Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

«Γνωρίζεις, γιε μου, με πόση λίγη σοφία κυβερνάται ο κόσμος;» του Paul Krugman

Αθήνα

ΤΟ ΒΗΜΑ - NEW YORK TIMES
Ενδιαφέρουσα εποχή η σημερινή _ και το εννοώ με την χειρότερη έννοια. Είμαστε αντιμέτωποι όχι με μια αλλά με δυο κρίσεις, καθεμία από τις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια καταστροφή. Στις ΗΠΑ, οι φανατικοί δεξιοί του Κογκρέσου μπορεί να μπλοκάρουν την αναγκαία αύξηση του πλαφόν του χρέους προκαλώντας δυνητικά χάος στις παγκόσμιες χρηματαγορές. Εν τω μεταξύ, αν το σχέδιο που μόλις συμφώνησαν οι Ευρωπαίοι δεν ηρεμήσει τις αγορές, μπορεί να δούμε τα κράτη της νότιας Ευρώπης να πέφτουν σαν ντόμινο _ πράγμα που επίσης θα προκαλέσει χάος στις παγκόσμιες χρηματαγορές.
Ομως ακόμη και αν αποφύγουμε την άμεση καταστροφή, οι συμφωνίες που επιτυγχάνονται στις δυο πλευρές του Ατλαντικού είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επιδεινώσουν την ευρύτερη οικονομική ύφεση.
Οι ιθύνοντες μοιάζουν αποφασισμένοι να διαιωνίσουν αυτό που αποκαλώ Ελάσσων Υφεση, δηλαδή την παρατεταμένη εποχή της υψηλής ανεργίας που ξεκίνησε με την Μεγάλη Υφεση του 2007-9 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, περισσότερα από δυο χρόνια αφότου υποτίθεται ότι έληξε η ύφεση.
Ας δούμε γιατί οι οικονομίες μας παραμένουν σε τέτοια κάμψη.
Η μεγάλη φούσκα των ακινήτων της περασμένης δεκαετίας σε ΗΠΑ και Ευρώπη συνοδεύτηκε από τεράστια αύξηση στα χρέη των νοικοκυριών. Οταν η φούσκα έσκασε, οι κατασκευές ακινήτων έκαναν βουτιά όπως και οι δαπάνες των καταναλωτών διότι οι υπερχρεωμένες οικογένειες έκαναν περικοπές.
Τα πάντα θα ήταν εντάξει αν άλλοι μεγάλοι οικονομικοί παίκτες είχαν αυξήσει τις δαπάνες τους. Ομως δεν το έκαναν. Οι πλούσιες σε ρευστό εταιρείες δεν είδαν τον λόγο γιατί να επενδύσουν τα χρήματά τους την ώρα που η ζήτηση των καταναλωτών ήταν χαμηλή.
Οχι ότι οι κυβερνήσεις έκαναν πολλά για να βοηθήσουν την κατάσταση. Μερικές _ εκείνες των πιο αδύναμων χωρών της Ευρώπης _ αναγκάστηκαν να περιορίσουν τις δαπάνες λόγω των μειωμένων εσόδων. Και οι μέτριες προσπάθειες των ισχυρών κυβερνήσεων _ περιλαμβανομένου του πακέτου στήριξης του Ομπάμα _ ίσα που έφθασαν, στην καλύτερη περίπτωση, για να αντισταθμίσουν αυτή την αναγκαστική λιτότητα.
Εχουμε λοιπόν οικονομίες σε ύφεση. Τι προτίθενται να κάνουν γι' αυτό οι πολιτικοί; Λιγότερο από τίποτα.
Αξιοσημείωτη είναι η εξαφάνιση της ανεργίας από την κορυφή της ατζέντας των κέντρων λήψης αποφάσεων και η αντικατάστασή της από τον πανικό για το έλλειμμα. Δεν πρόκειται για απάντηση σε απαίτηση της κοινής γνώμης. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση των CBS News/New York Times, το 53% ανέφερε την οικονομία και τις θέσεις εργασίας ως το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε ενώ μόνο το 7% ανέφερε το έλλειμμα. Ούτε πρόκειται για απάντηση στην πίεση της αγοράς. Τα επιτόκια των αμερικανικών ομολόγων παραμένουν κοντά στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Ομως η συζήτηση στην Ουάσινγκτον και στις Βρυξέλλες περιστρέφεται μόνο γύρω από τις περικοπές των δαπανών (και ίσως αύξηση της φορολογίας).
Την Πέμπτη, οι «επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων της ευρωζώνης και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί» υπέγραψαν την μεγάλη τους συμφωνία. Δεν ήταν καθησυχαστική.
Κατά πρώτον, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι το περίπλοκο οικονομικό σχέδιο που προτείνουν μπορεί πραγματικά να δώσει λύση στην ελληνική κρίση, πόσο μάλλον στην ευρωπαϊκή.
Αλλά και αν το καταφέρει, τι μ' αυτό; Το κείμενο ζητά έντονη μείωση των ελλειμμάτων «σε όλες τις χώρες εκτός από εκείνες που έχουν ενταχθεί σε πρόγραμμα διάσωσης» να έχει πραγματοποιηθεί «ως το 2013 το αργότερο». Εφόσον οι χώρες «υπό πρόγραμμα» αναγκάζονται να εφαρμόσουν δραστική δημοσιονομική λιτότητα, αυτό σημαίνει ότι το σχέδιο απαιτεί ολόκληρη η Ευρώπη να περικόψει τις δαπάνες. Και δεν υπάρχει κανένα ευρωπαϊκό στοιχείο που να υποδηλώνει ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι έτοιμος να καταλάβει το κενό σε λιγότερα από δυο χρόνια.
Αν οποιαδήποτε από τις σημερινές διαπραγματεύσεις για το έλλειμμα αποτύχει, θα έχουμε μια επανάληψη του 1931, της παγκόσμιας κατάρρευσης των τραπεζών που έκανε μεγάλη την Μεγάλη Υφεση. Αν όμως οι διαπραγματεύσεις επιτύχουν, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε το μεγάλο λάθος του 1937: την πρόωρη στροφή στη δημοσιονομική συστολή που εκτροχίασε την οικονομική ανάκαμψη και παράτεινε την Μεγάλη Υφεση ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ανέφερα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μοιάζει αποφασισμένη να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα αυξάνοντας τα επιτόκια;

Υπάρχει μια παλαιά ρήση που αποδίδεται σε διάφορους: «Γνωρίζεις, γιε μου, με πόση λίγη σοφία κυβερνάται ο κόσμος;». Σήμερα είναι εμφανής αυτή η έλλειψη σοφίας. Και η Ελάσσων Υφεση συνεχίζεται.

Too little, too late του Γιάνη Βαρουφάκη Πηγή: www.protagon.gr

Το βράδυ της Πέμπτης ανακοινώθηκε μια ευρωπαϊκή συμφωνία που, ουσιαστικά, αφορά την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης χρέους. Μια συμφωνία που, αν είχε συμφωνηθεί περί τον Φεβρουάριο του 2010, θα αποτελούσε θετική εξέλιξη για την Ελλάδα και θα είχε καθυστερήσει πραγματικά την επέκτασή της στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Τώρα όμως είναι πολύ αργά. Η συμφωνία που ανακοινώθηκε, αν και περιέχει ένα σημαντικό βήμα (βλ. το άρθρο 8 παρακάτω), ήρθε πολύ αργά. Η Κρίση έχει εδώ και καιρό ξεφύγει από τα όρια του ελληνικού γίγνεσθαι, είναι συστημική και υπονομεύει όλη την ευρωζώνη. Με το έβδομο άρθρο της (βλ. παρακάτω) η χθεσινή συμφωνία εγγυάται την αποτυχία και αυτής της ευρωπαϊκής προσπάθειας να δαμαστεί το τέρας της Κρίσης που αποδομεί το ευρω-σύστημα εκ των έσω. Η απόφαση να επικεντρώσουν τα νέα μέτρα στην ελεγχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας, π.χ. αφήνοντας την Ιρλανδία στο χείλος της χρεοκοπίας και τις Ισπανία και Ιταλία στο έλεος των εταιρειών αξιολόγησης,ισοδυναμεί με δώρο ανεκτίμητης αξίας στους κερδοσκόπους.

Πριν προχωρήσουμε στην ερμηνεία της συμφωνίας, να επισημάνω ότι τίποτα από αυτά που συμφωνήθηκαν δεν είναι σίγουρο ότι θα εφαρμοστούν. Από την μία τα κοινοβούλια της Γερμανίας και της Φινλανδίας θα έχουν πολλές αντιρρήσεις ενώ, από την άλλη, το κείμενο της συμφωνίας αναφέρεται σε προθέσεις (π.χ. του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα) που υπάρχουν μόνο στην φαντασία των ηγετών μας. Επί πλέον, το κείμενο περιέχει τόσες ασάφειες που είναι σχεδόν αδύνατον να κριθεί σοβαρά. Δεν θα σταθώ όμως σε αυτά. Έστω ότι όλα αυτά τα προβλήματα λυθούν. Ας δούμε τι θα σημάνει για εμάς και για την Ευρώπη, αν όλα πάνε κατ' ευχήν (που το εύχομαι αλλά δεν το πιστεύω):

I. Προαναγγέλλεται η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (την οποία τόσο χρόνο εξόρκιζαν), αν και δεν εξηγείται πως ακριβώς θα την διαχειριστεί η Ευρώπη. Το κούρεμα των ομολόγων θα συγκρατηθεί περίπου στο 21% και οι ομολογιούχοι θα επιλέξουν από ένα μενού διαφορετικών ειδών κουρέματος.
II. Ένα νέο δάνειο για την Ελλάδα ίσο με το πρώτο σε μέγεθος αλλά με το μισό επιτόκιο και μεγάλη προθεσμία αποπληρωμής (και παράλληλη επιμήκυνση του πρώτου, ακριβού δανείου)
III. Πρόβλεψη για την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, και κάποιων από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές μέσω του EFSF
IV. Καμία πρόβλεψη για τις υπόλοιπες χειμαζόμενες χώρες

Όλα αυτά, όπως είπα και στην εισαγωγή μου, θα ήταν μια εξαιρετική παρέμβαση τον Φλεβάρη του 2010. Δεν θα μου κάνει εντύπωση αν οι αγορές, στην βάση του "κάλλιο αργά παρά ποτέ", ηρεμήσουν για δύο μήνες. Το σημείο όμως IV παραπάνω (και το Άρθρο 7 της Συμφωνίας πιο κάτω) εξασφαλίζει ότι σε δύο ή τρεις μήνες η ΕΕ θα πρέπει να συνάψει μια αντίστοιχη συμφωνία για τις Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία κλπ. Αυτού του είδους τα μέτρα θα είναι τότε απαγορευτικά ακριβά (για όλες αυτές τις χώρες). Οι κερδοσκόποι το γνωρίζουν και μας την έχουν στημένη στην γωνία. Δεν θα αργήσουν να χτυπήσουν. Και τότε ίσως είναι πολύ αργά να συνειδητοποιήσουν οι ηγέτες μας το τεράστιο κόστος της άρνησης της ανάγκης για μια συστημική λύση. Μιας λύσης που να βασίζεται στην αναδιάρθρωση μέρους του δημόσιου χρέους όλης της ευρωζώνης (μέσω της έκδοσης ευρωομόλογου), σε ένα Σχέδιο Marshall για όλη την ευρωζώνη και, τέλος, σε ένα πανευρωπαϊκό (και όχι ποια εθνικό) πλαίσιο ελέγχου, επίβλεψης και κεφαλαιοποίησης των τραπεζών της ηπείρου μας. Όσο λείπουν αυτά τα τρία μέρη από την 'λύση', η τελευταία αποτελεί μέρος του προβλήματος και δώρο στην κερδοσκοπία.

Η Συμφωνία άρθρο προς άρθρο:

Στον Πρόλογο, η Συμφωνία επαναδιατυπώνει την αποφασιστικότητα της Ευρώπης να εξασφαλίσει την σταθερότητα στην ευρωζώνη δεσμεύοντας την Ευρώπη "στην ενίσχυση της σύγκλισης, της ανταγωνιστικότητας και της διακυβέρνησης".
Τα άρθρα 1 με 5 αφορούν αποκλειστικά την Ελλάδα.
1. Το πρώτο λέει ένα μπράβο στην κυβέρνηση Παπανδρέου που πέρασε από την Βουλή το Μνημόνιο αρχικά (με σκοπό την εξασφάλιση των πρώτων €110 δισ δανείων τον Μάη του 2010) και το Μεσοπρόθεσμο σε δεύτερη φάση. Τα 'μέτρα' αυτά χαρακτηρίζονται ως πολιτικές αναγκαίες για την έξοδο από την Κρίση.
2. Το δεύτερο άρθρο παραδέχεται ότι τα μέτρα αυτά, όσο αναγκαία και να είναι, δεν είναι ικανά για να ξεπεραστεί η Κρίση. Για αυτό τον λόγο προβλέπει άλλο ένα δάνειο, αυτή την φορά από το EFSF (όπως και εκείνα της Ιρλανδίας και Πορτογαλίας), ίδιου ύψους (αλήθεια, γιατί €109 δισ αυτή την φορά και όχι €110 δισ;) αλλά με σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο και με μεγάλη προθεσμία αποπληρωμής.
3. Το τρίτο άρθρο εξειδικεύει λέγοντας ότι τα νέα αυτά δάνεια από το EFSF θα αποπληρώνονται από το ελληνικό δημόσιο μετά από 15, 30 ή και 40 χρόνια με επιτόκιο πιο κοντά σε εκείνο του ΔΝΤ και τουλάχιστον 45% μικρότερο εκείνου του πρώτου Μνημονίου (το οποίο είχε επιβάλει η κα Μέρκελ με στόχο να πείσει τους εκλογείς της ότι η Ελλάδα θα πάρει μεν δάνεια αλλά με επιτόκια διπλάσια εκείνων στα οποία δανείζεται η Γερμανία). Το τρίτο άρθρο κλείνει με μια πρώτη αναφορά στα δάνεια του πρώτου Μνημονίου λέγοντας καθαρά ότι το επιτόκιο για αυτά θα παραμείνει απαγορευτικά υψηλό (γύρω στο 6%) αλλά θα επιμηκυνθεί για δεύτερη φορά (μετά τον περασμένο Μάρτιο) η περίοδος αποπληρωμής τους.
4. Ένα νέο Σχέδιο Marshall για την Ελλάδα; Κάτι τέτοιο θυμίζει μια πρώτη ανάγνωση του τέταρτου άρθρου. Λέει ότι μια Ομάδα Εργασίας θα συσταθεί και θα σταλεί στην Ελλάδα με σκοπό την εκπόνηση έργων ανάπτυξης που θα κάνουν χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων και των καλών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Τα κράτη-μέλη, στο μεταξύ, θα σπεύσουν να προσφέρουν τεχνική βοήθεια στην χώρα μας με στόχο την επανενεργοποίηση της Ελληνικής οικονομίας.
5. Το πέμπτο άρθρο αφορά, επισήμως, τα δάνεια που θα συνεισφέρουν στην Ελλάδα οι ευρωπαϊκές τράπεζες παρουσιάζοντας, ως δια μαγείας, το ποσό των €39 δισ. Δεν αναφέρει τι 'κίνητρα' θα τους δοθούν για να δανείσουν την Ελλάδα αυτά τα χρήματα. Δεν έχει όμως σημασία. Το πραγματικό ενδιαφέρον του άρθρου τούτου είναι η αναφορά του στην ανάγκη ενίσχυσης των ελληνικών τραπεζών, κάτι που υποδηλώνει σαφώς στα προβλήματα ρευστότητας που θα αντιμετωπίσουν... Με αυτό τον 'δόλιο' τρόπο η Διακήρυξη, στο πέμπτο της άρθρο, ουσιαστικά παραδέχεται ότι η προτεινόμενη λύση βασίζεται στο default (χρεοκοπία) των ελληνικών ομολόγων, στο πιστωτικό γεγονός, και στις πατέντες που σκαρφίζονται εδώ και μέρες οι εταίροι μας ώστε να βρεθεί ένα φύλλο συκής για τον κ. Trichet ώστε να βρει τρόπο να εξηγήσει (στον εαυτό του κυρίως) γιατί η ΕΚΤ θα συνεχίσει να παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες μετά την επίσημη (έστω και επιλεκτική) πτώχευση του ελληνικού δημοσίου του οποίου τα ομόλογα είναι το μόνο εχέγγυο που προσφέρουν στην ΕΚΤ οι ελληνικές τράπεζες. Αν και το άρθρο δεν αναφέρεται καθόλου στις λεπτομέρειες του πως

Τα επόμενα δύο άρθρα έχουν τίτλο: Συμμετοχή του Ιδιωτικού Τομέα και αναφέρονται στο γνωστό παράδοξο του πως να πείσεις τις ημι-πτωχευμένες τράπεζες να δανείσουν την πτωχευμένη Ελλάδα ώστε να πειστεί ο Γερμανός φορολογούμενος να συνεχίζει να δανείζει και τους δύο...

6. Το Άρθρο 6 ξεκαθαρίζει ότι οι τράπεζες καλούνται να συμμετάσχουν στον δανεισμό ΜΟΝΟ της Ελλάδας (καθώς οι αγορές θα πάθαιναν εγκεφαλικό άμεσα αν άκουγαν ότι θα τους επέβαλλαν κούρεμα στα ομόλογα των υπόλοιπων κρατών-μελών).
7. Από τα 16 άρθρα της Συμφωνίας αυτό αποτελεί την Αχίλλειο Πτέρνα. Γιατί; Επειδή ξεκαθαρίζει ότι ό,τι είπαμε παραπάνω ισχύουν μόνο για την Ελλάδα. Ούτε για την Ιρλανδία, ούτε για την Πορτογαλία, ούτε για Ισπανία και Ιταλία. Πρόκειται για δώρο στους κερδοσκόπους οι οποίοι, σας διαβεβαιώ, έχουν αρχίσει ήδη να επεξεργάζονται τα μεγάλα στοιχήματα που θα παίξουν για το πως θα σπάσει το Άρθρο 7 και το πως θα συρθεί η ΕΕ σε άλλη μια εξευτελιστική παραδοχή πως υποτίμησε την συστημική υφή της Κρίσης και πως τα Άρθρα 1 έως 5 θα πρέπει να επεκταθούν και στην υπόλοιπη περιφέρεια.

Τα άρθρα 8 και 9 έχουν τίτλο Σταθεροποιητικά Εργαλεία:

8. Πρόκειται για το πιο θετικό βήμα της Συμφωνίας. Πρώτον, προτείνει να σταματήσει η ανοησία του να πρέπει κάθε φορά που το EFSF καλείται να βοηθήσει τους υπό πτώχευση να εξασφαλίζει πρώτα την έγκριση 27 κυβερνήσεων και, αντ' αυτού να μπορεί το Ταμείο αυτό να εγγυάται πιστώσεις εν μία νυκτί, ανάλογα με τις εξελίξεις στις αγορές. Δεύτερον, δίνει στο EFSF την δυνατότητα να κάνει αυτό που έχουμε προτείνει εδώ και καιρό (βλ. την Πολιτική 2 εδώ): Να επανακεφαλαιοποιεί τις τράπεζες ολόκληρης της ευρωζώνης (και όχι μόνο των πτωχευμένων κρατών). Τρίτον, μεταφέρει το πρόγραμμα αγοράς παλαιών ομολόγων, που ξεκίνησε η ΕΚΤ τον Μάη του 2010, στο EFSF. (Αυτό το τρίτο σκέλος, αν και πολυδιαφημισμένο, είναι ήσσονος σημασίας καθώς (α) η επαναγορά χρέους θα αποδειχθεί απαγορευτικά ακριβή υπόθεση, και (β) το EFSF δεν διαθέτει αρκετά κονδύλια για να κάνει την διαφορά μέσω της συμμετοχής του στις δευτερογενείς αγορές ομολόγων).
9. Σύντομο άρθρο αμφίβολης ερμηνείας που φαίνεται να αφορά τις προβληματικές χώρες (π.χ. Ισπανία και Ιταλία) που καλούνται όλον αυτόν τον καιρό να εγγυώνται τα δάνεια του EFSF, καθιστώντας το τελευταίο... τοξικό (όπως έχω ξαναγράψει, βλ. εδώ για σχετικό αγγλικό κείμενο).

Τα άρθρα 10 με 12 υπόκεινται στην επικεφαλίδα Δημοσιονομική Προσαρμογή και Μεγέθυνση στην Ευρωζώνη. Δεν αξίζει να τα διαβάσει κανείς εκτός ως παράδειγμα της ξύλινης γλώσσας της ΕΕ, η οποία την ωθεί προς την μία αντίφαση μετά την άλλη. Στην ουσία, στα άρθρα αυτά οι ηγέτες μας νιώθουν την ανάγκη να πουν: "Μην βλέπετε που αναγκαστήκαμε να κάνουμε πίσω σχεδόν σε όλα όσα λέμε τόσον καιρό. Εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο Μάαστριχτ, στην λιτότητα εν μέσω Κρίσης κλπ κλπ." (Εκεί που γελά κι ο κάθε πικραμένος είναι στο δωδέκατο άρθρο, και συγκεκριμένα στην αναφορά στην ανάπτυξη της ευρωζώνης που θα έρθει μέσω των... διαρθρωτικών αλλαγών.) Μέσα όμως σε όλη αυτή την αποπνικτική ευρω-σαχλαμάρα, υπάρχει και η είδηση: Αφορά την τρομακτική πίεση που ασκείται στην Ιρλανδία να αυξήσει τον φορολογικό συντελεστή στις επιχειρήσεις.

Τέλος, τα Άρθρα 13&14 υπόσχονται, αν κρίνει κανείς από τον τίτλο τους (Οικονομική Διακυβέρνηση) κάτι σημαντικό, μιας και ο τίτλος παραπέμπει στο μεγαλύτερο έλλειμμα της ευρωζώνης. Οποία απογοήτευση: Αφορά την ενίσχυση του Σύμφωνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (κάτι σαν να ζητούσαν οι Γάλλοι την ενίσχυση της Γραμμής Μαζινό αφού ο Χίτλερ πήρε το Παρίσι) και την υποστήριξη της Πολωνικής Προεδρίας που έρχεται...

ΥΓ. Σχόλιο στον Πρόλογο της Συμφωνίας: Όταν αναφέρονται στην βελτίωση της "ανταγωνιστικότητας", τι ακριβώς εννοούν; Μέγα πρόβλημα της ευρωζώνης είναι οι λεγόμενες ανισορροπίες που προκάλεσε η μεγάλη αύξηση, εντός της ευρωζώνης, της ανταγωνιστικότητας των Γερμανικών προϊόντων απέναντι στα Ισπανικά και τα Πορτογαλικά. Όταν λοιπόν αναφέρονται στην ενίσχυση της "ανταγωνιστικότητας", κατανοούν ότι, χωρίς ένα ευρωπαϊκό σύστημα επενδύσεων το οποίο θα ανακυκλώνει συστηματικά τα πλεονάσματα της Γερμανίας υπό την μορφή παραγωγικών επενδύσεων στην περιφέρεια, μια γενική αύξηση της "ανταγωνιστικότητας" υποσκάπτει ακόμα περισσότερο την ευρωζώνη;


Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Αντιλαϊκισμός, το πρώτο καταφύγιο του δημαγωγού Πηγή: http://mallon-akindynos.blogspot.com

Κατά καιρούς αναβιώνει το τέρας του λαϊκισμού, ως η μαμμή όλων των δεινών αυτού του τόπου. Με τη διαφορά ότι ο λαϊκισμός, ως εργαλείο, είναι διαχρονικός και πανταχού παρών στην άσκηση εξουσίας. Αντιθέτως, ο αντιλαϊκισμός είναι ένα δημαγωγικό ιδεολόγημα, που χρησιμοποιείται κατά κόρον από την αστική τάξη, είτε όταν απειλούνται τα συμφέροντά της, είτε για τις άμεσες επιδιώξεις της που θέλει να τις παρουσιάσει ως παλαϊκό διακύβευμα. Σήμερα ενυπάρχουν και οι δύο αυτές συνθήκες. Σήμερα ο χρόνος είναι πιο πιεστικός εχθρός, από τον εχθρό λαό. Σήμερα οι δημαγωγοί, με όλες τους τις δυνάμεις, (ξανα)ρίχουν τον αντιλαϊκισμό, αυτόν τον ανεστραμμένο λαϊκισμό, στη μάχη.

Σύμφωνα με τον Ερνέστο Λακλάου, ομότιμο καθηγητή Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Εσεξ και κορυφαίο μελετητή του λαϊκισμού παγκοσμίως, ο λαϊκισμός δεν έχει ούτε ιδεολογικό, ούτε ηθικό πρόσημο, παρά μόνο έναν κοινό στόχο, ανεξάρτητα από το ποιος τον χρησιμοποιεί: «τη διχοτόμηση του κοινωνικού πεδίου ανάμεσα στους “προνομιούχους” και τους “μη προνομιούχους”. Ο λαϊκιστής απευθύνεται στους τελευταίους –παρακάμπτοντας το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας– και ζητά την υποστήριξή τους, ώστε να ανατραπεί το υπάρχον “κατεστημένο”. Αυτή είναι κλασική μορφή του λαϊκισμού».

Λαϊκισμό κατά συνέπεια θα ασκήσει και η δεξιά και η αριστερά, με μόνο κριτήριο τον ορισμό του εκάστοτε “μη προνομιούχου”.

Έτσι λοιπόν, λαϊκισμός είναι η άκρατη υποστήριξη κάθε συνδικαλιστικού αιτήματος, είτε εξυπηρετεί είτε όχι τα πραγματικά ταξικά συμφέροντα των εργατών. Λαϊκισμός είναι η εξίσωση της ιδιοκτησίας με την εργασία και της συντεχνίας με την τάξη. Λαϊκισμός είναι η καταφυγή σε φιλολαϊκά συνθήματα που αγγίζουν αποκλειστικά το θυμικό, προκειμένου να εξασφαλιστεί κομματική πελατεία. Λαϊκισμός είναι να κρύβεις τις δύσκολες αποφάσεις και να τις αντικαθιστάς με ευκαιριακές υποσχέσεις δίχως αντίκρυσμα. Λαϊκισμός είναι να στριμώχνεσαι κάτω από το πανό και να κραυγάζεις στην ντουντούκα, για να εξασκήσεις απεργιακό… μάρκετινγκ.

Λαϊκισμός όμως είναι και το κλάμα του εργοστασιάρχη και βιοτέχνη που μετέφερε το τσιφλίκι του στους φορολογικούς παραδείσους των Βαλκανίων και τώρα οδύρεται για την κρίση. Είναι η πατριωτική κορώνα του εφοπλιστή που χτίζει καράβια στην Κίνα και τα σημαιοστολίζει στον Παναμά. Είναι η εθνική παρόλα του ραντιέρη, το ομόψυχον του μεγαλοϊδιοκτήτη και το όμαιμον του εκμεταλλευτή της μαύρης εργασίας των μεταναστών. Είναι η επίκληση του πολιτικού πολιτισμού από μεγαλοαπατεώνες και οικογενειοκράτες των σαλονιών της εξουσίας. Είναι η καταδίκη του κλούβιου αβγού από διανοουμενίστικες οξυζεναρισμένες κεφαλές. Είναι οι κραυγές ομοψυχίας από καρεκλοκένταυρους πανεπιστημιακούς. Είναι και το μακρύ δάχτυλο που σου κουνούν επιδεικτικά στο μάτι γραβατοφόροι κάτοχοι στιλπνών… Mont Blanc.

Λαϊκισμός είναι η επιλεκτική θεσμολαγνεία, μεγαλοϋπαλλήλων διαπλεκόμενων καναλαρχών. Είναι το κροκοδείλιο δάκρυ από παραθύρου για τη χαμένη επένδυση, τη σπασμένη βιτρίνα και τον τουρίστα σε απόγνωση. Λαϊκισμός, της κακιάς ώρας, είναι να πουλάς ελληνισμό γράφοντας τη λέξη Sky με ελληνικά γράμματα, κεφαλαία και διαλυτικά στο ιώτα.

Mε λίγα λόγια, λαϊκισμός είναι κατεξοχήν ο αντιλαϊκισμός ως επικοινωνιακό προϊόν ευρείας κατανάλωσης. Ακριβώς διότι χρησιμοποιεί τον ίδιο μηχανισμό με το λαϊκισμό, προκειμένου να διχοτομήσει το κοινωνικό σύνολο σε προνομιούχους και μη, αντιστρέφοντας τους όρους.

Αποϊδεολογικοποίηση και αποπολιτικοποίηση

Σε μία θαυμάσια ανάλυση περί λαϊκισμού, ο Νικος Χρυσολωράς στην Καθημερινή, επικαλείται τα συμπεράσματα του Ερνέστο Λακλάου, προκειμένου να παρουσιάσει το δίπολο τεχνοκρατισμού (θεσμικότητας)-λαϊκισμού. Λαμβάνοντας ως δεδομένο λοιπόν, ότι ούτε ο τεχνοκρατισμός, ούτε ο λαϊκισμός -ως έννοιες- ενέχουν συγκεκριμένο πρόσημο, τοποθετεί τους δύο όρους στις πλευρές μίας ζυγαριάς καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «στις κοινωνίες των ειδικών και των τεχνοκρατών δεν υπάρχει χώρος ούτε για πολιτική ούτε για δημοκρατία, ενώ οι κοινωνίες του ακραίου λαϊκισμού και της πλήρους απαξίωσης των θεσμών οδηγούν στη θηριωδία». Ο αρθρογράφος, στηριζόμενος στα συμπεράσματα του Λακλάου, επισημαίνει ότι η ΕΕ πάσχει από «ανισορροπία μεταξύ θεσμικής σταθερότητας και λαϊκισμού», καθώς ο άκρατος τεχνοκρατισμός μίας ανεξέλεγχτης ελίτ έχει οδηγήσει στην πάγια δογματική πεποίθηση «ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να κυβερνηθεί η ΕΕ (αλλά και τα κράτη–μέλη της) και αυτός ο τρόπος είναι γνωστός μόνο στους τεχνοκράτες».

Στην Ελλάδα, η μετάβαση από το λαϊκισμό στον τεχνοκρατισμό επήλθε ελαφρώς καθυστερημένα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αλήθεια όμως είναι ότι επήλθε, και σε πλήρη αντίθεση με την πλασματική εικόνα που θέλουν να παρουσιάσουν οι (δήθεν) προοδευτικές φωνές του μεγαλοαστικού λόμπι πολιτικών και δημοσιογράφων. Αν και οι πρώτες προσπάθειες, στην τριετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη είχαν τραγικά αποτελέσματα (κυρίως λόγω της τραγικής εκείνης διακυβέρνησης), η επάνοδος λίγα χρόνια μετά, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, ήταν θεαματική και συντριπτική. Ο τεχνοκρατισμός επεκτάθηκε ταχύτατα με τη μορφή πολιτικής μόδας, που φοριέται από τους πολιτικά καθωσπρέπει και ώριμους ψηφοφόρους. Ένα είδος ιδεολογικού μπλέιζερ και πολιτικής γευσιγνωσίας. Η απότομη στροφή προς την τεχνοκρατική μονοκρατορία είχε ως μοιραίο αποτέλεσμα, όπως σωστά καταδεικνύει ο Λακλάου, την πλήρη αποϊδεολογικοποίηση της εφαρμοζόμενης πολιτικής και την αντικατάσταση του κοινωνικού μετασχηματισμού με μανιχαϊστικές δοξασίες περί προοδευτικού και οπισθοδρομικού, εφικτού και ανέφικτου, καλού και κακού.

Μία βαθύτατα (με όλα τα καλά και τα κακά που αυτό σημαίνει) πολιτικοποιημένη κοινωνία, είτε κατέφυγε σε προτεσταντικού τύπου -και ξένες προς την πολιτική- ηθικές αξίες, είτε απομακρύνθηκε εντελώς από τις διαδικασίες συμμετοχής και ελέγχου της αστικής δημοκρατίας. Το εργατικό κίνημα ξεδοντιάστηκε και αντικαταστάθηκε από τον κομματοκρατούμενο συνδικαλισμό, ο οποίος με τη σειρά του υπηρέτησε πιστά την νέα τεχνοκρατική ελίτ.

Ακόμη όμως και προκειμένου όμως να κινήσεις τις μάζες προς τη θεωρητικά αντίθετη προς το λαϊκισμό κατεύθυνση, που είναι ο τεχνοκρατισμός, χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις τον πρώτο προς όφελος του δεύτερου. Με λίγα λόγια, να προσδώσεις λαϊκίστικες προεκτάσεις στη θεσμικότητα. Εδώ λοιπόν έρχεται ο αντιλαϊκισμός, που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον την εποχή που ο Σημίτης ανεξέλεγχτα ενέτασσε τη χώρα στην καρδιά της ευρωκαπιταλιστικής ελίτ: την ευρωζώνη. Την εποχή που κανείς δε γνώριζε την ουσία της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, καθώς το κοινό νόμισμα διαφημιζόταν ως μία ευκολία για ταξίδια και ψώνια στις χώρες της ευρωζώνης. Την περίοδο που κανείς δεν έδινε σημασία στο τίμημα των χαμηλών επιτοκίων και της χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες ένταξης στο ακραία ανισόρροπο ανταγωνιστικό πεδίο της λεγόμενης “ευρωπαϊκής οικογένειας”.

Ο αντιλαϊκισμός αυτός, υπήρξε μία ακραία μορφή λαϊκισμού με μεταρρυθμιστικό και προοδευτικό μανδύα. Η αποϊδεολογικοποίηση επήλθε με της επιβολή της ένταξης σε μία τρέντι πραγματικότητα. Ο ευρωσκεπτικισμός βαφτίστηκε οπισθοδρομισμός. Η ταξική ανάλυση, ξύλινη γλώσσα. Οι εργατικοί αγώνες, συντεχνιακός υπερσυντηρητισμός. Το κοινωνικό κράτος, σοβιετικό απολίθωμα. Και οι κοινωνικοί αγώνες, μαύρη αντίδραση (αργότερα γνωστή και ως “μυωπικός αριστερισμός”). Το αναποδογύρισμα των εννοιών, δεν οδήγησε σε τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από την αντιστροφή του αριστερού λαϊκισμού και την αντικατάστασή του από το χυδαίο δεξιό (αντι)λαϊκισμό.

Το ίδιο ακριβώς επιχειρείται αυτήν την πολύ κρίσιμη περίοδο για την επικράτηση της πιο σκοτεινής, οπισδοδρομικής και αντιδραστικής μορφής της καπιταλιστικής ολιγαρχίας. Με το ιδεολόγημα του αντιλαϊκισμού εξοπλίζονται και πάλι οι δημαγωγοί των κύκλων εξυπηρέτησης συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Των υποτακτικών του ημεδαπού καπιταλισμού που τρέμουν τόσο τη λαϊκή κατακραυγή, όσο όμως και τον ενδοαστικό ανταγωνισμό που μπορεί να τους αφήσει χωρίς δόντια, αν η οικονομική κρίση ξεφύγει από τον έλεγχο της εγχώριας παρασιτικής αστικής τάξης. Είμαστε όμως πλέον υποψιασμένοι, ή θα χάψουμε και πάλι το μεταρρυθμιστικό δόλωμα του αγοραίου αυτού δεξιού λαϊκισμού;

Zaphod

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ!!!!Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους του MARTIN WOLF εφημ. financial times

ΕΛΛΑΔΑ: Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ "ΠΟΝΑΕΙ" ΛΙΓΟΤΕΡΟ

Υπάρχει μία ιστορία για έναν άνδρα που καταδικάστηκε σε θάνατο από τον βασιλιά. Ο βασιλιάς του είπε θα του χαρίσει τη ζωή εάν μάθει στο άλογό του να μιλάει μέσα σε έναν χρόνο. Ο άνδρας συμφώνησε. Όταν τον ρώτησαν γιατί δέχθηκε αυτόν τον όρο, απάντησε πως πολλά μπορεί να γίνουν μέσα σε έναν χρόνο: ο βασιλιάς μπορεί να πεθάνει, ο ίδιος μπορεί να πεθάνει και το άλογο ίσως μάθει να μιλάει.

Αυτή ακριβώς είναι και η προσέγγιση της ευρωζώνης ως προς τη δημοσιονομική κρίση που πλήττει την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και απειλεί και άλλα κράτη-μέλη. Οι αξιωματούχοι αποφάσισαν να κερδίσουν χρόνο ελπίζοντας ότι οι χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες θα ανακτήσουν την αξιοπιστία τους. Προς το παρόν, αυτή η προσέγγιση έχει αποτύχει: το κόστος δανεισμού αυξάνεται αντί να υποχωρεί. Ειδικότερα για την περίπτωση της Ελλάδας, την πρώτη χώρα που έλαβε πακέτο στήριξης, οι πιθανότητες να ανακτήσει πρόσβαση στις αγορές με βιώσιμους όρους είναι πολύ μικρές. Το να αναβάλει κανείς, όμως, την τελική ημέρα της κρίσης δεν διευκολύνει τη θέση της χώρας. Αντιθέτως, θα καταστήσει ακόμα πιο επώδυνη την αναδιάρθρωση χρεών όταν τελικά υλοποιηθεί.

Το ελληνικό χρέος οδεύει στο 160% του ΑΕΠ. Δυστυχώς, εύκολα μπορεί να ξεπεράσει και αυτό το επίπεδο, όπως σημειώνει σε έκθεσή του ο κ. Nouriel Rοubini. Η Ελλάδα ενδέχεται να μην πετύχει τους δημοσιονομικούς της στόχους, λόγω του δυσμενούς αντίκτυπου της δημοσιονομικής λιτότητας στην οικονομία ή εξαιτίας της αντίστασης στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων. Η πραγματική υποτίμηση που απαιτείται για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας επίσης θα αυξήσει τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, ενώ ενδεχόμενη αποτυχία στην επίτευξη αυτής της υποτίμησης μπορεί να ανακόψει την αναγκαία επιστροφή στην ανάπτυξη. Το ευρώ ενδέχεται να ανατιμηθεί, υπονομεύοντας περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα. Τέλος, οι τράπεζες ίσως δεν πετύχουν να στηρίξουν την οικονομία.

Ποιες είναι άραγε οι πιθανότητες μιας χώρας με τέτοιο δανειακό βάρος και με την προϊστορία της Ελλάδας να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της από τις αγορές με όρους που να συμβάλουν στην προσπάθεια μείωσης του χρέους; Ιδιαίτερα μικρές.

Ας υποθέσουμε ότι τα επιτόκια μακροπρόθεσμου δανεισμού της Ελλάδας είναι στο 6% αντί για το σημερινό 16%. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται με ρυθμό 4%. Σημειωτέον ότι οι υποθέσεις αυτές είναι υπερβολικά αισιόδοξες. Ακόμα και με αυτές τις προϋποθέσεις, όμως, η κυβέρνηση θα πρέπει να καταγράψει πρωτογενές πλεόνασμα (προ τόκων) της τάξεως του 3,2% του ΑΕΠ. Εάν στόχος είναι να περιοριστεί το χρέος της Ελλάδας στους όρους της συνθήκης του Μάαστριχτ, στο 60% του ΑΕΠ μέχρι το 2040, τότε η χώρα θα πρέπει να καταγράφει πρωτογενές πλεόνασμα 6% του ΑΕΠ. Παράλληλα, κάθε χρόνο ο ελληνικός λαός θα πρέπει να παραπλανάται ή να εξαναγκάζεται σε καταβολή υψηλότερης φορολογίας απ' ό,τι λαμβάνει από τις δημόσιες δαπάνες.

Τι μπορεί να πείσει, λοιπόν, τους επενδυτές ότι όλα αυτά είναι ένα πιθανό σενάριο ώστε να δικαιολογηθεί η χρηματοδότηση της Ελλάδας; Τίποτα.

Με λίγα λόγια, η χώρα βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς οι πιστωτές γνωρίζουν ότι δεν έχει αρκετή αξιοπιστία για να δανειστεί με λογικά επιτόκια. Η Ελλάδα θα παραμείνει εξαρτημένη σε ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες θεσμικού δανεισμού, που δημιουργούν όμως μία ακόμη μεγαλύτερη παγίδα.

Ας υποθέσουμε, επί παραδείγματι, ότι το ήμισυ του ελληνικού χρέους διακρατείται από θεσμικούς πιστωτές όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, που θα αντικαταστήσει το EFSF το 2013. Ας υποθέσουμε, επίσης, πως η μείωση του χρέους που απαιτείται για να εξασφαλιστεί πρόσβαση στις αγορές -με εφικτούς όρους- είναι της τάξεως του 50% σε ονομαστική αξία. Σε αυτήν την περίπτωση, οι ιδιώτες επενδυτές θα εξαφανιστούν. Υπό τέτοια δραματική απειλή, κανείς νοήμων πιστωτής δεν θα προσφέρει χρηματοδότηση με όρους εφικτούς για την Ελλάδα. Η εξαγορά του ελληνικού χρέους από θεσμικά ταμεία καθιστά, κατά συνέπεια, ακόμα πιο απίθανη την επιστροφή στις αγορές.

Εάν πάρει κανείς στα σοβαρά την άποψη ότι πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης χρεών, που υποστήριξε και ο Lorenzo Bini Smaghi, σημαίνων Ιταλός τραπεζίτης και μέλος του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τότε τα θεσμικά ταμεία θα πρέπει να χρηματοδοτούν την Ελλάδα επ' αόριστον. Επιπλέον, θα πρέπει να είναι διατεθειμένα να συνεχίσουν με γενναιόδωρους όρους ώτε να καταστεί εφικτή η μακροπρόθεσμη μείωση του δανειακού βάρους της χώρας.

Αυτό είναι εφικτό. Από πολιτική άποψη, όμως, είναι εφιάλτης και ο κίνδυνος που εγκυμονεί είναι τεράστιος. Η Ελλάδα θα χάσει σχεδόν όλη της την εθνική κυριαρχία επ' αόριστον και οι αντιδράσεις θα φτάσουν σε κρίσιμο σημείο και στις δύο πλευρές. Επιπλέον, τα μη ευρωπαϊκά μέλη του ΔΝΤ θα αντιδράσουν στην προσφορά τόσο αόριστης γενναιοδωρίας. Το βάρος στη συνέχεια θα πέσει στους Ευρωπαίους και φαίνεται μάλλον απίθανο να πετύχουν την απαιτούμενη ομοφωνία.

Η εναλλακτική είναι μία προληπτική αναδιάρθρωση χρεών, ίσως ακόμη και τον επόμενο χρόνο. Η πορεία των αγορών μας δείχνει ότι ήδη αυτό είναι κάτι που οι επενδυτές αναμένουν. Άρα το σοκ δεν θα είναι πολύ μεγάλο. Η αναδιάρθρωση θα πρέπει να βελτιώσει την αξιοπιστία της χώρας και να αυξήσει τα κίνητρα εμμονής στο πρόγραμμα σταθεροποίησης και μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, με μία σχεδιασμένη και προληπτική αναδιάρθρωση, οι Αρχές θα μπορούν επίσης να προετοιμαστούν και για την αναγκαία στήριξη των τραπεζών, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι αναδιάρθρωσης χρεών. Ορισμένοι είναι πιο εξαναγκαστικοί από άλλους. Ευτυχώς, το 95% του ελληνικού κρατικού χρέους υπόκειται στην ελληνική νομοθεσία, γεγονός που μειώνει τα νομικά προβλήματα από την επιβολή βαθιάς αναδιάρθρωσης.

Είναι βεβαίως σαφές ότι η αναστάτωση θα είναι μεγάλη. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία εξασφάλιση ότι με την αναδιάρθρωση χρεών η Ελλάδα θα επιστρέψει στην ανάπτυξη γιατί αντιμετωπίζει επίσης σημαντικό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Εντός της ευρωζώνης δεν υπάρχει απλός τρόπος να επιλυθεί αυτή η έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Η χώρα ενδέχεται να καταδικαστεί σε μακροχρόνιο αποπληθωρισμό.

Παρ' όλα αυτά, όσο μη δημοφιλής κι αν είναι η επιλογή της αναδιάρθρωσης, είναι καλύτερη από τις εναλλακτικές. Σε αντίθετη περίπτωση, το χρέος της χώρας θα πρέπει να χρηματοδοτείται εσαεί. Ουσιαστικά θα είναι σαν να μπαίνουμε από την πίσω πόρτα σε έναν μηχανισμό δημοσιονομικής στήριξης για τα κράτη-μέλη ακόμα πιο ακραίο απ' ό,τι ισχύει για τις πολιτείες των ΗΠΑ.

Το σίριαλ μάλλον δεν θα τελειώσει με την Ελλάδα. Και άλλες χώρες της περιφέρειας -η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, επί παραδείγματι- μπορεί επίσης να βρεθούν αποκλεισμένες από τις αγορές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή σε υγιή δημοσιονομική κατάσταση δεν διασφαλίζεται με κανέναν τρόπο, δεδομένου του ιδιαίτερα δύσκολου σημείου εκκίνησης.

Εάν αποκλειστεί το ενδεχόμενο της αναδιάρθρωσης χρεών, τότε μέλη της ευρωζώνης θα βρεθούν σε μία κατάσταση όπου θα χρηματοδοτούν και θα αστυνομεύουν άλλα μέλη.

Συγκεκριμένα, τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα μέλη θα χρηματοδοτούν και θα αστυνομεύουν τα μικρότερα και πιο αδύναμα. Και θα πρέπει να συνεχίσουν σε αυτό το μοτίβο μέχρις ότου όλα τα άλογα μάθουν να μιλάνε. Αυτό είναι το μέλλον που θέλουμε;

Πηγή: www.euro2day.gr

ΠΟΛΙΤΙΚΗ vs ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ του Νίκου Δόικου Πηγή: www.nikosdoikos.com

Στο Ευρωκοινοβούλιο ,η ομάδα των Σοσιαλιστών-Δημοκρατών προωθεί την ιδέα για την συγκρότηση Δημόσιων Ευρωπαϊκών Οίκων Αξιολόγησης. Η σχετική πρόταση κερδίζει έδαφος στο σύνολο σχεδόν τής Ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας.

Εξάλλου, παρά τις αδυναμίες και την καθυστέρηση της Πολιτικής Ενοποίησης, η Ένωση κατάφερε να στήσει μηχανισμό στήριξης της Ευρωζώνης και να τον προικίσει με ένα τρισεκατομμύριο Ευρώ, ενώ ήδη μελετά θεσμικές παρεμβάσεις για την θωράκιση των Ευρωπαϊκών Οικονομιών απέναντι στην βουλιμική ασυδοσία των επιθετικών hedge funds.

Είχε προηγηθεί η γνωστή αποστροφή της Αμερικανικής Διοίκησης για τις αυθαιρεσίες του Χρηματοπιστωτικού Τομέα, ενώ για πρώτη φορά μετά το ΄33, στην Ουάσιγκτον ,εγείρεται θέμα ενδεχόμενης επανενεργοποίησης του Νόμου Glass-Steagall Act του ΄33, ο οποίος απαγορεύει ρητά στις εμπορικές τράπεζες να λειτουργούν και ως επενδυτικές, κοντολογίς να επενδύουν καταθέσεις και αποθεματικά σε προϊόντα τοξικού αέρα κοπανιστού.

Τα $650 δισεκατομμύρια για Κοινωνική Πολιτική και άλλα $670 δισεκατομμύρια στην Πράσινη Ανάπτυξη πιστοποιούν μια κάποια ποιοτική διαφοροποίηση της ομάδας Obama, η οποία δεν διστάζει να συγκρουστεί με την ασύδοτη πλευρά του χρηματοπιστωτικού τομέα , με τα κατεστημένα συμφέροντα στον χώρο της Δημόσιας Υγείας και ,το σημαντικότερο ,να επιχειρήσει, για πρώτη φορά, μια γενναία αναδιανομή πλούτου, με αναλογική (κατακόρυφη) φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων.
Σε τούτο το αμφίρροπο πλανητικό παιχνίδι, κάποιοι φίλοι θα δουν εμμονές κυριαρχίας του Δολαρίου, και το βλέπω κι εγώ, σε ένα βαθμό. Άλλοι θα μιλήσουν για ενδοκαπιταλιστικά τερτίπια, χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πως ανάλογες προσεγγίσεις περιορίζονται μάλλον στο δέντρο της υπόθεσης. Το δάσος βρίσκεται αλλού.

Δεν θα μπορούσα να μιλήσω ακόμα για πολιτική Αυτονομία. Αλλά , φαντάζομαι θα συμφωνήσουμε ότι πρόκειται για πρωτόγνωρης έκτασης συστημικές ρωγμές.

Οι Οίκοι δεν είναι απλώς κάποιες rating agencies , είναι οι πιστοί τελάληδες της δι-εθνικής Ελίτ. Από την άλλη , η χρηματοπιστωτική ασυδοσία εξυπηρετεί πρωτίστως την σωρρευτική ανακύκλωση των κεφαλαίων της Ελίτ και , διαυτής, την κλιμάκωση της κυριαρχίας επί της Πολιτικής.

Χωρίς ανεξέλεγκτη ευχέρεια στην διακίνηση hedge funds , δεν θα μπορούσε να σκηνοθετεί κρίσεις, υπερτιμώντας υφιστάμενα προβλήματα χρέους ( με την αποφασιστική συνδρομή των Οίκων και των υποτακτικών μέσων ενημέρωσης ) και να επενδύει στην κατάρρευση περιφερειακών οικονομιών, υποτιμώντας συστηματικά την πιστοληπτική τους ικανότητα.

Όταν λοιπόν οποιοσδήποτε, έστω και οι υπαρκτές πολιτικές ηγεσίες, ανοίγουν κατουσίαν μέτωπο με τα χαδιάρικα της Ελίτ, τι οφείλουν να κάνουν άραγε τα κοινωνικά κινήματα ;

Να στέκονται αμήχανα ,αρθρώνοντας, κάπου κάπου απλουστευτικές γενικολογίες περί δήθεν «ενδοοικογενειακής υπόθεσης» ;

Μήπως να αξιοποιήσουν τις ρωγμές, αυτήν την περιστασιακή (αν είναι τέτοια) διαθεσιμότητα των πολιτικών ηγεσιών και να διευρύνουν έτσι το μέτωπο της ρήξης ;

Μετά τις ευρωατλαντικές περιπέτειες του ΄08 και του ΄10, νομίζω πως διαμορφώνονται, βαθμιαία , οι ιδεολογικοί και θεσμικοί όροι, υπό την έννοια της συνειδησιακής και κανονιστικής ευχέρειας, για την αποκατάσταση της αυτονομίας της Πολιτικής , στην σχέση της με την Οικονομία, όπως αυτή η δεύτερη εκφράζεται από τους δι-εθνικούς κολοσσούς , από την κυρίαρχη σήμερα πλανητική Ελίτ.

Χωρίς αμφιβολία, η ρήξη θα εξελιχθεί σε διαρκή και μακροχρόνια σύγκρουση, η έκβαση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οποίας θα εξαρτηθούν , αφενός, από τις αντοχές των σχετικώς αυτόνομων πολιτικών δυνάμεων και, κατά κύριο λόγο, από την δυναμική συμπαράταξη των κοινωνικών κινημάτων.

Όχι φυσικά στην χαζοχαρούμενη , αλλά στην αγωνιστική - αποδομητική εκδοχή τους.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Τα “έφαγαν” οι πολιτικοί; του Τάκη Μίχα Πηγή: reason-gr.blogspot

Ένα από τα πλέον δημοφιλή αίτια που αναφέρονται στην δημόσια συζήτηση για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι ότι «τα έφαγαν οι πολιτικοί». Αυτό το επιχείρημα επιτρέπει σε έκαστον από εμάς να αρνείται να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια προσαρμογής στην σημερινή κατάσταση (είτε πληρώνοντας μεγαλύτερους φόρους είτε δεχόμενος μείωση μισθών/συντάξεων) με το δικαιολογητικό ότι στο βαθμό που τα «έφαγαν» άλλοι, δηλαδή οι πολιτικοί, αυτοί και μόνο αυτοί θα πρέπει να πληρώσουν το τεράστιο χρέος και τα ελλείμματα που έχουν συσσωρευθεί. Αυτή η άποψη πλέον σήμερα θεωρείται τόσο αυτονόητη ώστε, αν τολμήσει κανείς να την αμφισβητήσει, θα θεωρηθεί αυτόματα, αν όχι παράφρων, τότε τουλάχιστον «πράκτορας» της τρόικας, της Μέρκελ, των Εβραίων και γενικώς όλων όσων έχουν συσσωρεύσει τόσα δεινά για τον ελληνισμό -από τις Θερμοπύλες μέχρι σήμερα.

Φυσικά το ότι κάτι θεωρείται «αυτονόητο» δεν είναι και κατ' ανάγκη αληθές. Η άποψη ότι ένας κύριος με μακριά γενειάδα έφτιαξε τον κόσμο σε επτά ημέρες θεωρείτο κάποτε από πολλούς ανθρώπους ως αυτονόητο, αλλά αυτή η άποψη -αν εξαιρέσουμε τις ΗΠΑ και την Ελλάδα- έχει μάλλον αρχίσει να υποχωρεί.

Υπάρχουν δυο κυρίως αντεπιχειρήματα που καταδεικνύουν πως ο ισχυρισμός ότι τα «έφαγαν» οι πολιτικοί είναι αναληθής. Το πρώτο αντεπιχείρημα το οποίο αναπτύσσει ο συνάδελφος Κώστας Στούπας του capital.gr, προσεγγίζει το πρόβλημα από την πλευρά του δημοσίου χρέους.

Το δεύτερο αντεπιχείρημα το οποίο προσεγγίζει το θέμα από την πλευρά του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος, προέρχεται από τον Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο, πτυχιούχο Διοίκησης Επιχειρήσεων και τελειόφοιτο της Νομικής Σχολής Αθηνών.

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα δυο κυριότερα πεδία στα οποία μπορούνε να «φάνε» οι πολιτικοί είναι τα δημόσια έργα και (σε μικρότερο βαθμό) οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου.

Αντεπιχείρημα 1: Τα συνολικά έξοδα για μεγάλα έργα στην Ελλάδα τα τελευταία 15 έτη δεν στοίχισαν μαζί με τις υπερτιμολογήσεις τους πάνω από 10 δις ευρώ (ΜΕΤΡΟ, Αττική Οδός, γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, αεροδρόμιο, Εγνατία κλπ.). Σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα έργα της Ολυμπιάδας που στοίχισαν κατά την πιο απαισιόδοξη εκτίμηση 13 δις ευρώ. Τέλος, ας προσθέσουμε και τις εξοπλιστικές δαπάνες που στοίχισαν στην πιο ακραία περίπτωση 35 δις ευρώ. Το σύνολο λοιπόν όλων των δραστηριοτήτων που προσφέρουν ευκαιρίες πλουτισμού για τους πολιτικούς ανέρχεται σε 58 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι πολιτικοί είχαν την δυνατότητα να εισπράξουν ως μίζες το (εξωπραγματικό) ποσοστό του 15%. Αυτό μας δίνει σύνολο 8,7 δις ευρώ. Πρόκειται πράγματι για ένα πολύ σοβαρό ποσό, όμως είναι σταγόνα στον ωκεανό στο δημόσιο χρέος των 350 δις που χρωστάει το ελληνικό κράτος! Τα άλλα 341,3 δις ποιος τα «έφαγε»;

Αντεπιχείρημα 2: To 2011 o προϋπολογισμός των δημοσίων δαπανών ανήλθε σε 8,5 δις ευρώ. Οι καταναλωτικές δαπάνες του δημοσίου (προμήθειες) ανήλθαν σε 2,29 δις ευρώ. Το σύνολο λοιπόν αυτών των δυο δυνητικών πηγών αθέμιτου πλουτισμού ανήλθε σε 10,79 δις. Αν υποθέσουμε πάλι (εξωπραγματικές) μίζες της τάξης του 15% , τότε «φαγώθηκαν» συνολικά 1,615 δις. Όμως το ποσό αυτό ισοδυναμεί μετά βίας στο 0,7% του ΑΕΠ! Αλλά το έλλειμμα, αν δεν κάνω λάθος, ήταν 13% του ΑΕΠ. Τα άλλα 12,3% του ΑΕΠ ποιος τα “έφαγε”;

Προφανώς οι πολιτικοί έχουν τεράστια ευθύνη για την οικονομική κατάσταση που βρισκόμαστε. Όχι όμως επειδή «τα έφαγαν» όπως επιμένουν να διατείνονται πολλοί συμπολίτες μας. Η ευθύνη τους βρίσκεται κυρίως στην δημιουργία και διαιώνιση του πελατειακού κράτους. Και στο πελατειακό κράτος, όπως το λέει και ο όρος, ωφελούνται επίσης και κυρίως «οι πελάτες». Οι οποίοι σε ένα δημοκρατικό και «φιλολαϊκό» σύστημα όπως το ελληνικό, δεν αποτελούν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος -πιθανότατα να είναι άνω του 50% των ψηφοφόρων των δυο μεγάλων κομμάτων.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Η θεώρηση της μεταπολίτευσης ως «ιστορικού δυστυχήματος». Του Θέμη Τζήμα Πηγή: tvxs.gr

Λίγες ίσως ιστορικές περίοδοι έχουν αποτελέσει τόσο έντονο σημείο αναφοράς όσο αυτή της λεγόμενης μεταπολίτευσης. Αρκεί να δει κανείς πόσο συχνά έχει κηρυχτεί η λήξη της, πολλές φορές απλά και μόνο προκειμένου να κρυφτεί η αδυναμία του όποιου επίδοξου πολιτικού «ληξίαρχου» να εντοπίσει ένα ακριβές ορόσημο για τα όσα υποστηρίζει ή πόσες αναφορές απαντώνται για τη λεγόμενη γενιά της μεταπολίτευσης, συχνά με αμφιλεγόμενη ακρίβεια.

Δεν προτίθεμαι να προχωρήσω σε μια ανάλυση για το αν υπήρξε όντως ιστορική περίοδος της μεταπολίτευσης ή αποτέλεσε ένα περιορισμένο χρονικό στάδιο πολιτειακής εξέλιξης από το δικτατορικό καθεστώς στο δημοκρατικό πολίτευμα που κατοχυρώθηκε θεσμικά με το σύνταγμα του ’75. Ούτε ποια είναι τα ακριβή χαρακτηριστικά της επονομαζόμενης ως γενιάς της μεταπολίτευσης, διότι δεν είναι αυτός ο χαρακτήρας του άρθρου.

Με τον όρο «μεταπολίτευση» εννοώ- για τις ανάγκες αυτού του κειμένου- την πολιτική διαδικασία που ξεκινά από την πτώση της χούντας και κορυφώνεται με την πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, σηματοδοτώντας την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονίας της ηττημένης έως τότε δημοκρατικής παράταξης, με αριστερό πρόσημο.

Η ηγεμονία αυτή δεν κατόρθωσε για μια σειρά λόγων, διεθνώς και εγχώρια προσδιορισμένων, υλικών και ιδεολογικών να μετασχηματίσει τη βάση, τις σχέσεις παραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού. Παρότι υπήρξαν συγκρούσεις και ενίοτε έντονες, η κυριαρχία της ελληνικής ολιγαρχίας, με τον έντονα παρασιτικό και μεταπρατικό χαρακτήρα, όπως και η άθροιση γύρω της μιας σειράς συμφερόντων μεσαίας κυρίως κλίμακας διατηρήθηκε. Τα τελευταία είκοσι χρόνια μάλιστα ενδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο με τη διόγκωση του ιδιωτικού τραπεζοπιστωτικού τομέα, τα ιδιωτικά ΜΜΕ, τους μεγάλους εθνικούς εργολάβους και προμηθευτές και με εκείνους τους πολιτικούς, ειδικά των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων αλλά και των μικρότερων, που ενσωματώθηκαν απόλυτα στα εν λόγω συμφέροντα.

Η «μεταπολίτευση» ωστόσο, παρά τη θεμελιακή αυτή αδυναμία της/ απροθυμία της/ αποτυχία της- αναλόγως της σκοπιάς καθενός αν και κατά την άποψή μου οι δύο πρώτοι όροι είναι ακριβέστεροι- υπήρξε μια πολιτική διαδικασία κατά την οποία επετεύχθησαν σημαντικότατες δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις, προς όφελος των μεγάλων τμημάτων του λαού, έστω στο πλαίσιο ενός αστικού κατ’ ουσίαν εκσυγχρονισμού, υπό την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Αυτή η εξέλιξη ιστορικά δεν είναι ούτε αφύσικη, ούτε πρωτότυπη, έστω και αν η ελληνική ιδιοσυστασία την προίκισε με ειδικά χαρακτηριστικά.

Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλιστικού κινήματος και η ενίσχυση του ρόλου των συνδικάτων, εν πολλοίς εξαιτίας και των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία, η δημοκρατική συνδιοίκηση στη γ’ βάθμια εκπαίδευση, η δημόσια, δωρεάν παιδεία και υγεία, η έστω περιορισμένη χρονικά και γεμάτη αντιφάσεις δυνατότητα σχεδιασμού για την εθνική οικονομία, ο εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου και ιστορικού- πολιτικού χαρακτήρα κατακτήσεις όπως η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης απετέλεσαν βασικές πτυχές εμβάθυνσης της δημοκρατίας αλλά και του αστικού εκσυγχρονισμού της χώρας, με προοδευτική κατεύθυνση.

Οι κατακτήσεις αυτές συγκέντρωσαν την εχθρότητα έως και το μίσος συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων στη βάση ιδεολογικών και υλικών όρων. Η ελληνική δεξιά τις εχθρεύθηκε και τις εχθρεύεται επειδή οι εν λόγω κατακτήσεις σηματοδότησαν την ιδεολογική και πολιτική ήττα των νικητών του εμφυλίου. Απαξιώθηκε το ιδεολογικό οικοδόμημα που είχε επιβάλλει το κράτος της δεξιάς έως και τη μεταπολίτευση- εθνικοφροσύνη, καπιταλισμός των τζακιών και των ολιγοπωλίων, ανάπηρη δημοκρατία εξαιτίας της επικυριαρχίας παραθεσμικών κέντρων, και μονομερής πρόσδεση στο αμερικανικό- μετά το αγγλικό- άρμα.

Ένα άλλο τμήμα της, το νεοφιλελεύθερο, που ήδη είχε αρχίσει να συστηματοποιείται από τις αρχές του ’80 θα ήθελε ένα άμεσο πέρασμα από τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό, με κρατική παρέμβαση του κράτους της δεξιάς, στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο τύπου Θάτσερ- Ρέηγκαν, που τότε αναδεικνυόταν. Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις της διαδικασίας της μεταπολίτευσης δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές παρά ως εμπόδια και αναχρονισμοί. Στη βάση των ανωτέρω, η ελληνική δεξιά θεώρησε τη διαδικασία της μεταπολίτευσης ως ιστορικό δυστύχημα, είτε γιατί ανέτρεπε και ακύρωνε τους βασικότερους πυλώνες της κυριαρχίας της, είτε γιατί εμπόδιζε τη μετάβαση στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο.

Ωστόσο αντίστοιχα αρνητική θέση ως προς τη μεταπολιτευτική διαδικασία ανέπτυξε και ένα τμήμα της αριστεράς, είτε επειδή στη βάση αριστεριστικών θέσεων θεώρησε ότι η μεταπολιτευτική διαδικασία κυοφορούσε τη δυνατότητα της επανάστασης, που εμποδίστηκε κατ’ ουσίαν από τη λείανση της ταξικής σύγκρουσης με τις εν λόγω κατακτήσεις, είτε επειδή διαπνέεται από ιδιοκτησιακή αντίληψη προς συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, οπότε δεν μπορεί να δεχθεί πως απώλεσε την ηγεμονία της προς όφελος του ΠΑΣΟΚ επί των τάξεων αυτών. Υπάρχει βέβαια και ένα τμήμα της αριστεράς που εκτίμησε ότι το ΠΑΣΟΚ θα αποτελούσε πιο πρωτοποριακή πολιτική δύναμη από ό, τι αποδείχθηκε τελικά, οπότε εκεί εδράζεται και η απογοήτευσή του από τη μεταπολιτευτική διαδικασία.

Δυστυχώς, από άλλη βέβαια αφετηρία σε σχέση με εκείνη της δεξιάς και αυτά τα τμήματα της αριστεράς έτειναν στην υποτίμηση και αποδόμηση των δημοκρατικών κατακτήσεων που επετεύχθησαν με τη μεταπολιτευτική διαδικασία, στο πλαίσιο ενός στείρου «αντί- πασοκισμού», υπονομεύοντας εν τέλει συνολικά την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Αυτή η θεώρηση εμφανίστηκε με μεγάλη ένταση κατά το βρόμικο ’89, συνεχίστηκε έκτοτε και σήμερα συντείνει στο στρατηγικό αδιέξοδο της ελληνικής αριστεράς εν γένει, μπροστά στη νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση που έχει εξαπολυθεί εις βάρος του λαού.

Το τρίτο τμήμα των εχθρών των δημοκρατικών κατακτήσεων είναι ωστόσο και το πιο ενδιαφέρον αλλά και επικίνδυνο: η δεξιά ή πλέον νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, πρώτα με το όχημα του εκσυγχρονισμού- αν και όχι συνολικά με τη συμμετοχή όσων υποστήριξαν το εν λόγω εγχείρημα- και τώρα ξεκάθαρα με το όχημα των μνημονίων και των παρεπόμενων πολιτικών, που εμφανίζονται από την κυρίαρχη προπαγάνδα ως ο μονόδρομος για την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Η πτέρυγα αυτή μπορεί στο επίπεδο του «κοινωνικού ΠΑΣΟΚ» να είναι μειοψηφική, όμως ελέγχει απόλυτα την παρούσα κυβέρνηση και εν πολλοίς το δημόσιο βήμα διαλόγου, χάρη στα κατεστημένα ΜΜΕ. Η πτέρυγα αυτή του ΠΑΣΟΚ ήδη από χρόνια πριν είχε καταδείξει ότι θεωρούσε τη μεταπολιτευτική διαδικασία στην «ευμενέστερη» εκδοχή μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία και κατά βάση δυστύχημα- εμμένοντας μόνο στις παραφθορές των μεταπολιτευτικών κατακτήσεων που εμποδίζει την πλήρη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, στη βάση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων.

Οι πιονέροι αυτής της πτέρυγας είναι κατά βάση στελέχη που καταξιώθηκαν χάρη στην κομματική τους ταυτότητα στο πλαίσιο του «κρατικού ΠΑΣΟΚ», άκαπνα σε ό, τι αφορά τους κοινωνικούς αγώνες ή στελέχη εντελώς άσχετα με την πολιτική διαδικασία που ενέσκηψαν κατά την τελευταία περίοδο και στη βάση λαμπερών βιογραφικών, μέσα σε ένα πλαίσιο έντονης από- πολιτικοποίησης των κομματικών διαδικασιών. Συνέδεσαν τις πολιτικές τους καριέρες με τα κατεστημένα ΜΜΕ, το νεοφιλελεύθερο δογματισμό και τον επιφανειακό, αμιγώς προσανατολισμένο στον εφήμερο «επικοινωνισμό», λόγο.

Εντασσόμενοι στην οικονομική και πολιτική ολιγαρχία ανέλαβαν σχεδόν εργολαβικά την προώθηση των βίαιων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και το αναγκαίο γκρέμισμα των κατακτήσεων της μεταπολιτευτικής διαδικασίας για λόγους υλικούς αλλά και ιδεολογικούς. Δηλαδή τόσο για να επιτευχθεί η λεηλασία και η αναδιανομή προς όφελος της ελληνικής ολιγαρχίας προς τέρψη και των ξένων πατρώνων της, όσο και για να χαθούν τα ιδεολογικά εκείνα ερείσματα αριστερού και προοδευτικού προσήμου, που αποτέλεσαν σημεία στήριξης των λαϊκών και κοινωνικών αγώνων. Έτσι οι προωθούμενες πολιτικές κατ’ ουσίαν παίζουν και έναν «εκπαιδευτικό» ρόλο, σε ό, τι αφορά τη συλλογική νοοτροπία και συνείδηση.

(Και) σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εντάξει κανείς πτυχές των εφαρμοζομένων το τελευταίο διάστημα πολιτικών. Προηγήθηκαν χρόνια δυσφήμησης όλων των μεταπολιτευτικών κατακτήσεων: συνδικαλισμός, δημόσιο, δωρεάν πανεπιστήμιο με δημοκρατική συνδιοίκηση, δημόσια ιδιοκτησία, κοινωνικές κινητοποιήσεις, δημόσια, δωρεάν υγεία και φυσικά ο θεσμός και ο ρόλος των πολιτικών συλλογικοτήτων, προεξαρχόντων των πολιτικών κομμάτων. Η χρόνια αυτή δυσφήμηση εντόπιζε παραφθορές και αλλοτριώσεις των εν λόγω κατακτήσεων, εστίαζε μόνο σε αυτές, τις διόγκωνε επικοινωνιακά ή και τις προβοκάριζε.

Σήμερα λοιπόν αντί να προωθηθεί μια ατζέντα μετασχηματισμού των εν λόγω κατακτήσεων, δηλαδή εμβάθυνσής τους και διεύρυνσής τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ακόμα μεγαλύτερες κοινωνικές και δημοκρατικές ανάγκες του λαού εν μέσω δομικής καπιταλιστικής κρίσης, που τις καθιστά περισσότερο επίκαιρες από ποτέ, προωθείται μια ατζέντα αποδόμησης βασικών κοινωνικών και δημοκρατικών πυλώνων.

Οι δήθεν μεταρρυθμίσεις αποτελούν αντί- μεταρρυθμίσεις με στόχο την επιστροφή σε ορισμένους τομείς στο προδικτατορικό μοντέλο και σε άλλους τομείς αντιγράφοντας το μετασοβιετικό μοντέλο της περιόδου Γιέλτσιν και της οικοδόμησης του μαφιόζικου καπιταλισμού. Άλλωστε, οι πλέον ένθερμοι υπερασπιστές αυτού του σχεδίου έριξαν το σύνθημα της «αποσοβιετοποίησης» που αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο θα ήταν απλά αφελές και γελοίο.

Το αυτό ιδεολογικό και υλικό πλαίσιο έρχεται να υπηρετήσει και η προωθούμενη αλλαγή στη γ’ βάθμια εκπαίδευση. Τη διάλυση του δημοκρατικού, δημοσίου πανεπιστημίου ως μιας ενότητας επιστημονικής, πολιτικής και κοινωνικής παιδείας, προς όφελος ενός μοντέλου ακριβοπληρωμένης κατάρτισης που ακολουθείται από κακοπληρωμένες δουλειές, για τις οποίες διαγκωνίζονται μοναχικά, ανταγωνιστικά και εν τέλει απολιτικά άτομα.

Αυτήν την κατεύθυνση υπηρετούν και όσοι μιλούν για διαρθρωτικές αλλαγές και επενδύσεις, εννοώντας την εκποίηση του δημοσίου πλούτου σε συνθήκες υποτιμητικής κερδοσκοπίας, με στόχο τη δημιουργία ιδιωτικών μονοπωλίων αντιστοίχων με αυτά της δεκαετίας του ’50 και του ‘60 Ή όσοι υποστηρίζουν την εξαφάνιση των κοινωνικών δικαιωμάτων ως προϋπόθεση για την ανταγωνιστικότητα τμήματος των ελληνικών επιχείρησεων στη βάση της υπερεκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού.

Ο αγώνας που δίνει η δεξιά πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ- με προμετωπίδα την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική- και η εκτός ΠΑΣΟΚ δεξιά, μαζί και με τμήμα της αριστεράς που σύρεται εκόν- άκον σε αυτήν την κατεύθυνση επιδιώκει να σβηστεί από τη συλλογική συνείδηση κάθε δημοκρατική κατάκτηση και κάθε ίχνος εμπιστοσύνης στο δημόσιο χώρο. Επιδιώκει να θεωρηθεί η μεταπολιτευτική διαδικασία ως ιστορικό δυστύχημα, όπως για παράδειγμα προσπάθησε να κάνει η γαλλική δεξιά για το Μάη του ’68.

Όσοι δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδομήσουμε και τα τελευταία στηρίγματα προς όφελος του δημοσίου χώρου και του λαού βρισκόμαστε σε στρατηγική σύγκρουση με αυτές τις δυνάμεις. Δεν κλείνουμε τα μάτια μας σε υπαρκτές παραφθορές και αλλοιώσεις των όποιων κατακτήσεων. Υπερασπιζόμαστε τους αναγκαίους μετασχηματισμούς που θα διατηρήσουν και θα ενισχύσουν τις εν λόγω κατακτήσεις. Επιπλέον- και- σε ένα τέτοιο πλαίσιο η ιδεολογική, πολιτική μάχη μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ και μέσα από το ΠΑΣΟΚ είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την πορεία των πραγμάτων συνολικά στη χώρα.

Θέμης Τζήμας, Μέλος ΕΣ ΠΑΣΟΚ

H ανθρώπινη αξία και πόσο ...''κοστίζει'' !!! Του Ρούσου Βρανά ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ

.. ∆εν τα αξίζαµε τόσα «πλούτη». Γι’ αυτό τώρα µας τα παίρνουν πίσω. Κι ας εξοργίστηκε ακόµη και ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρµπουρι, όταν άκουσε τον βρετανό υπουργό Εργασίας Ιαν Ντάνκαν Σµιθ να λέει πως «δεν αξίζουν όλοι οι φτωχοί τα κοινωνικά επιδόµατα». Μας λένε πάντα τι δεν αξίζουµε. Πόσο αξίζουµε όµως πραγµατικά; Πόσο αξίζει η ανθρώπινη ζωή;

Πόσο αξίζει...... η ζωή ενός φοιτητή; Οσο και το δάνειο που έχουν πάρει οι γονείς του για να τον σπουδάσουν. Πριν από 35 χρόνια, το Πανεπιστήµιο της Καλιφόρνιας έπαιρνε 6,6% του δηµόσιου προϋπολογισµού και οι φυλακές 3%. Σήµερα, το πανεπιστήµιο παίρνει 2,2% και η βιοµηχανία των φυλακών 7,4%. Οσο λιγότεροι νέοι µπορούν να σπουδάσουν τόσο γεµίζουν οι φυλακές. Το αµερικανικό δηµόσιο αφαιρεί τα χρήµατα που προορίζονταν για τη µόρφωση των πιο ελπιδοφόρων πολιτών του και τα δίνει για να πλουτίσουν οι άνθρωποι που κερδίζουν από τη φυλάκιση των πιο φτωχών. Πόσο αξίζει η ζωή ενός άρρωστου, ενός γέρου;

Στη Γουόλ Στριτ, οι τραπεζίτες αγοράζουν µισοτιµής ασφαλιστήρια συµβόλαια ζωής («οµόλογα θανάτου», όπως τα λένε) που ξεπουλάνε άρρωστοι και ηλικιωµένοι λόγω της κρίσης. Οι τραπεζίτες εξακολουθούν να καταβάλλουν το ασφάλιστρο. Και όσο νωρίτερα πεθαίνουν οι ασφαλισµένοι τόσο µεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους τραπεζίτες. Πόσο αξίζει η ζωή ενός παιδιού; Οσο και το µερίδιο του χρέους που του πέφτει στο κεφάλι µόλις γεννηθεί. Ο Ηρώδης έσφαξε πολλά µωρά, αλλά κυνηγούσε µόνο ένα. Οµως, αν οι σύγχρονοι µισάνθρωποι επικρατήσουν, τότε µπορούµε να φανταστούµε από τώρα τον πλανήτη µας σαν ένα απέραντο κοιµητήριο µε δισεκατοµµύρια σταυρούς – έναν για κάθε παιδί που δεν µπόρεσε να γεννηθεί, επειδή οι γονείς του ήταν πάρα πολύ φτωχοί για να το αναστήσουν. Η αµερικανική...... Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας υπολόγισε την αξία της ανθρώπινης ζωής σε 9,1 εκατ. δολάρια. Για την αµερικανική Υπηρεσία Τροφίµων και Φαρµάκων, αυτή η αξία ανέρχεται σε 7,9 εκατ. δολάρια. Και για το αµερικανικό υπουργείο Μεταφορών σε 6 εκατ. δολάρια. Σε αυτούς τους υπολογισµούς, βέβαια, όπου αυτές οι υπηρεσίες λένε «αξία», στην πραγµατικότητα εννοούν «κόστος». Κόστος για το περιβάλλον, κόστος για τα φάρµακα, κόστος για τις συγκοινωνίες. Σαν να έχει γίνει η ύπαρξη του ανθρώπου ένα αφόρητο βάρος για τις κοινωνίες. Παίρνει αξία µονάχα όταν κόβεται σε µερίδες: η αξία ενός πνεύµονα ανέρχεται σε 100.000 δολάρια. Αν προσθέσουµε σε αυτό µάτια, καρδιά, µυελό οστών, ήπαρ, το ποσό αυξάνεται σηµαντικά.

Για µερικά...... έντοµα, ένα πτώµα µοιάζει µε στρωµένο τραπέζι. Καθένα έχει την αγαπηµένη του µερίδα. Τουλάχιστον αυτά µας τρώνε µονάχα πεθαµένους. Οµως, µια άλλη έρπουσα πανίδα τρέφεται µε τις σάρκες µας από τη στιγµή που θα αντικρύσουµε το πρώτο φως της ζωής, περνώντας µας καθηµερινά από τα πριονωτά σαγόνια της. Αραγε θα την ξεφορτωθούµε ποτέ; Ισως µονάχα αν φωνάξουµε τόσο δυνατά όσο για να ακουστεί πως είµαστε ακόµη ζωντανοί.

ΟΙ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΙΣ ΦΟΡΟΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΤΩΝ ΕΦΟΠΛΙΣΤΩΝ έρευνα του Ιου της Κυριακης το 2010

Αχ, θάλασσά μου, σκοτεινή...
Πάρε τα λεφτά και πρόσω ολοταχώς
...

Στο απυρόβλητο της φορολόγησης οι έλληνες εφοπλιστές με τις σημαίες ευκαιρίας, με τις ναυτιλιακές offshore, με τα πολλαπλά γραφεία ανά τον κόσμο, με τις μηδενικές εισφορές στο ΝΑΤ. Ολα αυτά είναι νόμιμα. Οσο για ηθικά; Ποιος νοιάζεται!

Η ειδική προστασία των εφοπλιστών

Ο πρόεδρος της Ενωσης Εφοπλιστών κ. Θ. Βενιάμης δεν έβγαλε ανακοίνωση για τον ελεγχόμενο ως φοροφυγάδα συνάδελφό του και η υπόθεση θα πάρει κι αυτή -όπως όλες- το μακροχρόνιο (μέχρι και 15ετή) δρόμο της ελληνικής Δικαιοσύνης. Το σημαντικό όμως στην ιστορία δεν είναι το γεγονός της απόκρυψης των 120 αγορών ακινήτων του εφοπλιστή. Το ακατανόητο είναι το πώς βρέθηκαν αυτά τα αστρονομικά ποσά για αγορές στα χέρια του και από πού προκύπτουν τα θηριώδη υπερκέρδη των εταιρειών του; Μην πάει μόνο στο κακό ο νους σας, διότι όλα αυτά μπορεί να είναι νόμιμα.

Το ίδιο ισχύει για όλο το εφοπλιστικό κεφάλαιο με τις πολλές ξένες και τις λιγοστές ελληνικές σημαίες του στόλου του. Από τη «χρυσή» δεκαετία του '60 μέχρι και τις μέρες Παπακωνσταντίνου, ο μόνος απόλυτα προστατευμένος από φορολόγηση κλάδος στην Ελλάδα είναι ο εφοπλιστικός.

Σε κάθε κρατικό προϋπολογισμό αντιγράφονται μονότονα -ή και συμπληρώνονται- οι 56 διατάξεις με τις φορολογικές απαλλαγές των εφοπλιστών. Είναι πρακτικά αδύνατον σήμερα να εντοπιστεί διαφορά μεταξύ του φορολογικού παραδείσου των σημαιών ευκαιρίας και της ελληνικής.

Τα ειδικευμένα ναυτιλιακά περιοδικά μέχρι και τις αρχές του 2009 μιλούσαν για πρωτοφανή συσσώρευση κερδών των εφοπλιστών, οι οποίοι έφταναν να χρηματοδοτούν πλέον μόνοι τους τα νέα καράβια που έχτιζαν, να διπλασιάζουν σε 3-5 χρόνια το στόλο τους, και τέλος να στρέφονται για τοποθετήσεις κεφαλαίων σε γη, ακίνητα, τουρισμό και φυσικά σε ΜΜΕ.

Οσοι λοιπόν ψάχνουν να βρουν αποκλειστικά και μόνο στους φοροφυγάδες τα διαφυγόντα έσοδα του ελληνικού κράτους, ας κάνουν τον κόπο να διαβάσουν τις διατάξεις με τις φοροαπαλλαγές των ναυτιλιακών επιχειρήσεων στον κρατικό προϋπολογισμό.

Οι εφοπλιστές και τα πλοία τους απλώς δεν φορολογούνται ή ακόμα καλύτερα απαλλάσσονται πλήρως από τους φόρους, ενώ ο συντάκτης του προϋπολογισμού δεν μπαίνει καν στον κόπο να συμπληρώσει την ειδική στήλη με τον υπολογισμό των χαμένων κρατικών εσόδων από αυτές τις απαλλαγές.

Οσο για το προσφιλές επιχείρημα της φοροαπαλλαγής με στόχο την υιοθέτηση ελληνικής σημαίας και άρα και ελληνικών πληρωμάτων, είναι τόσο έωλο όσο και ο κύριος υπερασπιστής του που δεν είναι άλλος από τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ. «Εχουμε μια μεγάλη άνθηση της ναυτιλίας», έλεγε στη Βουλή ο κ. Καρατζαφέρης. «Ερχεται η Νορβηγία και η Αγγλία και βάζει φορολογία. Εσείς λοιπόν γιατί δεν τους μαζεύετε όλους εδώ; Απαλλάξτε τους από όλα. Η σκόνη να μείνει από το χρήμα, λέει ο Εβραίος [sic], όφελος είναι» (17.4.08). Πράγματι, μόνο η σκόνη μένει από το χρήμα αυτό στο κράτος! Τα λέει αυτά ο Καρατζαφέρης πιπιλίζοντας μαζί και την καραμέλα της απασχόλησης των ναυτικών, παρ' όλο που καλά γνωρίζει ότι αυτό είναι πλέον ένας βολικός μύθος. Οχι βέβαια ότι απέχουν στην ουσία από τις απόψεις αυτές και τα δύο μεγάλα κόμματα, αφού στην πράξη αυτό ακριβώς κάνουν.

Ο προϋπολογισμός αποκαλύπτει

Με το ίδιο ακριβώς επιχείρημα λοιπόν θα μπορούσαν να απαλλάσσονται από τη φορολογική κλίμακα και οι βιομηχανίες, οι βιοτεχνίες ακόμα και τα ψιλικατζίδικα αν απασχολούν έλληνες εργαζόμενους. Η σημερινή τραγική όμως πραγματικότητα των ελλήνων ναυτικών και η μείωση των θέσεων εργασίας δεν οφείλονται στην ανά τον κόσμο ύπαρξη αλλοδαπών αλλά στην αχαλίνωτη κερδοφορία των εφοπλιστών, εις βάρος τόσο του ελληνικού κράτους όσο και όλων των ναυτικών.

Από το 2004 μέχρι το 2006 το ποσοστό μείωσης των ελλήνων ναυτικών σε ελληνόκτητα πλοία ελληνικής ή ξένης σημαίας ήταν 9,5%, ενώ η αύξηση σε αλλοδαπούς αντίστοιχα δεν ξεπερνούσε το 0,4% («Εθνος», ειδική έκδοση Ιούνιος 2008).

Ας δούμε όμως και το φετινό ζόρικο ελληνικό προϋπολογισμό της κρίσης, της αύξησης των φόρων απ' τη μια (για τον κάθε πολίτη) και των 56 φοροαπαλλαγών απ' την άλλη (για τους Ρέστη, Κωσταντακόπουλο, Αγγελόπουλο, Λύρα, Προκοπίου, Λασκαρίδη, Τσάκο και λοιπούς εφοπλιστές του Σίτι και του Πειραιά, του Παναμά και της Μάλτας, της Κίνας και της Κύπρου). Οι κατά καιρούς προβολές όλων των εφοπλιστών στα σαλόνια των εφημερίδων, πάντα με το πρόθεμα «πανούργος», «καπάτσος», «αυτοδημιούργητος», τώρα γίνονται κατανοητές. Διότι με το διαχρονικά ασύλληπτο καθεστώς του τρόπου φορολόγησής τους, με την πλήρη απαλλαγή και την εισφοροδιαφυγή τους από τα ταμεία των εργαζομένων, με συνθήκες σχεδόν απόλυτης ατιμωρησίας στις ρυπάνσεις, στα ναυτικά δυστυχήματα αλλά ακόμα και σε παράνομα φορτία παρ' όλες τις κοινοτικές (ανεφάρμοστες) οδηγίες και τέλος με τα παρακάλια των πολιτικών και των ΜΜΕ που τώρα τους ανήκουν και τυπικά, θα πρέπει να είναι διανοητικά καθυστερημένος ο εφοπλιστής που δεν θα έχει τεράστια κέρδη.

Οι φοροαπαλλαγές αφορούν αφ' ενός στα ίδια τα πλοία και αφ' ετέρου στους δικαιούχους (δηλαδή πλοιοκτήτες, ναυτιλιακές επιχειρήσεις κ.λπ.).

Τα πλοία χωρίζονται, σύμφωνα με τον νόμο Ν. 27/1975 (βλ. παρακάτω), σε δύο κατηγορίες. Την κατηγορία Α, στην οποία ανήκουν τα μηχανοκίνητα φορτηγά πλοία, δεξαμενόπλοια, πλοία ψυγεία χωρητικότητας 3.000 κόρων, σιδηρά φορτηγά πλοία ξηρού και υγρού φορτίου, πλοία ψυγεία άνω των 500 και 3.000 κόρων με πλόες στα λιμάνια του εξωτερικού, επιβατηγά πλοία με πλόες σε λιμάνια εξωτερικού και επιβατηγά πλοία ολικής χωρητικότητας άνω των 500 κόρων που τουλάχιστον επί εξάμηνο έκαναν πλόες μεταξύ λιμανιών του εσωτερικού ή εσωτερικού και εξωτερικού ή μόνο εξωτερικού, για αναψυχή των επιβατών (περιηγητικά ή κρουαζιερόπλοια) και την κατηγορία Β στην οποία ανήκουν τα λοιπά μηχανοκίνητα πλοία, ιστιοφόρα και πλοιάρια γενικώς.

Τα κέρδη των πλοίων απαλλάσσονται πλήρως:

1. Από οποιοδήποτε φόρο εισοδήματος.

2. Από κάθε φορολογία ή υπεραξία που μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε από την πώληση πλοίου, είτε από την είσπραξη ασφαλιστικής αποζημίωσης είτε από άλλη αιτία.

3. Από τον φόρο εισοδήματος (των καθαρών κερδών) ή μερισμάτων κάθε ημεδαπής ή αλλοδαπής εταιρείας, που εκτός από τα πλοία έχει κι άλλες εκμεταλλεύσεις.

Απαλλάσσονται από φόρο τα πλοία:

4.Κατηγορίας Α που ναυπηγούνται στην Ελλάδα.

5. Κατηγορίας Α που υφίστανται επισκευές και οι δαπάνες καλύπτονται με εισαγωγή συναλλάγματος (μέχρι 50%).

6. Κατηγορίας Β (κατά 2/3) τα νεότερα των 20 ετών και τα 10-15 ετών (τα νηολογημένα σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους).

7. Κατηγορίας Β' καθώς και φορτηγά ηλικίας κάτω των 10 ετών.

8. Φορτηγά κάτω των 30 ετών.

9. Κατηγορίας Β που ναυπηγήθηκαν στην Ελλάδα.

10. Κατηγορίας Α μικρότερα των 10 ετών.

11. Ολα τα κατηγορίας Α που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ ελληνικών και ξένων λιμανιών αλλά και όλα που ναυπηγήθηκαν στην Ελλάδα.

Απαλλάσσονται επίσης:

12. Από κάθε φόρο, τέλος ή εισφορά ή κρατήσεις υπέρ του Δημοσίου ή κάποιου τρίτου το εισόδημα που αποκτάται από γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων που εγκαθίστανται στην Ελλάδα.

13. Το ίδιο ισχύει και για εισόδημα που δημιουργείται από εκμετάλλευση πλοίων και στο εξωτερικό και μάλιστα την απαλλαγή απολαμβάνουν και όλοι οι συνέταιροι και οι μέτοχοι.

14. Από κάθε τέλος και τα έγγραφα που συντάσσονται για την εφαρμογή του ισχύοντος από το 1975 νόμου.

15. Από το φόρο κύκλου εργασιών και από τα τέλη κυκλοφορίας τα τουριστικά επαγγελματικά πλοία ή πλοιάρια και οι βενζινάκατοι επαγγελματικής ή ιδιωτικής χρήσης.

16. Από κάθε φόρο ή τέλος ή εισφορά το εισόδημα που αποκτάται από εταιρείες χαρτοφυλακίου που κατέχουν αποκλειστικά μετοχές ελληνικών πλοιοκτητριών υπό ελληνική σημαία. Ακόμα και τα έγγραφα που συντάσσονται για τη διανομή κερδών, τα δάνεια και τις καταθέσεις, οι εγγραφές και τα δικαιολογητικά απαλλάσσονται από όλα τα παράβολα. Στο σημείο αυτό ας θυμηθούμε όλοι τα παράβολα που πληρώνουμε για ένα απλό παπάκι ή τα παράβολα που πληρώνει ο μετανάστης για μια άδεια παραμονής.

Μειώνεται ο φόρος:

17. Στα πλοία Α και Β κατηγορίας που αργούν λόγω ελλείψεως εργασίας ή επισκευών ή άλλης αιτίας.

18. Κατά 50% σε πλοία και κρουαζιερόπλοια Α και Β κατηγορίας.

19. Κατά 60% σε επιβατικά πλοία, μηχανοκίνητα και ιστιοφόρα.

20. Κατά 75% στα αλιευτικά πλοία.

21. Κατά 50% στα Β κατηγορίας πλοία 10-20 ετών.

Ως αιτιολογία αυτών -αλλά και των υπολοίπων 35 φοροαπαλλαγών που λόγω χώρου παραλείψαμε- αναφέρονται η ενίσχυση της ναυτιλίας, η ανάπτυξη, τα κίνητρα για εισροή συναλλάγματος και άλλες ευγενείς προθέσεις. Πουθενά στην ειδική στήλη δεν εμφανίζεται το κόστος σε χαμένα κρατικά έσοδα, ενώ οι διάρκειες αυτών των φοροαπαλλαγών είναι κατά τεκμήριο απεριόριστες. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε εδώ τι παραπάνω προσφέρουν οι φορολογικοί παράδεισοι του Παναμά ή του Αγ. Βικέντιου στους έλληνες εφοπλιστές που, προκειμένου να μην πληρώσουν ούτε καν σε 5 έλληνες ναυτικούς ένα μισθό, «ξενιτεύονται» σπέρνοντας τον ελληνικό πολιτισμό της απληστίας στα πέρατα του κόσμου.

Ο προϋπολογισμός ασχολείται και με την φοροαπαλλαγή των δικαιούχων (πλοιοκτητών, ναυτιλιακών επιχειρήσεων κ.λπ.) σε 12 επιπλέον σελίδες.

Ενδεικτικά:

*100% φοροαπαλλαγή επενδύσεων ναυπήγησης και επισκευής παραδοσιακών σκαφών για επενδύσεις πάνω από 150.000 ευρώ.

*Απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος το εισόδημα που αποκτάται από εταιρεία επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία, καθώς και το εισόδημα των κατόχων μερισμάτων.

*Με τον ίδιο τρόπο απαλλάσσονται και οι ημεδαπές επιχειρήσεις με αντίστοιχο αντικείμενο εργασιών ή υπηρεσιών.

*Απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος και τα κέρδη από την εκμετάλλευση ιδιόκτητων πλοίων με ελληνική σημαία.

*Απαλλάσσεται από φόρους και η υπεραξία λόγω εκποίησης, αποζημίωσης ασφαλιστικής ή άλλη αιτία.

*Απαλλάσσονται ακόμα και τα δάνεια αλλά και οι καταθέσεις των μετόχων.

*Απαλλάσσονται και οι αλλοδαπές εταιρείες αν εγκατασταθούν ή ιδρύσουν υποκαταστήματα στην Ελλάδα.

*Απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος τα κέρδη αλλά και τα μερίσματα που διανέμει εταιρεία που έχει υπαχθεί στο Ν.27 και διαχειρίζεται πλοία με ελληνική ή ξένη σημαία!

Για την ενίσχυση της ναυτιλίας κι αυτά! Αρκεί ένα δυάρι ξένης ναυτιλιακής εταιρείας νοικιασμένο στον Πειραιά και τέρμα η φορολογία. Το ίδιο και πολλαπλάσιο ισχύει και για τα ανακαινισμένα πειραιώτικα νεοκλασικά των ελλήνων εφοπλιστών, που μπορεί μέχρι και επιδοτήσεις να πήραν για την ανακαίνιση.

Ακόμα και από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης απαλλάσσονται με διατάξεις του προϋπολογισμού και οι πλοιοκτήτες, για να αγοράζουν φτηνό ουίσκι και πούρα.

Σκανδαλώδης, τέλος, είναι η απαλλαγή τους από ΦΠΑ των αγορών στην Ελλάδα προϊόντων που προορίζονται για τις τροφοδοσίες στα πλοία τους. Υπάρχουν καταγγελίες ότι ακόμα και τα πάγια έξοδα των γραφείων τους «φορτώνονται» στα απαλλαγμένα από ΦΠΑ έξοδα των πλοίων.

Τελικά, «χρωστάει» και ο Παπανδρέου

56 φοροαπαλλαγές λοιπόν για τους έλληνες εφοπλιστές με τα υπέρογκα κέρδη, την ώρα που το «ταλαίπωρο» το ΣΔΟΕ ψάχνει τους φοροφυγάδες.

Κι όμως, πριν από ένα μόνο χρόνο στη Βουλή (5.5.09), κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη φορολογία εισοδήματος κλπ., δεν ήταν μόνο το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ που εξέφρασαν τις έντονες διαφωνίες τους. Η σημερινή υπουργός Λούκα Κατσέλη ρωτούσε κι αυτή: «Ποια είναι η αρχή, η κεντρική ιδέα του νομοθέτη που διέπει αυτό το φορολογικό νομοσχέδιο την οποία καλούμεθα σήμερα να υποστηρίξουμε; Η απάντηση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ξεκάθαρα αρνητική, γιατί στα σαράντα άρθρα και τις τρεις τροπολογίες, οι περισσότερες ρυθμίσεις μειώνουν επιλεκτικά, αντί να αυξάνουν, τα φορολογικά έσοδα.[...] Απαλλάσσονται από το Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίου συμπλοιοκτησίες, ναυτιλιακές κοινοπραξίες και κάθε μορφής ναυτιλιακές επιχειρήσεις».

Οσο για τον Χρήστο Παπουτσή, λάβρος επετέθη κατά της κυβέρνησης μέσα στη Βουλή (15.7.09) κατά τη «νυχτερινή» τροπολογία του αρ. 24 του Ν. 3763/2009 που καταργούσε το πρόσφατο μέτρο φορολόγησης των εφοπλιστών, λέγοντας: «Εν μέσω της οικονομικής κρίσης, εν μέσω των προσπαθειών, υποτίθεται, της κυβέρνησης, για να διευκολύνει και να ενισχύσει τα έσοδα του κράτους, τη στιγμή που φορολογείται ό,τι κινείται στην ελληνική γη, στην ελληνική επικράτεια και στον ελληνικό εναέριο χώρο, την ώρα που φορολογούνται από πλεούμενα σκάφη αναψυχής μέχρι τα καρτοκινητά των παιδιών, των μεταναστών και των ηλικιωμένων ανθρώπων, την ίδια στιγμή έρχεται η κυβέρνηση εκ του πονηρού, με τροπολογία στο νομοσχέδιο για τα καρτοκινητά και περνάει διάταξη με την οποία απαλλάσσεται η ναυτιλία». Αυτά τότε!

Δίκαια τέλος θ' αγανακτήσουν τα παιδιά του κάθε φορολογούμενου Ελληνα μαθαίνοντας ότι, ενώ όταν ο δικός τους πατέρας πεθάνει θα κληθούν να πληρώσουν φόρο κληρονομιάς, αυτό δεν ισχύει για τους κληρονόμους των εφοπλιστών: «Απαλλάσσονται από το φόρο κληρονομιάς πλοία χωρητικότητας άνω των 1.500 κόρων, μερίδια πλοίων, μετοχές ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών που είναι πλοιοκτήτριες τέτοιων πλοίων».

Το ίδιο ακριβώς καθεστώς ισχύει και για τις μεταβιβάσεις ή εκποιήσεις επιβατικών πλοίων και πλοίων που είναι πάνω από 500 και μέχρι 3.000 κόρους, με μόνη προϋπόθεση τα πλοία την πρώτη (μόνο) φορά να τίθενται υπό ελληνική σημαία. Ο νέος ιδιοκτήτης καλείται να πληρώσει μόνο το χαρτόσημο. Φυσικά, και πάλι η στήλη με το κόστος απωλειών για το Δημόσιο δεν είναι συμπληρωμένη.

Τέλος, η μία και μόνη διάταξη του περίφημου Ν. 27/1975 για τη φορολόγηση των πλοίων (6 σειρές) δίνει την εικόνα του τι πληρώνει ο έλληνας εφοπλιστής της ελληνικής σημαίας. Η φορολόγηση γίνεται με βάση ένα συντελεστή και πάντα σε τιμές δολαρίου. Σε ένα πλοίο 10.000-19.000 κόρων, για παράδειγμα, ο συντελεστής είναι 1 δολάριο ανά κόρο και αναλόγως με την ηλικία του πλοίου προσαυξάνεται με άλλον ένα συντελεστή. Π.χ. για πλοίο ηλικίας 5-9 ετών, ο συντελεστής είναι 0,95 του δολαρίου. Με δυο λόγια, ο εφοπλιστής με την ελληνική σημαία πληρώνει για το συγκεκριμένο πλοίο 9.500 δολάρια το χρόνο φόρο στο ελληνικό κράτος όταν τα έσοδά του, αν ναυλώνεται όλο το χρόνο, μπορεί φτάνουν και τα 60 εκατ. δολάρια. Αν υπολογίσουμε ότι ένας και μόνο έλληνας εφοπλιστής έχει για παράδειγμα μέχρι και 40 δεξαμενόπλοια, από τα οποία πάνω από τα μισά έχουν ξένες σημαίες, τότε πράγματι είναι απορίας άξιο αν υπάρχει ακόμα οτιδήποτε στην Ελλάδα που να μην τους ανήκει.

Ναυτικοί στα αζήτητα

Για να τελειώνουμε με το παραμύθι της απασχόλησης των ελλήνων ναυτικών, για «χάρη» των οποίων από τη δεκαετία του '60 απαλλάσσονται από τη φορολογία οι εφοπλιστές, ας δούμε και μερικά στοιχεία.

Οπως μας πληροφόρησε ο Γιώργος Δαούσης (πρόεδρος του Συλλόγου Υπαλλήλων ΝΑΤ), ενώ έχουν καταργηθεί σχεδόν όλοι οι περιορισμοί, η σημαία ευκαιρίας είναι η κύρια προτίμηση των εφοπλιστών για να γλιτώνουν και τα λίγα παραπάνω ευρώ που θα κατέβαλλαν στους έλληνες ναυτικούς. Κι αυτό γίνεται ενώ οι συνθέσεις για τα ελληνικής σημαίας πλοία έχουν περιορίσει σε 5-7 άτομα τους απαραίτητους έλληνες ναυτικούς, των οποίων μάλιστα τις εισφορές στο ταμείο (ΝΑΤ) πληρώνει εξ ολοκλήρου το κράτος. Στην πράξη δε, οι εφοπλιστές κρατάνε Ελληνες μόνο τον πλοίαρχο και τον πρώτο μηχανικό κι αυτό επειδή τους έχουν (ακόμα) μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Τα μόνα πλοία που εισφέρουν στο ΝΑΤ είναι τα ακτοπλοϊκά, τα οποία βέβαια παίρνουν και γενναίες επιδοτήσεις που συνεχώς αυξάνονται ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται και τα -απελευθερωμένα πλέον- ναύλα. Τα ακτοπλοϊκά χρωστούσαν στο ΝΑΤ πάνω από 61 εκ. το 2008, ενώ με το «κλείσιμο» της ΔΑΝΕ, της ΝΕΛ και του Αγούδημου τα χρέη αυτά έχουν πολλαπλασιαστεί. Τα κρουαζιερόπλοια ελληνικής σημαίας έπρεπε επίσης να εισφέρουν στο ΝΑΤ, αλλά χρόνο με το χρόνο αλλάζουν κι αυτά σημαία, ενώ χρωστούν ακόμα τις εισφορές τους. Τα 4 ελληνικής σημαίας πλοία του Λούη, που στο μεταξύ αλλάζουν «εθνικότητα», χρωστάνε εισφορές τριών χρόνων. Από τα ελληνόκτητα 5.000 ποντοπόρα πλοία μόνο 800 απομένουν με ελληνική σημαία και συνεχώς μειώνονται. Πάντοτε, τέλος, κρατάνε έναν αριθμό πλοίων με ελληνική σημαία για διάφορους δικούς τους λόγους (π.χ. τα ναυλοσύμφωνα) και φυσικά όχι για να βοηθήσουν τη μητέρα πατρίδα.

Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν μόνο 19.000 έλληνες εν ενεργεία ναυτικοί, ενώ το 2008 ήταν 35.000 και το 1980 100.000. Οι συνταξιούχοι είναι 70.000. Το δε ελληνικό κράτος επιδοτεί πλέον το ΝΑΤ με 1,1 δισ. ετησίως. Το γραφείο ευρέσεως εργασίας ναυτικών υπάρχει για τους έλληνες ναυτικούς μόνο σαν ανέκδοτο.

Προς τι, λοιπόν, τα παρακάλια των υπουργών Εμπορικής Ναυτιλίας και Οικονομικών στο εφοπλιστικό λόμπι; Κι αν ο πρωθυπουργός στην αρχή, όταν «δεν χρωστούσε» ακόμη σε κανέναν, κατάργησε το αμαρτωλό «υπουργείο της παναμέζικης σημαίας», εν τούτοις ήδη έκανε ένα βήμα πίσω, εκχωρώντας τις αρμοδιότητες της ποντοπόρας ναυτιλίας στον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Απόφαση που η Ενωση Ελλήνων Εφοπλιστών χαιρέτησε «σαν την πρώτη νίκη στη μάχη που δεν έχει ακόμα τελειώσει» (περιοδικό «Εφοπλιστής», 5/2010).

Κροίσοι στην κρίση

Με αφορμή λοιπόν την νόμιμη, πλην όμως σκανδαλώδη, φοροαπαλλαγή μην ξεχνάμε το πώς οι φτηνές εγκαταστάσεις της Κίνας και της Σαγκάης με τους γιγάντιους ρυθμούς παραγωγής προσέλκυσαν τους «φορτωμένους» έλληνες εφοπλιστές που ήθελαν γρήγορα πολλά νέα πλοία.

Αλλωστε όλο το πάρε δώσε με την Κίνα προέρχεται από τις «ανταλλαγές» με τους έλληνες εφοπλιστές, που βαφτίζουν τα πλοία τους ακόμα και με κινεζικά ονόματα. Ολοι θα θυμούνται την πρώτη εμφάνιση του κάπτεν Γουέι στην Ελλάδα, με αρχικό στόχο τον κερδοφόρο ΟΛΠ και με τη μεσολάβηση του καραμανλικού εφοπλιστή Κωσταντακόπουλου. Μεγάλες εφοπλιστικές εταιρείες εκτός από το χτίσιμο έχουν ειδικευτεί και στην (κερδοφόρα) διάλυση πλοίων όπως π.χ. η Dynacom. Από έρευνες της Greenpeace (2003) προέκυψε ότι η εταιρεία αυτή μαζί με άλλες 6 ελληνόκτητες εταιρείες ανήκουν στις 10 πιο ρυπογόνες εταιρείες του πλανήτη. «Η Greenpeace επανειλημμένα ζήτησε από τη Dynacom (όπως κι από τις άλλες εταιρείες) να αλλάξει πολιτική. Η Dynacom έστειλε τότε για διάλυση 19 πλοία στον τρίτο κόσμο (οι συνθήκες εργασίας στα διαλυτήρια είναι πέρα από τα όρια της φαντασίας) κερδίζοντας 58 εκατ. δολάρια» (περ. Γαλέρα 6/7/2006).

1.200 ναυτιλιακές εταιρείες εδρεύουν στον Πειραιά μόνο για τα ποντοπόρα πλοία και πάνω από 2.500 για παντός τύπου, καθώς και πάνω από 700 εταιρείες θαλάσσιου τουρισμού. Ολες απαλλαγμένες από φορολογία με το χέρι του νόμου.

Σε ειδική έκδοση της εφημερίδας «Εθνος», τον Ιούνιο του 2008, εκτός από τις 9 φωτογραφίες του τότε υπουργού Ναυτιλίας Γ. Βουλγαράκη υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως ότι «έκλεισαν οι πύλες του λονδρέζικου φορολογικού παράδεισου στους αλλοδαπούς εκατομμυριούχους και άνοιξε πλέον ο δρόμος της φυγής των ελλήνων εφοπλιστών με προορισμό τον Πειραιά». Φυσικά, οι έλληνες εφοπλιστές ήδη διατηρούσαν γραφεία και στον Πειραιά και βέβαια δεν έφυγαν από το Σίτι. Εξάλλου εκείνοι ξέρουν καλύτερα από όλους τι τους συμφέρει να κάνουν στη κάθε χώρα και με την κάθε σημαία. «Στη βαλίτσα που μετέφερε ο υπ. Ναυτιλίας Γ. Βουλγαράκης στο ταξίδι του στο Λονδίνο προσπάθησε να χωρέσει όσα περισσότερα κίνητρα μπορούσε προκειμένου να δελεάσει την ελληνική ναυτιλιακή κοινότητα του Σίτι», έγραφε σε άρθρο του ο Κ. Νάνος, συνεχίζοντας: «Μέτρα περαιτέρω ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής σημαίας, αλλά και επιπλέον φοροαπαλλαγές, όπως η άρση του μέτρου για τη φορολόγηση των ακινήτων των offshore εταιρειών, τέθηκαν μεταξύ άλλων στο τραπέζι των συζητήσεων». Αλλά και ο τ. υπουργός Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφης «είχε σπεύσει τότε να απαντήσει καταφατικά στο αίτημα των εφοπλιστών να μη θιγεί η ναυτιλία από την οδηγία της Ε.Ε. που αφορά στη συγκέντρωση του φόρου κεφαλαίων».

*49 δισ. δολάρια επενδύθηκαν το 2008 για νέα πλοία (στο εξωτερικό), ενώ οι παραγγελίες των ελλήνων εφοπλιστών σε επίπεδο χωρητικότητας ξεπέρασαν το 50% της συνολικής χωρητικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο.

*67 δισ. δολάρια ήταν τα δάνεια των ελλήνων εφοπλιστών το 2008, κατά κύριο λόγο σε ξένες τράπεζες. Σε ελληνικές τράπεζες το 2007 εκταμιεύτηκαν σε δάνεια 3,4 περίπου δισ. δολάρια. Τα διάφορα προϊόντα αντιστάθμισης (swaps) ανήλθαν την ίδια χρονιά στα 13 δισ. δολάρια.

*Οι σημαίες 48 κρατών υψώνονται στα ένδοξα ελληνόκτητα πλοία.

Για να καταλάβουμε τον δείκτη των ναυλαγορών, αρκεί να πάρουμε για παράδειγμα τον δείκτη ναύλωσης των φορτηγών πλοίων που μεταφέρουν ξηρά φορτία και είναι χωρητικότητας από 90.000 έως 120.000 τόνους. Με βάση τον δείκτη που καθορίζεται από τη διαφορά προσφορά και ζήτησης, αυτό το πλοίο θα ναυλωθεί κοντά στα 160.000 δολάρια την ημέρα. Το κόστος λειτουργίας συν το κόστος του κεφαλαίου που απαιτήθηκε για να χτιστεί το πλοίο (π.χ. το 2002) δεν ξεπερνάει τα 40.000 ευρώ την ημέρα. Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης ενός τέτοιου πλοίου έχει καθαρό κέρδος της τάξης των 70.000 με 80.000 δολαρίων την ημέρα, για όσες μέρες το πλοίο αυτό είναι ναυλωμένο (ειδική έκδοση των «Νέων», 31.5.08). Αν αναλογιστούμε πόσα δεκάδες ή και εκατοντάδες εμπορικά πλοία με διάφορες σημαίες έχουν οι έλληνες εφοπλιστές, προσεγγίζουμε και τα ποσά που συσσωρεύουν με τα ναύλα - και όλα αφορολόγητα.

Ολες οι ναυτιλιακές ειδήσεις κι αναλύσεις τονίζουν πως η μεγάλη συσσώρευση κερδών των τελευταίων χρόνων θα επιτρέψει στο εφοπλιστικό κεφάλαιο να ξεπεράσει την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Βοηθούντος βέβαια και του πρόθυμου ελληνικού κράτους.

Διαβάστε

Γιάννης Μηλιός

«Η Οικονομική κρίση και η απάντηση της Αριστεράς» http://eos-anadimosieyseis.blog spot.com/2010/04/blog-post.html

Η εξαιρετικά διαφωτιστική εισήγηση του καθηγητή Γιάννη Μηλιού στη συζήτηση που οργάνωσε το «Δίκτυο Ανέντακτων Σύριζα Αιγάλεω» την Τετάρτη 28 Απριλίου με ομιλητές τον ίδιο και τον Αλέκο Αλαβάνο. Μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Μηλιός επισημαίνει: «Το κύριο πρόβλημα του κρατικού προϋπολογισμού και η κατάρρευση των κρατικών εσόδων οφείλονται πρωτίστως στις νόμιμες φοροαπαλλαγές και δευτερευόντως στη σκοπούμενη φοροδιαφυγή. Ειδικά το 'ελληνικό επίτευγμα' του εφοπλισμού, που κατατάσσει τη μικρή Ελλάδα στο 16% της παγκόσμιας ναυτιλίας και σε ορισμένες κατηγορίες πλοίων σε πάνω από το 20%, αποδίδει σήμερα στον κρατικό προϋπολογισμό λιγότερο από όσα αποδίδουν τα παράβολα που πληρώνουν οι αλλοδαποί εργαζόμενοι. [...] Ακόμα και την απαλλαγή από ΦΠΑ στις αγορές προϊόντων στην Ελλάδα απολαμβάνει το εφοπλιστικό κεφάλαιο, μαζί με τα ιδιωτικά νοσοκομεία, τα ιδιωτικά σχολεία και τα καζίνο, ενώ υπολογίζεται ότι μόνο αυτή η φοροαπαλλαγή αν καταργηθεί το κράτος θα είχε έσοδα πάνω από 5 δισ., όσα δηλαδή θα του αποφέρουν τα νέα μέτρα».

Επισκεφθείτε

http://www.mof-glk.gr/proypo logismos/2010/books/proyp/index.html

Η ιστοσελίδα του υπουργείου Οικονομικών με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2010. Οι φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών περιλαμβάνονται στον τόμο με τις φορολογικές δαπάνες.

http://nomothesia.ependyseis.gr

Το νομοθετικό πλαίσιο επενδύσεων όπως παρουσιάζεται από το υπουργείο Εξωτερικών περιλαμβάνει το νόμο 27/1975 και το υπόλοιπο νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει για τη ναυτιλία.

ΤΟ ΧΡΕΟΣ, ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ του Κώστα Καλλωνιάτη sosialistikiekfrasi.gr

Η ΓΕΝΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξε τόσο γενικευμένη κρίση (οικονομική, ενεργειακή, διατροφική, κοινωνική, περιβαλλοντική, ψυχολογική, πολιτική). Ποτέ στην ιστορία του καπιταλισμού οι αντιφάσεις και οι ανισορροπίες του συστήματος δεν οξύνθηκαν τόσο πολύ σε πλανητικό επίπεδο. Ποτέ άλλοτε το δίλημμα δεν ήταν όχι «σοσιαλισμός ή καπιταλισμός», ούτε «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», αλλά «σοσιαλισμός ή αφανισμός»! Καμία διάθεση σκόπιμης και τεχνητής δραματοποίησης της κατάστασης του ανθρώπινου πολιτισμού. Με την παγκοσμιοποίηση και τη κρίση της, όλες οι παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος (άναρχη ανάπτυξη και αστικοποίηση, κοινωνικές ανισότητες και φτώχεια, εργασιακός ανταγωνισμός και κλιμακούμενη ανεργία, ένοπλες συγκρούσεις και εγκληματική βία, πυρηνικά εργοστάσια και εξοπλισμοί, περιβαλλοντική καταστροφή και κλιματική αλλαγή, εξάντληση και διάβρωση φυσικών πόρων, δημογραφική επέκταση και μεταναστευτικά ρεύματα, ατομική αποξένωση και ψυχολογική κατάθλιψη) πήραν πλανητικές διαστάσεις απειλώντας τη ζωή με Αρμαγεδδώνα. Στον 21ο αιώνα διακυβεύεται η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη. Και από τη στάση του κινήματος των εργαζομένων θα εξαρτηθεί η έκβαση του αγώνα να υπάρξει μέλλον για την ανθρωπότητα.

Στους πιο οξυδερκείς παρατηρητές των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων και της ταξικής πάλης πρέπει να έχει γίνει αντιληπτό πλέον ότι η κρίση στην οποία τυπικά εισήλθε η παγκόσμια οικονομία το 2008 με τη χρηματοπιστωτική της μορφή (σε ΗΠΑ, Βρετανία, ΕΕ) για να μεταφερθεί ακολούθως στο δημοσιονομικό σκέλος της (σ’ όλη η Δύση) και να απλωθεί κοινωνικά και πολιτικά στη Β. Αφρική, Μ. Ανατολή και τον Ευρωπαϊκό ‘Νότο’, τείνει σήμερα να επιστρέψει δριμύτερη στον χρηματοπιστωτικό τομέα εν μέσω μίας νέας παγκόσμιας οικονομικής Ύφεσης χειρότερης από την επονομασθείσα Μεγάλη Ύφεση του μεσοπολέμου έναν αιώνα περίπου πριν. Εφεξής στην ατζέντα της ιστορίας θα είναι οι χρεοκοπίες, ο προστατευτισμός, οι νομισματικοί και εμπορικοί πόλεμοι, οι ένοπλες περιφερειακές συγκρούσεις, οι επαναστάσεις και οι αντεπαναστάσεις. Με ταχείς ρυθμούς στήνεται ένα σκηνικό επανάληψης της τραγωδίας του α’ μισού του 20ου αιώνα σε πολύ υψηλότερο – λόγω παγκοσμιοποίησης και επέκτασης εξοπλισμών – και μάλλον ολικά καταστροφικό επίπεδο.

Οι εκτιμήσεις αυτές για το που οδεύει ο Κόσμος αναδεικνύουν το τεράστιο ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης και του Σοσιαλιστικού κινήματος να οργανωθεί και να προσφέρει τις δικές του ταξικά αυτόνομες, κοινωνικά ενωτικές και πολιτικά επαναστατικές λύσεις στα χρόνια αδιέξοδα και τις καταστροφικές συγκρούσεις στις οποίες διολισθαίνει ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός πατώντας στα κεφάλια και τις πλάτες των εργαζομένων.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ «ΕΘΝΟΛΑΪΚΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΤΟΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ε.

Ο μεγάλος, ωστόσο, κίνδυνος – όπως η ιστορία έχει ήδη δείξει – για το εργατικό κίνημα που σήμερα αφυπνίζεται, διεκδικεί και αγωνίζεται διεθνώς, είναι να πέσει θύμα των σειρήνων του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Με συνέπεια, αντί να αξιοποιήσει τις συνθήκες παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου, η οποία έφερε πολύ κοντύτερα τους εργαζομένους των διαφόρων εθνικών οικονομιών και κρατών, για να συγκροτήσει πάνω στα κοινά προβλήματα, συμφέροντα και διεκδικήσεις ένα ταξικά ενιαίο και διεθνιστικά οργανωμένο σοσιαλιστικό κίνημα με κοινούς μεταβατικούς στόχους πάλης ικανούς να οδηγήσουν στην κοινωνική ρήξη και αλλαγή, να συστρατευθεί με το μικρομεσαίο αστικό κεφάλαιο σε μία προσπάθεια εθνικής οικονομικής αναδίπλωσης με ανάκτηση της ανεξαρτησίας και των μέσων οικονομικής πολιτικής του εθνικού κράτους και με στόχο τη προστασία της τοπικής οικονομίας και την αυτοδύναμη ανάπτυξή της.

Στην Ελλάδα, μάλιστα, στην οποία η οικονομική κρίση έχει φέρει τη χώρα σε μία άτυπη χρεοκοπία και στην οποία η μικροαστική κοινωνική σύνθεση είναι συγκριτικά εντονότερη, το ρεύμα του αριστερού εθνολαϊκισμού κερδίζει συνεχώς έδαφος εξαιτίας της πλήρους παράδοσης του ΠΑΣΟΚ στην νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης και της αδυναμίας της παραδοσιακής Αριστεράς να εκφέρει εναλλακτική λύση. Ο αριστερός εθνολαϊκισμός θεωρεί πως υπάρχει επιβολή νεοαποικιακού καθεστώτος στην χώρα από την ΕΕ και μιλάει για την ανάγκη «νέου ΕΑΜ», ενώ με αφορμή το αίτημα άρνησης και διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους θέτει ευθέως ζήτημα στάσης πληρωμών, εξόδου από την Ευρωζώνη και την ΕΕ με επιστροφή και υποτίμηση της δραχμής, κρατικοποίηση τραπεζών, έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων και εξωτερικού εμπορίου, φιλολαϊκή φορολογική και μισθολογική πολιτική, άσκηση προστατευτικής βιομηχανικής πολιτικής και νέες διακρατικές συνεργασίες με Κίνα, Ρωσία κλπ. Υπόσχεται, δηλαδή μία κεϋνσιανή πολιτική μετάβασης σε έναν εθνικά αυτόνομο κρατικό καπιταλισμό που θεωρεί ότι μπορεί με την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών υπέρ των δυνάμεων της εργασίας να οδηγήσει αργότερα και στον σοσιαλισμό.

Πρόκειται περί χίμαιρας όπως έχει καταδείξει η ιστορία των εθνικών και κοινωνικών επαναστάσεων όλου του 20ου αιώνα που περιορίσθηκαν και απομονώθηκαν στο πεδίο της εθνικής οικονομίας για να παλινδρομήσουν τελικά στον καπιταλισμό. Μίας χίμαιρας που, είτε συνειδητά είτε όχι, τείνει να αναπαράξει την σταλινική θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα», η οποία με τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό των μεταβατικών εργατικών κρατών που προέκυψαν και την τελική απορρόφησή τους από τον παγκόσμιο καπιταλισμό κατέστρεψε την διεθνιστική οργάνωση των σοσιαλιστικών δυνάμεων και δυσφήμισε την σοσιαλιστική ιδέα ως συνώνυμο του σταλινισμού. Εκεί που ο μαρξισμός θεωρούσε ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να αναπτυχθεί μόνον πάνω στη βάση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων από τον καπιταλισμό (βλ παγκοσμιοποίηση, διεθνής καταμερισμός εργασίας και περιφερειακή οργάνωση οικονομιών όπως η ΕΕ), οι νοσταλγοί της δραχμής παραπέμπουν σε μία αντιευρωπαϊκή λογική εθνικής ανοικοδόμησης με σοσιαλιστική υποτίθεται προοπτική. Η λογική τους είναι αντιευρωπαϊκή γιατί ακολουθώντας τον εθνικό δρόμο για την οικονομική ανάπτυξη (α’ στάδιο) και τον σοσιαλισμό (β’ στάδιο) διασπά τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης προσδένοντάς τις στα εθνικά κράτη, στην ουτοπία της αυτόνομης ανάπτυξης με προστατευτισμό, καθώς και στα συγκρουόμενα συμφέροντα κάθε εθνικής αστικής. Με άλλα λόγια φέρνοντας αντιμέτωπες τις επιμέρους εθνικές μερίδες του κεφαλαίου, οδηγεί σε σύγκρουση μεταξύ τους και τους εργαζόμενους κάθε χώρας. Σε αυτή την υλική βάση αναπτύσσεται ο εθνικισμός που αποτελεί την πρώτη ύλη του πολέμου. Προτάσσοντας την εθνική ανεξαρτησία, διαγράφεται έτσι ο εργατικός διεθνισμός.

Το πόσο εσφαλμένα εθνοκεντρική είναι η προσέγγιση των υποστηρικτών της εξόδου από την Ευρωζώνη μαρτυρά τόσο η εκ μέρους τους απόδοση της ελληνικής κρίσης (με τα ελλείμματα ανταγωνιστικότητας, εμπορίου, δημοσίου και την υπερχρέωση) πρωτίστως στην ‘αρχιτεκτονική του ευρώ’, όσο και αδυναμία κατανόησης ότι η κρίση του χρέους και οι πολιτικές λιτότητας της αστικής τάξης σαρώνουν, αν και με διαφορά χρόνου και έντασης, σήμερα όλα τα μήκη και πλάτη του αναπτυγμένου κόσμου. Σε μία περίοδο που οι ταξικές πολιτικές λιτότητας που άλλοτε υπαγόρευε το ΔΝΤ στις αναπτυσσόμενες προβληματικές οικονομίες (βλ μείωση ρόλου δημόσιου τομέα, περικοπές κοινωνικών δαπανών και ελλειμμάτων, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικές μεταρρυθμίσεις ευνοϊκές για το κεφάλαιο, απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων, εγκατάλειψη ουσιαστικών πλευρών κρατικής κυριαρχίας, κεφαλαιοποιητικά συστήματα συντάξεων κλπ) σήμερα γενικεύονται και εφαρμόζονται στον αναπτυγμένο κόσμο με κοινό θύμα τους εργαζόμενους, οι οπαδοί της «εξόδου από το ευρώ» δεν διακρίνουν τις τεράστιες ευκαιρίες κοινής δράσης της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης που διανοίγονται από τις αυθόρμητες κινητοποιήσεις της και παρά το εμπόδιο των συμβιβασμένων πολιτικών ηγεσιών τους. Αντ’ αυτού, ‘προσωποποιούν’ την αντίθεση με το κεφάλαιο και το αστικό κατεστημένο στο σύνολο των υπερεθνικών θεσμών με πρώτο το ευρώ και στρέφουν όλη την προσοχή τους στην πόρτα της εξόδου… προς το παρελθόν της εθνικής αστικής οικονομίας.

Σε μία περίοδο που η κρίση χρεών δεν οδηγεί μόνον στην μεγαλύτερη στην ιστορία αφαίμαξη πλούτου των εργαζόμενων μαζών από την χρηματοπιστωτική ολιγαρχία μέσω του μηχανισμού των χρεών, αλλά και στον κλονισμό της παγκόσμιας νομισματικής τάξης, της αμερικανικής ηγεμονίας και της αστικής νομιμότητας σε κάθε χώρα, η εκθεμελίωση της ισχύος του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού δεν περνά μέσω της ακύρωσης του χρέους μιας μικρής χώρας σαν την Ελλάδα, αλλά μέσω της διαγραφής των χρεών όλων των υπερχρεωμένων οικονομιών που σπεύδουν να τα φορτώσουν στις πλάτες των εργαζομένων τους. Γιατί η τρέχουσα κρίση του χρέους δεν αποτελεί ούτε ελληνικό, ούτε νοτιοευρωπαϊκό αποκλειστικά φαινόμενο, αφού πλήττει όλη την Ευρώπη και ακόμη περισσότερο τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Εξ ου και η σημασία της συλλογικής δημιουργίας νέων δικτυώσεων και συνασπισμών εργατικών συνδικάτων και πολιτικών φορέων-εκπροσώπων τους στη βάση της διεθνιστικής αλληλεγγύης Βορά-Νότου και Δύσης-Ανατολής.

Αντί να δαιμονοποιείται το ευρώ ως πηγή όλων των δεινών και η ορθή πρόταση ακύρωσης του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού χρέους να χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο μιας εθνικοκαπιταλιστικής φάσης ανάπτυξης (βλ ‘έξω από την Ευρώπη’ και προσφυγή στην εθνική αυτοδυναμία), η πρόταση διαγραφής της μεγάλης μάζας των χρεών θα έπρεπε να προβάλλεται ως πανευρωπαϊκό μεταβατικό αίτημα για την αγωνιστική συσπείρωση και διεκδίκηση μιας δημοκρατικά ενωμένης Ευρώπης εκ μέρους των εργαζομένων. Αντί να προβάλλονται με μηχανικό τρόπο τριτοκοσμικά αναλυτικά σχήματα διάκρισης της Ευρώπης σε Βορά-Νότο και Κέντρο-Περιφέρεια που υποκαθιστούν την εκμετάλλευση της εργατικής από την αστική τάξη με την εκμετάλλευση των φτωχότερων από τις πλουσιότερες χώρες, θα έπρεπε να αναδεικνύεται το κοινό πεδίο της ταξικής εκμετάλλευσης όλων των εργαζομένων τάξεων από το εθνικό και ευρωπαϊκό κεφάλαιο και να προβάλλεται η κοινή σοσιαλιστική προοπτική. Τέλος, και αυτό είναι το κυριότερο, αντί να οδηγείται η εργατική τάξη να επιλέξει ανάμεσα στο νεοφιλελεύθερο μνημόνιο του ευρωπαϊκού αστισμού και τον κεϋνσιανής έμπνευσης εθνικό κρατικοκαπιταλιστικό προστατευτισμό – δηλαδή μεταξύ δύο αστικών πολιτικών, ή σωστότερα μεταξύ μίας αστικής και μίας μικροαστικής πολιτικής – οφείλει να χαράξει την δική της ανεξάρτητη ταξική πολιτική μακριά από διλήμματα «μέσα ή έξω από το ευρώ» και «ελεύθερη ευρωπαϊκή αγορά ή εθνικός προστατευτισμός».

Το τελευταίο αυτό σκέλος αποτελεί και την πεμπτουσία της μαρξιστικής μεθόδου και αυτή ήταν η προσέγγιση από άποψη αρχής των Μαρξ-Ένγκελς και των λοιπών κλασσικών μαρξιστών στα προβλήματα που έθεσε η καπιταλιστική ανάπτυξη της εποχής τους, μέσα από τις εναλλαγές της ελευθερίας στο εμπόριο και της υιοθέτησης προστατευτικών μέτρων. Ας δούμε πως χειρίστηκαν τα περίπλοκα διλήμματα που έθετε η αστική πολιτική στον καιρό τους.

ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΜΠΟΡΙΟ, Ο ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

Όταν ο Βρετανικός καπιταλισμός ήταν η κυρίαρχη βιομηχανική δύναμη στην παγκόσμια οικονομία και το ελεύθερο εμπόριο είχε μόλις γίνει η εμπορική πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης, οι Μαρξ και Ένγκελς πρώτοι έγραψαν για αυτό τη δεκαετία του 1840.
Στην Αγγλία οι «νόμοι του καλαμποκιού» που είχαν διατηρήσει την τιμή των τροφίμων υψηλή (και τους γαιοκτήμονες πλούσιους) καταργήθηκαν το 1846, προκαλώντας μεγάλη διεθνή συζήτηση για το θέμα του ελεύθερου εμπορίου. Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς δημοσίευσαν άρθρα και έδωσαν ομιλίες σχετικά με το ζήτημα.
Η πρώτη καινοτομία που έκαναν ήταν να αρνηθούν να δεσμευτούν από το δίλημμα: ελεύθερο εμπόριο ή προστατευτισμός. Ήδη από το 1845, ο Ένγκελς έγραφε στον Julius Campe: “Δεν έχουμε την πρόθεση να υπερασπιστούμε τους προστατευτικούς δασμούς περισσότερο από το ελεύθερο εμπόριο, αλλά μάλλον να επικρίνουμε τα δύο συστήματα, από τη δική μας σκοπιά. Δική μας σκοπιά είναι η κομμουνιστική."
(Μαρξ και Ένγκελς Άπαντα 38 / MECW 38, σ.34 ή http://www.marxists.org/archive/marx/works/1845/letters/45_10_14.htm)

Η πιο λεπτομερής επεξεργασία του θέματος εκ μέρους τους ήταν η ομιλία του Μαρξ ‘Σχετικά με το Ζήτημα του Ελεύθερου Εμπορίου’, η οποία εκδόθηκε στις Βρυξέλλες τον Ιανουάριο του 1848, λίγο πριν από την δημοσίευση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
(MECW 6, σ.450 ή http://www.marxists.org/archive/marx/works/1848/01/09ft.htm#marx)

Η ομιλία είναι διαποτισμένη με σκεπτικισμό σχετικά με τις "σοφιστείες του ελεύθερου εμπορίου” της τάξης των βιομηχάνων. Ο Μαρξ καταφέρθηκε εναντίον της «ξαφνικής φιλανθρωπίας των ιδιοκτητών εργοστασίων», οι οποίοι υποστήριζαν ότι το ελεύθερο εμπόριο ωφελούσε την εργατική τάξη. Διακήρυξε, δε, ότι η αντίθεση των αφεντικών για σύντμηση της εργάσιμης ημέρας αποκαλύπτει την υποκρισία τους.
Ο Μαρξ πίστευε ότι “όλος αυτός ο φαρισαϊσμός δεν θα καταφέρει να καταστήσει το φτηνότερο ψωμί προσιτό στους εργαζόμενους". Υποστήριξε ότι το ελεύθερο εμπόριο ήταν για τη βρετανική αστική τάξη το μέσο για να κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά. “Η Αγγλία θα αποτελούσε μία τεράστια πόλη-εργοστάσιο, με το σύνολο της υπόλοιπης Ευρώπης να βασίζεται στις γεωργικές περιοχές της”.

Ενάντια στα επιχειρήματα ότι το ελεύθερο εμπόριο θα παρέχει φθηνά τρόφιμα και υψηλότερους μισθούς, ο Μαρξ επισήμανε την ένδεια των χειροτεχνών υφαντουργών στη Βρετανία και την Ινδία. Υποστήριξε ότι με την απελευθέρωση του ανταγωνισμού, το ελεύθερο εμπόριο είναι πιθανόν να μειώσει τους μισθούς των εργαζομένων. Ο Μαρξ αμφισβήτησε επίσης το επιχείρημα ότι το ελεύθερο εμπόριο διευκόλυνε ένα φυσικό καταμερισμό της εργασίας μεταξύ των χωρών. Οι οπαδοί του ελεύθερου εμπορίου απέτυχαν να καταλάβουν ότι «μία χώρα μπορεί να πλουτίζει σε βάρος της άλλης".
Στην ερώτηση, «τι είναι το ελεύθερο εμπόριο υπό την παρούσα κατάσταση της κοινωνίας;", η απάντηση του Μαρξ ήταν: "Είναι η ελευθερία που έχει το κεφάλαιο να συντρίψει τον εργαζόμενο”.
Ο Μαρξ υποστήριξε:. "Όταν έχετε ανατρέψει τα λίγα εθνικά εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόοδο του κεφαλαίου, του έχετε απλώς δώσει έτσι πλήρη ελευθερία δράσης. Όσο αφήνετε τη σχέση της μισθωτής εργασίας προς το κεφάλαιο να υπάρχει, δεν έχει σημασία το πόσο ευνοϊκές είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται η ανταλλαγή των εμπορευμάτων, πάντα θα υπάρχει μια τάξη η οποία θα εκμεταλλεύεται και μια τάξη που θα την εκμεταλλεύονται. "
Και πρόσθεσε: “Όλα τα καταστρεπτικά φαινόμενα τα οποία προκαλεί ο αχαλίνωτος ανταγωνισμός στο εσωτερικό μιας χώρας, αναπαράγονται σε πιο γιγαντιαίες διαστάσεις στην παγκόσμια αγορά."
Ωστόσο, ο Μαρξ έκλεισε την ομιλία του με την ακόλουθη δήλωση: "Αλλά, σε γενικές γραμμές, το σύστημα προστασίας των ημερών μας είναι συντηρητικό, ενώ το σύστημα ελεύθερου εμπορίου είναι καταστροφικό. Διασπά παλιές εθνότητες και εξωθεί τον ανταγωνισμό του προλεταριάτου και της αστικής τάξης στο πιο ακραίο του σημείο. Με μια λέξη, το σύστημα ελεύθερου εμπορίου επιταχύνει την κοινωνική επανάσταση. Είναι με αυτή την επαναστατική έννοια και μόνο, κύριοι, που ψηφίζω υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. "

Είναι προφανές πως ο Μαρξ δεν τάχθηκε υπέρ του ελεύθερου εμπορίου κυριολεκτικά. "Ψήφιζε" μεταφορικά, υποστηρίζοντας ότι μεταξύ των δύο κακών καπιταλιστικών εναλλακτικών λύσεων, του ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού, το ελεύθερο εμπόριο είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ασκεί πίεση και να παροξύνει όλες τις αντιφάσεις του καπιταλισμού αναπτύσσοντας τον αντίθετο στο κεφάλαιο πόλο της εργατικής τάξης.
Τα επιχειρήματα του Μαρξ για τον προστατευτισμό είχαν διατυπωθεί κρυφά στην ομιλία του 1848, όπου είπε: "Το να επιβαρύνουμε το ξένο καλαμπόκι με προστατευτικούς δασμούς είναι επαίσχυντο, αφού είναι σαν να κερδοσκοπούμε σε βάρος της πείνας του λαού”.
Ο Μαρξ είχε παρακολουθήσει ένα συνέδριο για το ελεύθερο εμπόριο στις Βρυξέλλες τον Σεπτέμβριο 1847 για το οποίο είχε ετοιμάσει μια ομιλία (που ποτέ δεν παραδόθηκε). Ο Ένγκελς έγραψε έναν απολογισμό της διάσκεψης, στον οποίο συνοψίζει την άποψη του Μαρξ περιλαμβάνοντας και ένα κομμάτι από την ομιλία που ασχολείται με τον προστατευτισμό
(«Οι οπαδοί του προστατευτισμού, του Ελεύθερου Εμπορίου και η εργατική τάξη, MECW 6, σ. 279 ή http://www.marxists.org/archive/marx/works/1847/09/23.htm).

Ο Μαρξ υποστήριξε, πρώτον, ότι: :”Εάν αυτοί [οι οπαδοί του προστατευτισμού] μιλούν συνειδητά και ανοιχτά προς την εργατική τάξη, τότε θα συνοψίζουν τη φιλανθρωπία τους, με τα παρακάτω λόγια:. Είναι καλύτερα να είναι κανείς αντικείμενο εκμετάλλευσης κάποιου συντοπίτη/συμπατριώτη, παρά των ξένων"
Επίσης επέκρινε τους οπαδούς του προστατευτισμού, λέγοντας ότι στην καλύτερη περίπτωση είναι υπερασπιστές της καθεστηκυίας τάξης. Έγραψε: "η διατήρηση της σημερινής κατάστασης πραγμάτων είναι κατά συνέπεια το καλύτερο αποτέλεσμα που μπορεί να πετύχει ο προστατευτισμός υπό τις ευνοϊκότερες συνθήκες. Πράγμα καλό, αλλά το πρόβλημα για την εργατική τάξη δεν είναι να διατηρηθεί η σημερινή κατάσταση πραγμάτων, αλλά το πώς θα την μετατρέψει στο αντίθετό της."
Περαιτέρω: "Το σύστημα των προστατευτικών δασμών θέτει στα χέρια του κεφαλαίου μιας χώρας, τα όπλα που του επιτρέπουν να αψηφά το κεφάλαιο των άλλων χωρών. Αυξάνει τη δύναμη αυτού του κεφαλαίου σε αντίθεση με το ξένο κεφάλαιο, και την ίδια στιγμή αυταπατάται ότι τα ίδια αυτά μέσα θα καταστήσουν το ίδιο κεφάλαιο μικρό και αδύναμο έναντι της εργατικής τάξης. "

Οι Μαρξ και Ένγκελς αναγνώρισαν επίσης το γεγονός ότι οι προηγμένες δυνάμεις προστάτευσαν τις νεοσύστατες βιομηχανίες τους κατά τα πρώτα στάδια της εκβιομηχάνισης. Προπορευόμενες των επιχειρημάτων των υποστηρικτών του προστατευτισμού κατά 150 χρόνια, παραδέχτηκαν τη δίκαιη απαίτηση των νέων βιομηχανικών δυνάμεων να προστατεύσουν τις νεοσύστατες βιομηχανίες τους. Μόνον αυτή η προστασία είτε θα γίνει τρόπος να φέρει τη νέα βιομηχανική δύναμη στην ελευθερία των συναλλαγών ή θα μεταλλαχθεί σε καθεστώς συντηρητικής προστασίας.

Ο Ένγκελς, ωστόσο, υποστήριξε ότι «η εργατική τάξη έχει συμφέρον σε οτιδήποτε βοηθά την αστική τάξη σε μια απρόσκοπτη διακυβέρνηση», αφού «μόνο όταν το πεδίο της μάχης έχει καθαρίσει απ’ όλα τα περιττά εμπόδια» θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η αποφασιστική μάχη ανάμεσα στην εργατική τάξη και την καπιταλιστική τάξη.
Επανέλαβε, δε, ότι αυτοί «που υποστηρίζουν το σύστημα προστασίας ποτέ δεν παραλείπουν να πιέσουν την ευημερία της εργατικής τάξης. Οι πιο ευφυείς μεταξύ των (εργαζόμενων) γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτό είναι μια μάταιη αυταπάτη. Είτε επικρατούν οι προστατευτικοί δασμοί, ή το ελεύθερο εμπόριο, ή ένα μείγμα μεταξύ των δύο, ο εργαζόμενος δεν θα λάβει κανένα μεγαλύτερο μισθό για την εργασία του πέρα από ό, τι ακριβώς θα αρκεί για την πενιχρή συντήρηση του ».

Ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1840 και τη δεκαετία του 1880, οι Μαρξ και Ένγκελς συνέχισαν να αποκαλύπτουν την υποκρισία των συνηγόρων και των δύο πολιτικών της προστασίας και του ελεύθερου εμπορίου, και να διαβεβαιώνουν για τα ύψιστα συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Όμως, οι Μαρξ και Ένγκελς διατήρησαν τον σκεπτικισμό τους για τον προστατευτισμό. Συμβούλεψαν μάλιστα σχετικά τους υποστηρικτές τους στο γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) με συνέπεια στο συνέδριο του SPD που πραγματοποιήθηκε στο Gotha το 1876, το κόμμα πέρασε ένα ψήφισμα που ανέφερε τα εξής:. "Οι σοσιαλιστές της Γερμανίας δεν ενδιαφέρονται για τον αγώνα μεταξύ ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού που έχει προκύψει μέσα από τις γραμμές των ιδιοκτητριών τάξεων. Πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα σκοπιμότητας, που θα αποφασιστεί σε κάθε περίπτωση αναλόγως των συνθηκών: τα προβλήματα των εργαζόμενων τάξεων έχουν τη ρίζα τους στις γενικότερες οικονομικές συνθήκες στο σύνολό τους ". (Αύγουστος Μπέμπελ, ‘Η ζωή μου’, 1912, σ.301)
Επίσης συμβούλεψαν τους εκπρόσωπους του SPD στο Κοινοβούλιο να απόσχουν ή να ψηφίσουν κατά μέτρων όπως οι προστατευτικοί δασμοί. Το 1879, ο Ένγκελς έγραφε στον Αύγουστο Μπέμπελ:; «Στην περίπτωση όλων των άλλων οικονομικών ζητημάτων όπως οι προστατευτικοί δασμοί, οι Σοσιαλδημοκράτες βουλευτές οφείλουν να τηρούν πάντα τη ζωτική αρχή να μην ενδίδουν σε τίποτα που αυξάνει τη δύναμη της κυβέρνησης έναντι του λαού. Και αυτό γίνεται ακόμα πιο εύκολη υπόθεση από το γεγονός ότι τα συναισθήματα μέσα το ίδιο το κόμμα θα είναι, φυσικά, πάντα μοιρασμένα σε τέτοιες περιπτώσεις και, επομένως αυτόματα επιστρατεύεται η αποχή, που είναι μια αρνητική στάση». (MECW 45, σ.423)

Μετά τον θάνατο του Μαρξ το 1883, ο Ένγκελς δημοσίευσε ένα φυλλάδιο το 1888, για το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου το 1888, το οποίο περιλάμβανε τα βασικά άρθρα και ομιλίες από το 1840, καθώς και μια νέα εισαγωγή που ανέλυε τις εξελίξεις κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Είναι σαφές από την εισαγωγή ότι η βασική στάση του παρέμεινε ίδια με αυτή που μοιράστηκε με τον Μαρξ. (MECW τόμος 26, σ.521)
Ο Ένγκελς έγραφε: «Το ζήτημα των Ελεύθερων Συναλλαγών ή του Προστατευτισμού κινείται αποκλειστικά εντός των ορίων του σημερινού συστήματος της καπιταλιστικής παραγωγής, και ως εκ τούτου, δεν έχει άμεσο ενδιαφέρον για εμάς τους σοσιαλιστές που θέλουμε να καταργήσουμε το σύστημα αυτό.»
Αλλά πρόσθεσε: «Εμμέσως, όμως, [το ελεύθερο εμπόριο] μας ενδιαφέρει στο βαθμό που οφείλουμε να επιθυμούμε όπως το σημερινό σύστημα παραγωγής να αναπτυχθεί και να επεκταθεί όσο πιο ελεύθερα και συντομότερα γίνεται: γιατί μαζί του θα αναπτύξει επίσης εκείνα τα οικονομικά φαινόμενα που είναι αναγκαίες του συνέπειες και τα οποία θα καταστρέψουν ολόκληρο το σύστημα. Από την σκοπιά αυτή, πριν από 40 χρόνια ο Μαρξ τάχθηκε, κατ 'αρχήν, υπέρ του ελεύθερου εμπορίου ως του πιο προοδευτικού σχεδίου, και συνεπώς του σχεδίου αυτού που θα φέρει το συντομότερο σε αδιέξοδο την καπιταλιστική κοινωνία.»
Ο Ένγκελς αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της εισαγωγής του στην αντιμετώπιση του ζητήματος του προστατευτισμού. Πρώτον επανέλαβε το επιχείρημα ότι όλες οι προηγμένες καπιταλιστικές χώρες είχαν προστατέψει τις βιομηχανίες τους στην παιδική ηλικία τους. Έγραψε: «Ήταν κάτω από την ενίσχυση της πτέρυγας του προστατευτισμού που το σύστημα της σύγχρονης βιομηχανίας - η παραγωγή από ατμοκίνητες μηχανές - εκκολάφτηκε και αναπτύχθηκε στην Αγγλία κατά το τελευταίο τρίτο του 18ου αιώνα».

Ωστόσο, ο Ένγκελς ήταν σκεπτικός για το αν οι προστατευτικοί δασμοί θα μπορούσαν να επιτύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Υποστήριξε:.. "Ο προστατευτισμός είναι στην καλύτερη περίπτωση μία ατέλειωτη βίδα και ποτέ δεν ξέρεις πότε έχεις ξεμπερδέψεις μαζί της. Προστατεύοντας έναν κλάδο, άμεσα ή έμμεσα βλάπτεις όλους τους άλλους και κατά συνέπεια πρέπει να τους προστατέψεις και αυτούς. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ζημιώνεις πάλι τη βιομηχανία που αρχικά προστάτεψες και πρέπει να την αποζημιώσεις. Αλλά η αποζημίωση αυτή ζημιώνει, όπως και προηγουμένως, όλες τις άλλες συναλλαγές και κλάδους που πρέπει επίσης να αποκατασταθούν, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον ».

Ο Ένγκελς εισήγαγε δύο άλλα σημαντικά επιχειρήματα. Κατ 'αρχάς, γελοιοποίησε τους προστατευτικούς δασμούς της ρωσικής κυβέρνησης που δήθεν στόχευαν στο να καταστεί αυτή «μια εντελώς αυτοτροφοδοτούμενη χώρα, μην έχοντας πλέον ανάγκη να εισάγει από το εξωτερικό ούτε φαγητό, ούτε πρώτες ύλες, ούτε βιομηχανικά είδη, ούτε άλλα τεχνουργήματα». Με λόγια ανάλογα με όσα ταίριαζαν στις κατοπινότερες τρέλες του Στάλιν, επέσυρε τη χλεύη σε όσους «πιστεύουν σε αυτό το όραμα μιας Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αυτοδύναμης και απομονωμένης από τον υπόλοιπο κόσμο».
Δεύτερον, ο Ένγκελς ήταν οξύτατα επικριτικός στην μεγάλη δύναμη του προστατευτισμού - «το χειρότερο από όλα» όπως έλεγε - που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1870 στη Γερμανία και την Αγγλία συχνά υπό το σύνθημα του «δίκαιου εμπορίου». Στην Αγγλία, οι Συντηρητικοί είχαν βοηθήσει να δημιουργηθεί η Εθνική Λίγκα του Δίκαιου Εμπορίου στις αρχές της δεκαετίας του 1880. Για τον Ένγκελς ήταν σαφές ότι ένας τέτοιος προστατευτισμός ήταν αντιδραστικός, μόνο δημιουργώντας περιχαρακώσεις και «τραστ» υπέρ των εθνικών κεφαλαίων, όπως ακριβώς οι γερμανοί μεγιστάνες της χαλυβουργίας και η Standard Oil Company των ΗΠΑ. Μέχρι τη δεκαετία του 1880 είχε πλέον ξεκαθαρίσει πως η προστασία δεν ήταν απαραίτητη για τη Γερμανία και τις ΗΠΑ.

Ο Ένγκελς συνοψίζει το δίλημμα που αντιμετωπίζουν άλλες χώρες, όπου μια δύναμη - στην προκειμένη περίπτωση η Βρετανική - κυριάρχησε στο παγκόσμιο εμπόριο. Με επιστολή της 18ης Ιουνίου 1892 προς τον Νικολάι Danielson, έγραψε: «Κατά την άποψή μου, αυτή η καθολική επαναφορά των προστατευτικών δασμών δεν είναι ένα απλό ατύχημα αλλά η αντίδραση κατά του αφόρητου βιομηχανικού μονοπωλίου της Αγγλίας. Η μορφή την οποία αυτή η αντίδραση παίρνει, όπως είπα και άλλοτε, μπορεί να είναι εσφαλμένη, ανεπαρκής ή και ακόμα χειρότερα, αλλά ιστορική της αναγκαιότητα μου φαίνεται αρκετά σαφής και προφανής.» (MECW 49, σ.442-443)
Συνοψίζοντας, ο Ένγκελς διατήρησε και ανάπτυξε τη θέση που αυτός και ο Μαρξ είχαν καθορίσει για περισσότερα από 40 χρόνια - την άρνησή τους να δεσμευτούν από τις παραμέτρους της αστικής πολιτικής, και την επιδίωξή τους να προσανατολίσουν την εργατική τάξη να τηρήσει μια ανεξάρτητη στάση.

Οι μεταγενέστεροι μαρξιστές υιοθέτησαν την προσέγγιση του Μαρξ και του Ένγκελς. Για παράδειγμα, το 1894 ο Λένιν έγραψε: «Αν και τονίζουν πρωτίστως και κατηγορηματικά ότι το πρόβλημα του ελεύθερου εμπορίου και της προστασίας είναι ένα καπιταλιστικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα της αστικής πολιτικής, οι Ρώσοι μαρξιστές πρέπει να στηρίξουν το ελεύθερο εμπόριο, δεδομένου ότι ο αντιδραστικός χαρακτήρας της προστασίας, η οποία καθυστερεί την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, και εξυπηρετεί τα συμφέροντα όχι του συνόλου της αστικής τάξης, αλλά μόνο μιας χούφτας παντοδύναμων μεγιστάνων, είναι πολύ έντονα εμφανής στη Ρωσία, και λαμβανομένου υπόψη ότι το ελεύθερο εμπόριο σημαίνει επιτάχυνση της διαδικασίας που παράγει τα μέσα της απελευθέρωσης από τον καπιταλισμό.» (‘Το οικονομικό περιεχόμενο της Narodism’, 1894, CW τόμος 1, σ.436 ή http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1894/narodniks/index.htm)

Ο Ρούντολφ Χίλφερτινγκ, στο βιβλίο του ‘Χρηματοπιστωτικό Κεφάλαιο’ (1910), έγραψε: «Το προλεταριάτο, αποφεύγει το αστικό δίλημμα - προστατευτισμός ή ελεύθερο εμπόριο - με μια λύση δική του. Ούτε προστατευτισμός ούτε ελεύθερο εμπόριο, αλλά ο σοσιαλισμός, η οργάνωση της παραγωγής, ο συνειδητός έλεγχος της οικονομίας όχι από και προς όφελος των καπιταλιστών μεγιστάνων αλλά για την κοινωνία στο σύνολό της.» (1981, σ.366)
Όπως οι Μαρξ και Ένγκελς, ο Χίλφερτινγκ αναγνώρισε ότι το ελεύθερο εμπόριο δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την καπιταλιστική ανάπτυξη. «Δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία, επομένως, ότι σε ένα προχωρημένο στάδιο της καπιταλιστικής παραγωγής, το ελεύθερο εμπόριο το οποίο προορίζεται να συγχωνεύσει το σύνολο της παγκόσμιας αγοράς σε μια ενιαία οικονομική επικράτεια, θα εξασφαλίσει την υψηλότερη δυνατή παραγωγικότητα της εργασίας και τον πλέον ορθολογικό διεθνή καταμερισμό της εργασίας." (1981, σ.311)
Ωστόσο, ο Χίλφερτινγκ πίστευε πως η εποχή του ελεύθερου εμπορίου είχε περάσει και είχε αντικατασταθεί από την εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου και του προστατευτισμού, της αντιπαλότητας των μεγάλων δυνάμεων και τον πόλεμο. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, γράφοντας το 1913 το ’Η συσσώρευση του κεφαλαίου’, υποστήριξε ότι η περίοδος των ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών ήταν "απλά μια περαστική φάση στην ιστορία της καπιταλιστικής συσσώρευσης».(2003, σ.430)

Ο Λένιν στο βιβλίο του ‘Ο ιμπεριαλισμός’ (1916) έκανε την ίδια παρατήρηση. Έγραψε: «Η Αγγλία έγινε μια καπιταλιστική χώρα πριν από κάθε άλλη, και μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, έχοντας υιοθετήσει το ελεύθερο εμπόριο, ισχυρίστηκε ότι ήταν το ‘εργαστήρι του κόσμου’, προμηθευτής βιομηχανικών αγαθών σε όλες τις χώρες, οι οποίες σε αντάλλαγμα . όφειλαν να της παρέχουν τις πρώτες ύλες. Όμως, στο τελευταίο τέταρτο του δέκατου ένατου αιώνα, αυτό το μονοπώλιο είχε ήδη υπονομευθεί. Γιατί άλλες χώρες, που φρόντισαν να προφυλάξουν τους εαυτούς τους με προστατευτικούς δασμούς, εξελίχθηκαν σε ανεξάρτητα καπιταλιστικά κράτη ». (CW τόμος 22, σ.241 ή http://www.marxists.org/archive/lenin/works/1916/imp-hsc/index.htm)

Ο Λένιν, επίσης, ανέφερε τον Χίλφερτινγκ επιδοκιμαστικά, ότι «η απάντηση του προλεταριάτου για την οικονομική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου, στον ιμπεριαλισμό, δεν μπορεί να είναι το ελεύθερο εμπόριο, αλλά ο σοσιαλισμός. Ο στόχος της προλεταριακής πολιτικής δεν μπορεί σήμερα να είναι το ιδανικό της αποκατάστασης του ελεύθερου ανταγωνισμού - το οποίο έχει πλέον γίνει αντιδραστικό ιδανικό -. αλλά η πλήρης εξάλειψη του ανταγωνισμού με την κατάργηση του καπιταλισμού» (‘Χρηματοπιστωτικό Κεφάλαιο’, 1981, σ.366, CW τόμος 22, σ.289)

Εξίσου σημαντική ήταν η στάση του Τρότσκι απέναντι στον προστατευτισμό, την οποία συνόψισε ξεκάθαρα, στο άρθρο, ‘Αφοπλισμός και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης’ (Οκτώβριος 1929 ή ) όπου έγραψε: «Οι δασμολογικοί φραγμοί έχουν ανεγερθεί ακριβώς επειδή είναι κερδοφόροι και απαραίτητοι σε μια εθνική αστική τάξη σε βάρος μιας άλλης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτοί επενεργούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθυστερεί η ανάπτυξη της οικονομίας στο σύνολό της.» (http://www.marxists.org/archive/trotsky/1929/10/disarm.htm).

Στο ίδιο άρθρο ο Τρότσκι εξηγεί αναλυτικά γιατί ο καπιταλισμός στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχει αναπτύξει τόσο πολύ τις παραγωγικές δυνάμεις που ξεπερνούν τα όρια του εθνικού κράτους και επιζητούν την ολοκλήρωσή τους σε ηπειρωτικό και παγκόσμιο επίπεδο. Και πως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης (σύνθημα που είχε ασπασθεί η Τρίτη Διεθνής πριν κυριαρχήσει ο σταλινισμός και το διαγράψει από την ατζέντα του χάριν του «σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα») αποτελούσαν ένα στόχο προοδευτικό που όφειλε να στηρίξει το εργατικό κίνημα με την δική του επιδίωξη και στόχευση των Σοσιαλιστικών Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ως ενδιάμεσης μορφής στην πορεία πραγμάτωσης του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ 'Η ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ;

Αυτή η θεώρηση σε μεγάλο βαθμό ξεχάστηκε με την άνοδο του σταλινισμού. Πολλά από όσα καταγράφηκαν σαν «μαρξισμός» τα τελευταία 70 χρόνια δεν ήταν κάτι παραπάνω από μία σταλινική διατύπωση για τον προστατευτισμό, με την αυτάρκεια να ασκείται από την ΕΣΣΔ σε απομόνωση από τη διεθνή αγορά και να προβάλλεται ως πρότυπο. Αυτό ήταν το ακριβώς αντίθετο της αρχικής μαρξιστικής προσέγγισης.

Βεβαίως, δεν μπορούμε απλώς να σχεδιάζουμε τη στάση μας σήμερα αντιγράφοντας τις απόψεις των προηγούμενων μαρξιστών. Αν μη τι άλλο, μας δίδαξαν να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα καθαρά και να μελετάμε τον κόσμο όπως είναι. Ο χρόνος τους διαφέρει πολύ από τον δικό μας. Όμως η μέθοδος προσέγγισης διλημμάτων όπως πχ αυτού που τίθεται σήμερα με τη μορφή του «μέσα σε μία νομισματική ζώνη ελεύθερων εμπορικών και κεφαλαιακών συναλλαγών όπως αυτή του ευρώ ή έξω από αυτήν σε μία κατεύθυνση προστατευμένης εθνικής οικονομίας» δεν έχει μεταβληθεί.

Το γενικό πνεύμα των προειδοποιήσεων των μαρξιστών της τελευταίας 100ετίας έναντι οποιασδήποτε πολιτικής της εργατικής τάξης επικεντρώνεται στην αποκατάσταση σήμερα ενός υποτιθέμενου μαλακότερου καπιταλισμού του χτες – για παράδειγμα του καπιταλισμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έναντι του μονοπωλιακού καπιταλισμού του ύστερου ιμπεριαλισμού - μας προειδοποιεί ενάντια στις πολιτικές που αποσκοπούν στην αποκατάσταση ενός ξεπερασμένου, ηπιότερου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη προστασία, δασμούς και εθνικούς φραγμούς.

Ασφαλώς η εργατική τάξη χρειάζεται να ασκήσει μια δριμεία κριτική αυτού που υπάρχει. Ακριβώς όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς επέκριναν τόσο τους υποστηρικτές του ελεύθερου εμπορίου όσο και του προστατευτισμού της εποχής τους, έτσι κι εμείς θα πρέπει να επικρίνουμε, αφενός, τον «ιμπεριαλισμό του ελεύθερου εμπορίου» των ΗΠΑ και όλης της Δύσης. Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να ενδώσουμε στις σειρήνες αυτών που επικαλούνται τις άνισες σχέσεις ανταλλαγής μέσα στην Ευρωζώνη ως αιτία όλων των δεινών προτείνοντας συνακόλουθα ως λύση-σωτηρία την έξοδο από αυτήν και την επιστροφή σε μία εθνικά προστατευμένη, αυτοδύναμη και γι’ αυτό περήφανη ανάπτυξη. Αυτοί εκπροσωπούν τους σύγχρονους οπαδούς του ‘δίκαιου εμπορίου’ που είχε επικρίνει ο Μαρξ. Γιατί οι ιδέες τους έχουν πολλά κοινά με τον «σοσιαλισμό της δίκαιης ανταλλαγής", που προωθήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Προυντόν και άλλους. Αυτοί νόμιζαν ότι η κοινωνική ισότητα θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με τον επανακαθορισμό των κανόνων της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς προκειμένου αυτοί να ευθυγραμμιστούν με τις θεωρητικές αξιώσεις τους περί ισότητας και δικαιοσύνης. Ο Μαρξ ξεφύσηξε: "Το να αξιώνουν ίση ή έστω ισότιμη αναδιανομή με βάση το σύστημα της μισθωτής εργασίας, είναι το ίδιο σαν να αξιώνουν την ελευθερία, με βάση το σύστημα της δουλείας".

Η εργατική τάξη χρειάζεται μια ανεξάρτητη πολιτική - δεν πρέπει να δεσμεύεται από τις δύο αστικές πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου και του προστατευτισμού. Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να διαλέγουν την πλευρά του "δικού τους" εθνικού κεφαλαίου για προστασία, ούτε του κοσμοπολίτικου κεφαλαίου για ελεύθερο εμπόριο. Καμία από αυτές τις πολιτικές τελικά δεν θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και καμία δεν θα απομακρύνει το γεγονός της εκμετάλλευσης που βρίσκεται στη ρίζα της μισθωτής εργασίας.
Όμως, οι μαρξιστές ευνοούν το ελεύθερο εμπόριο, διότι επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού, κυρίως με τη δημιουργία των ίδιων των νεκροθαφτών του, την εργατική τάξη.
Όπως εξηγεί ο μαρξιστής Paul Hampton «στη διάρκεια των τελευταίων 50 ετών ο εργατικός πληθυσμός στις μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες αυξήθηκε περισσότερο από 8 φορές. Αυτό σημαίνει ότι για τους εργαζομένους, ο δρόμος προς την αυτό-χειραφέτηση περνά μέσα από την προώθηση της παγκοσμιοποίησης, όχι μέσα από την αντιστροφή της.
Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι σοσιαλιστές υποστηρίζουν το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές; Όχι, βεβαίως ! Είμαστε αντίθετοι με τη διαρθρωτική προσαρμογή τους και με τις φαινομενικές πολιτικές απελευθέρωσης του εμπορίου, ακριβώς επειδή είναι η εργατική τάξη που υποφέρει και οι καπιταλιστές που επωφελούνται από αυτές. Όμως, κατανοούμε επίσης ότι η κατάργησή τους δεν είναι πανάκεια – το κεφάλαιο θα συνέχιζε την καθημερινή καταστροφή του, και ίσως το έκανε ακόμη χειρότερα εάν οι θεσμοί αυτοί καταστρέφονταν.
Υποθετικά ακραία αιτήματα όπως το “όχι στο ευρώ" δεν έχουν κάτω από τη μαχητική ρητορεία τους κανένα άλλο περιεχόμενο πέρα από τις παλιές, αναξιόπιστες, εθνικο-καπιταλιστικές πολιτικές του παρελθόντος.»

Το να υποστηρίζει κανείς πως το καθήκον μας είναι να "αποκαταστήσουμε το κράτος" το οποίο κινδυνεύει να κατακλυστεί από ξένες εταιρείες και διεθνείς οργανισμούς, σημαίνει πως έχουμε θεμελιωδώς παρεξηγήσει τον εχθρό μας.
Το να υποστηρίζουμε τον μικρής κλίμακας, τοπικό ή εθνικό καπιταλισμό ενάντια στις πολυεθνικές - ρητά ή σιωπηρά - σημαίνει να κοιτάμε προς τα πίσω αντί προς τα εμπρός. Πολύ συχνά, αυτό σημαίνει πως υποστηρίζουμε τον οπισθοδρομικό, πιο ωμά εκμεταλλευτικό, και πιο τσιγγούνη ή αδηφάγο καπιταλισμό εναντίον εκείνο του οποίου η μεγάλη κλίμακα δραστηριοτήτων τουλάχιστον δημιουργεί μια καλύτερη βάση για την μεγάλης κλίμακας οργάνωση των εργαζομένων.
Ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των πολυεθνικών απαιτεί περισσότερα από μία απλή εθνικοποίηση (δηλαδή, σε μία χώρα). Απαιτεί παγκόσμιο έλεγχο. Αλλά το γεγονός ότι τόσο λίγες πολυεθνικές πλέον κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία καθιστά τον παγκόσμιο σοσιαλιστικό σχεδιασμό πιο προσιτό και εφικτό από κάθε άλλη φορά - αρκεί μόνο να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα επίπεδο διεθνούς εργατικής οργάνωσης και αλληλεγγύης τόσο εκτεταμένες όσο η παγκόσμια διασύνδεση του κεφαλαίου.
Στην κρίση του χρέους της Ελλάδας και άλλων χωρών πρέπει να προτάξουμε ως λύση τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης (ομοσπονδιοποίηση) που είτε θα διαγράψουν είτε θα επωμιστούν μεγάλο μέρος αυτού και να παλέψουμε για τον εκδημοκρατισμό και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό τους. Η δύναμη των ελλήνων εργαζομένων βρίσκεται στην ενότητα με τους άλλους ευρωπαίους εργαζόμενους, όχι στο μικροαστικό εθνικό κεφάλαιο.