Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ: Ενας πρωτοπόρος της ανανέωσης

Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έγιναν οι πιο σημαντικές προσπάθειες ανανέωσης της μαρξιστικής παράδοσης.
Του Θανάση Γιαλκέτση

Ενάντια στη σταλινική ορθοδοξία, που είχε μετατρέψει τη μαρξιστική θεωρία σε πέτρινο δόγμα και σε απλοϊκή κατήχηση, αναπτύχθηκε ένας αιρετικός και κριτικός μαρξισμός που βάδιζε στον ανηφορικό δρόμο της έρευνας, της ανάλυσης, της αναθεώρησης, της δημιουργικής θεωρητικής επεξεργασίας, της διανοητικής ανακάλυψης. Ο Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από τους πρωτοπόρους σε αυτό το τολμηρό ανανεωτικό εγχείρημα. Η συμβολή του σφράγισε τη διεθνή θεωρητική και πολιτική συζήτηση εκείνης της περιόδου. Ακόμα και σήμερα, και παρά τις μεγάλες ανατροπές και μεταβολές που έχουν επισυμβεί, όσοι δεν έχουν εγκαταλείψει το φιλόδοξο πολιτικό σχέδιο της σύζευξης δημοκρατίας και σοσιαλισμού οφείλουν να αναμετρηθούν με το έργο του. Γιατί και σήμερα (όπως και πάντα) κάθε προβληματική της ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης προϋποθέτει υποχρεωτικά τη θεωρητική ανάλυση των μηχανισμών του κράτους και των βαθύτερων λογικών της εξουσίας. Η ιστορική εμπειρία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέδειξε ότι η εξουσία όχι μόνον δεν «μαραίνεται» ή δεν φθίνει με την επαναστατική έξοδο από τον καπιταλισμό, αλλά, αντίθετα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να ενδυναμωθεί ή και να γίνει απόλυτη και ολοκληρωτική.

Μια νέα κουλτούρα της Αριστεράς χρειάζεται μια νέα ανάλυση του κράτους και των μηχανισμών του, μια πιο διεισδυτική διάγνωση των κωδίκων, των συμβόλων και των λειτουργιών της εξουσίας. Και εδώ η συμβολή του Πουλαντζά υπήρξε και παραμένει εξαιρετικά πολύτιμη. Ηδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια, ο Πουλαντζάς είχε προσεγγίσει τον μαρξισμό, όχι μόνο μέσα από τους οργανωτικούς δεσμούς του με την Αριστερά, αλλά και μέσα από την επαφή του με τη γαλλική κουλτούρα και ιδιαίτερα με τη σκέψη του Σαρτρ. Οπως φανερώνει η διδακτορική του διατριβή στη φιλοσοφία του δικαίου, που δημοσιεύτηκε το 1964, είχε επηρεαστεί επίσης από τον Λισιέν Γκολντμάν και από τον Λούκατς. Ακολουθεί η σημαντική ανακάλυψη του Γκράμσι και βέβαια η επαφή με τη σκέψη και το έργο του Αλτουσέρ. Τα ίχνη της αλτουσεριανής επίδρασης είναι ορατά στα περισσότερα έργα του Πουλαντζά. Ο Αλτουσέρ υπήρξε βέβαια από πολλές απόψεις ένας «ορθόδοξος» μαρξιστής. Στην προσπάθειά του να υπερβεί από τα «αριστερά» τον σταλινισμό, υιοθέτησε και υπερασπίστηκε τη μαρξιστική θεωρία ακόμα και στην πιο μαχητική και αδιάλλακτη εκδοχή της: τη λενινιστική.

Το μπόλιασμα της Αριστεράς
Παράδοξα ωστόσο συνέβαλε όσο λίγοι στον καιρό του στην ανανέωση του μαρξισμού. Την ίδια στιγμή που υποστήριζε μια ιδέα «αυτάρκειας» της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης, μπόλιαζε στο θεωρητικό σώμα του μαρξισμού τις πιο προχωρημένες επιστημολογικές αναζητήσεις και διαλεγόταν κριτικά με άλλες παραδόσεις σκέψης. Δίδαξε μια ολόκληρη γενιά να μελετάει το έργο του Μαρξ με μια διανοητική περιέργεια και ελευθερία και με ένα θεωρητικοπολιτικό πάθος, που δύσκολα θα μπορούσαν να εγκιβωτιστούν σε κάποιου είδους «ορθοδοξία». Δεν κατόρθωσε βέβαια να υπερβεί ένα όριο που χαρακτηρίζει και περιορίζει τα θεωρητικά επιτεύγματα πολλών εκπροσώπων του λεγόμενου «δυτικού μαρξισμού». Θυμίζουμε ότι ο Πέρι Αντερσον, στο βιβλίο του «Ο δυτικός μαρξισμός», υποστήριζε ότι ο σταλινικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ και της Γ΄ Διεθνούς προκάλεσε μεταξύ άλλων μια ρήξη εκείνης της θεωρητικοπολιτικής ενότητας που χαρακτήριζε τον μαρξισμό μέχρι τη δεκαετία του 1920. Ενώ καταπνίγεται στην Ανατολή, ο μαρξισμός υφίσταται στη Δύση ένα ριζικό μετασχηματισμό. Είναι όλο και λιγότερο οικονομική και πολιτική ανάλυση και γίνεται όλο και περισσότερο φιλοσοφία. Το 1968 εγκαινιάζει ωστόσο μια καινούρια φάση, καθώς διαγράφεται στον ορίζοντα μια νέα συνάντηση θεωρίας και λαϊκού κινήματος. Σε αυτή την ιστορική συγκυρία εγγράφεται η προσπάθεια του Πουλαντζά για κριτική επανεξέταση της θεωρίας του κράτους, ένα ερευνητικό εγχείρημα με σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις, αφού υπαγόρευε στα κόμματα της αριστεράς να αναθεωρήσουν σε βάθος τη στρατηγική τους για την κατάληψη της εξουσίας.

Ο Πουλαντζάς διαπίστωσε ότι στον μαρξισμό λείπει μια συστηματικά επεξεργασμένη θεωρία του κράτους και της πολιτικής, μια σοβαρή ανάλυση των πολιτικών θεσμών και ιδιαίτερα εκείνων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, των μηχανισμών του κράτους, του ρόλου των κομμάτων και της γραφειοκρατίας, των οικονομικών λειτουργιών και παρεμβάσεων της δημόσιας σφαίρας. Από την κλασική μαρξιστική παράδοση κληρονομούμε την έννοια του κράτους ως οργάνωσης της ταξικής κυριαρχίας. Η ουσία του «ταξικού» κράτους είναι η οργανωμένη καταναγκαστική εξουσία, που είναι εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Στον κλασικό μαρξισμό συναντάμε επίσης την έννοια του «παρασιτικού» κράτους, η ουσία του οποίου έγκειται στην αποξένωσή του από την κοινωνία, στην αυτονόμηση και αυτοεξυπηρέτηση μιας ιεραρχίας των επαγγελματιών της κρατικής διοίκησης. Η αταξική κοινωνία υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στην κατάργηση και των δύο αυτών κρατικών μορφών: δεν θα είχε θεσμούς διακυβέρνησης διαχωρισμένους από τον λαό και δεν θα είχε οργανωμένο καταπιεστικό μηχανισμό, επειδή κανείς δεν θα τον χρειαζόταν. Η ανθρώπινη χειραφέτηση συνδεόταν από τον Μαρξ με μια ριζοσπαστική αντίληψη της δημοκρατίας, στην οποία δεν θα υπήρχε καμιά εξωτερική δύναμη καταναγκασμού και η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων θα γινόταν όχι με μια επαγγελματική ανάθεση εξουσίας, αλλά με δημοκρατική εκλογή των δημόσιων λειτουργών και με κατάλληλες εγγυήσεις για το διαρκή έλεγχό τους.

Αυτή η εκδοχή ριζοσπαστικής δημοκρατίας βαδίζει βέβαια πολύ πιο πέρα από τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Από την άλλη μεριά ωστόσο δεν φαίνεται να μοιάζει καθόλου με τις μονοκομματικές δικτατορίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μπορεί εύλογα να θεωρήσει κανείς ουτοπικές τις αντιλήψεις του Μαρξ και του Ενγκελς, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις βαθιά δημοκρατικές προθέσεις τους, αν πάρει μάλιστα υπόψη του το γεγονός ότι έζησαν και έδρασαν σε μια κατά βάση «προδημοκρατική» εποχή. Υπάρχει βέβαια και η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά κατά τον Μαρξ επρόκειτο για μια απολύτως μεταβατική μορφή πολύ σύντομης διάρκειας. Ήταν το πολιτικό εργαλείο για την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Επειτα από αυτήν την απαλλοτρίωση δεν θα υπήρχε χώρος για την πολιτική και το κράτος, αφού θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για την αυτοδιεύθυνση των παραγωγών, δηλαδή για μια κοινωνία οργανωμένη με βάση τα εργατικά συμβούλια σύμφωνα με το πρότυπο της Κομμούνας του Παρισιού.

Αντιπροσωπευτική δημοκρατία
Είδαμε όμως ότι η «προλεταριακή δημοκρατία» που θα βασιζόταν στα σοβιέτ δεν έζησε πολύ. Γρήγορα υποτάχθηκε στη συγκεντρωτική εξουσία του κόμματος και των κρατικών μηχανισμών, σε μια μονολιθική, αυταρχική και γραφειοκρατική δομή που ασκούσε τη δικτατορία της πάνω στο προλεταριάτο. Ο στοχασμός του Πουλαντζά για το κράτος και την εξουσία αναμετριέται με αυτήν την πελώρια άβυσσο που χώριζε την ιδέα της αυτοδιεύθυνσης των παραγωγών από τα δεσποτικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα που οικοδομήθηκαν στο όνομα του μαρξισμού και του σοσιαλισμού. Ερμηνεύοντας το κράτος και τις διάφορες πολιτικές μορφές του καπιταλισμού ως «δικτατορία της αστικής τάξης», ένας ορισμένος μαρξισμός υποτίμησε τη σημασία των αντιπροσωπευτικών θεσμών.

Επικράτησε έτσι η ιδέα ότι η δημοκρατία είναι συνώνυμη της αστικής κυριαρχίας, ότι τα δικαιώματα είναι μόνο τυπικά, ότι οι θεσμικές μορφές και οι νομικές εγγυήσεις της ελευθερίας δεν έχουν ιδιαίτερη αξία. Ο Πουλαντζάς άσκησε κριτική σε αυτές τις αντιλήψεις και υπογράμμισε αντίθετα ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου είναι κατακτήσεις των λαϊκών αγώνων που πρέπει να διευρυνθούν και να βαθύνουν και όχι να εξαλειφθούν. Σημείωσε επίσης ότι η λενινιστική γραμμή της ριζικής υποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την άμεση δημοκρατία φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τον δεσποτικό εκφυλισμό της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Ο Πουλαντζάς έδειξε ότι η πολιτική δεν είναι απλή αντανάκλαση της οικονομίας αλλά διαθέτει μια σχετική αυτονομία. Και το κράτος με τη σειρά του δεν είναι απλό εργαλείο στα χέρια μιας τάξης, αλλά είναι μια σχέση ή ακριβέστερα είναι «η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων». Το αστικό κράτος εκφράζει βέβαια τη στρατηγική ηγεμονία της αστικής τάξης, αλλά διαπερνιέται και από τις αντιστάσεις άλλων κοινωνικών δυνάμεων. Το εργατικό κίνημα μπορεί επομένως να προσβλέπει σε έναν ριζικό δημοκρατικό μετασχηματισμό του και στην ανάδυση μιας άλλης ηγεμονίας, που θα στηρίζεται σε νέους συσχετισμούς δύναμης. Στον αναπτυγμένο καπιταλισμό τα κόμματα και τα κινήματα της Αριστεράς δεν είναι «εξωτερικά» ως προς τις λειτουργίες και τους μηχανισμούς του κράτους και επομένως δεν πρέπει να επιδιώκουν να το καταλάβουν με μια στρατηγική δυαδικής εξουσίας και μετωπικής εφόδου. Παραμένει βέβαια μέχρι σήμερα αναπάντητο το κομβικό ερώτημα που έθετε ο Πουλαντζάς: «Πώς να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη των μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών;»

Πηγή : «Η Εφημερίδα των Συντακτών»

Δεν υπάρχουν σχόλια: