησης και εργασιακής ανασφάλειας. Στους ανειδίκευτους, η ανεργία υπερβαίνει το 20%. Ο Μίκαελ Ζόμερ, πρόεδρος της ομοσπονδίας DGB, καταγγέλλει: ενόσω δεν υπάρχει κατώτατος μισθός, 25% των Γερμανών «εργάζονται» με λιγότερο από 6 - 8 ευρώ την ώρα, στην ανατολική πλευρά με 4 ευρώ ή 720 ευρώ μηνιαίως.

Το χρήμα του Νότου συρρέει στη Γερμανία, οι άνεργοι το ακολουθούν κατά πόδας, ωστόσο, παρά πάσα προσδοκία, δεν το συναντούν, αφού και εκεί η προσφορά θέσεων εργασίας παραμένει κατώτερη από τη ζήτηση. Εάν αυτό συνιστά «γερμανική ισχύ», τότε πώς θα ονομαζόταν το αδιέξοδό της, που καταποντίζει εταίρους, χωρίς όμως να σταθεροποιεί την ίδια; Με τη χρεοκοπία του 2001, η Αργεντινή απώλεσε 10% του μορφωμένου πληθυσμού της, που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και Αυστραλία. Με την κρίση χρέους στον ευρωπαϊκό Νότο, εκατομμύρια νέοι ξεριζώνονται, παρ' όλο που, με τη γερμανική «αρετή» της λιτότητος, η απασχόληση καταντά «σπάνιο είδος». Εάν η απώλεια θέσεων εργασίας στις ελλειμματικές χώρες δικαιολογείται, στις πλεονασματικές παραμένει απολύτως αδικαιολόγητη. Υπάρχει κάτι νοσηρό στο Βασίλειο της Ευρώπης.

Πηγή: Ελευθεροτυπία/TVXS.GR