Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Η θεώρηση της μεταπολίτευσης ως «ιστορικού δυστυχήματος». Του Θέμη Τζήμα Πηγή: tvxs.gr

Λίγες ίσως ιστορικές περίοδοι έχουν αποτελέσει τόσο έντονο σημείο αναφοράς όσο αυτή της λεγόμενης μεταπολίτευσης. Αρκεί να δει κανείς πόσο συχνά έχει κηρυχτεί η λήξη της, πολλές φορές απλά και μόνο προκειμένου να κρυφτεί η αδυναμία του όποιου επίδοξου πολιτικού «ληξίαρχου» να εντοπίσει ένα ακριβές ορόσημο για τα όσα υποστηρίζει ή πόσες αναφορές απαντώνται για τη λεγόμενη γενιά της μεταπολίτευσης, συχνά με αμφιλεγόμενη ακρίβεια.

Δεν προτίθεμαι να προχωρήσω σε μια ανάλυση για το αν υπήρξε όντως ιστορική περίοδος της μεταπολίτευσης ή αποτέλεσε ένα περιορισμένο χρονικό στάδιο πολιτειακής εξέλιξης από το δικτατορικό καθεστώς στο δημοκρατικό πολίτευμα που κατοχυρώθηκε θεσμικά με το σύνταγμα του ’75. Ούτε ποια είναι τα ακριβή χαρακτηριστικά της επονομαζόμενης ως γενιάς της μεταπολίτευσης, διότι δεν είναι αυτός ο χαρακτήρας του άρθρου.

Με τον όρο «μεταπολίτευση» εννοώ- για τις ανάγκες αυτού του κειμένου- την πολιτική διαδικασία που ξεκινά από την πτώση της χούντας και κορυφώνεται με την πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, σηματοδοτώντας την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονίας της ηττημένης έως τότε δημοκρατικής παράταξης, με αριστερό πρόσημο.

Η ηγεμονία αυτή δεν κατόρθωσε για μια σειρά λόγων, διεθνώς και εγχώρια προσδιορισμένων, υλικών και ιδεολογικών να μετασχηματίσει τη βάση, τις σχέσεις παραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού. Παρότι υπήρξαν συγκρούσεις και ενίοτε έντονες, η κυριαρχία της ελληνικής ολιγαρχίας, με τον έντονα παρασιτικό και μεταπρατικό χαρακτήρα, όπως και η άθροιση γύρω της μιας σειράς συμφερόντων μεσαίας κυρίως κλίμακας διατηρήθηκε. Τα τελευταία είκοσι χρόνια μάλιστα ενδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο με τη διόγκωση του ιδιωτικού τραπεζοπιστωτικού τομέα, τα ιδιωτικά ΜΜΕ, τους μεγάλους εθνικούς εργολάβους και προμηθευτές και με εκείνους τους πολιτικούς, ειδικά των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων αλλά και των μικρότερων, που ενσωματώθηκαν απόλυτα στα εν λόγω συμφέροντα.

Η «μεταπολίτευση» ωστόσο, παρά τη θεμελιακή αυτή αδυναμία της/ απροθυμία της/ αποτυχία της- αναλόγως της σκοπιάς καθενός αν και κατά την άποψή μου οι δύο πρώτοι όροι είναι ακριβέστεροι- υπήρξε μια πολιτική διαδικασία κατά την οποία επετεύχθησαν σημαντικότατες δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις, προς όφελος των μεγάλων τμημάτων του λαού, έστω στο πλαίσιο ενός αστικού κατ’ ουσίαν εκσυγχρονισμού, υπό την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Αυτή η εξέλιξη ιστορικά δεν είναι ούτε αφύσικη, ούτε πρωτότυπη, έστω και αν η ελληνική ιδιοσυστασία την προίκισε με ειδικά χαρακτηριστικά.

Ο εκδημοκρατισμός του συνδικαλιστικού κινήματος και η ενίσχυση του ρόλου των συνδικάτων, εν πολλοίς εξαιτίας και των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία, η δημοκρατική συνδιοίκηση στη γ’ βάθμια εκπαίδευση, η δημόσια, δωρεάν παιδεία και υγεία, η έστω περιορισμένη χρονικά και γεμάτη αντιφάσεις δυνατότητα σχεδιασμού για την εθνική οικονομία, ο εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου και ιστορικού- πολιτικού χαρακτήρα κατακτήσεις όπως η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης απετέλεσαν βασικές πτυχές εμβάθυνσης της δημοκρατίας αλλά και του αστικού εκσυγχρονισμού της χώρας, με προοδευτική κατεύθυνση.

Οι κατακτήσεις αυτές συγκέντρωσαν την εχθρότητα έως και το μίσος συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων στη βάση ιδεολογικών και υλικών όρων. Η ελληνική δεξιά τις εχθρεύθηκε και τις εχθρεύεται επειδή οι εν λόγω κατακτήσεις σηματοδότησαν την ιδεολογική και πολιτική ήττα των νικητών του εμφυλίου. Απαξιώθηκε το ιδεολογικό οικοδόμημα που είχε επιβάλλει το κράτος της δεξιάς έως και τη μεταπολίτευση- εθνικοφροσύνη, καπιταλισμός των τζακιών και των ολιγοπωλίων, ανάπηρη δημοκρατία εξαιτίας της επικυριαρχίας παραθεσμικών κέντρων, και μονομερής πρόσδεση στο αμερικανικό- μετά το αγγλικό- άρμα.

Ένα άλλο τμήμα της, το νεοφιλελεύθερο, που ήδη είχε αρχίσει να συστηματοποιείται από τις αρχές του ’80 θα ήθελε ένα άμεσο πέρασμα από τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό, με κρατική παρέμβαση του κράτους της δεξιάς, στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο τύπου Θάτσερ- Ρέηγκαν, που τότε αναδεικνυόταν. Σε αυτήν την κατεύθυνση, οι δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις της διαδικασίας της μεταπολίτευσης δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές παρά ως εμπόδια και αναχρονισμοί. Στη βάση των ανωτέρω, η ελληνική δεξιά θεώρησε τη διαδικασία της μεταπολίτευσης ως ιστορικό δυστύχημα, είτε γιατί ανέτρεπε και ακύρωνε τους βασικότερους πυλώνες της κυριαρχίας της, είτε γιατί εμπόδιζε τη μετάβαση στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο.

Ωστόσο αντίστοιχα αρνητική θέση ως προς τη μεταπολιτευτική διαδικασία ανέπτυξε και ένα τμήμα της αριστεράς, είτε επειδή στη βάση αριστεριστικών θέσεων θεώρησε ότι η μεταπολιτευτική διαδικασία κυοφορούσε τη δυνατότητα της επανάστασης, που εμποδίστηκε κατ’ ουσίαν από τη λείανση της ταξικής σύγκρουσης με τις εν λόγω κατακτήσεις, είτε επειδή διαπνέεται από ιδιοκτησιακή αντίληψη προς συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα, οπότε δεν μπορεί να δεχθεί πως απώλεσε την ηγεμονία της προς όφελος του ΠΑΣΟΚ επί των τάξεων αυτών. Υπάρχει βέβαια και ένα τμήμα της αριστεράς που εκτίμησε ότι το ΠΑΣΟΚ θα αποτελούσε πιο πρωτοποριακή πολιτική δύναμη από ό, τι αποδείχθηκε τελικά, οπότε εκεί εδράζεται και η απογοήτευσή του από τη μεταπολιτευτική διαδικασία.

Δυστυχώς, από άλλη βέβαια αφετηρία σε σχέση με εκείνη της δεξιάς και αυτά τα τμήματα της αριστεράς έτειναν στην υποτίμηση και αποδόμηση των δημοκρατικών κατακτήσεων που επετεύχθησαν με τη μεταπολιτευτική διαδικασία, στο πλαίσιο ενός στείρου «αντί- πασοκισμού», υπονομεύοντας εν τέλει συνολικά την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Αυτή η θεώρηση εμφανίστηκε με μεγάλη ένταση κατά το βρόμικο ’89, συνεχίστηκε έκτοτε και σήμερα συντείνει στο στρατηγικό αδιέξοδο της ελληνικής αριστεράς εν γένει, μπροστά στη νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση που έχει εξαπολυθεί εις βάρος του λαού.

Το τρίτο τμήμα των εχθρών των δημοκρατικών κατακτήσεων είναι ωστόσο και το πιο ενδιαφέρον αλλά και επικίνδυνο: η δεξιά ή πλέον νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, πρώτα με το όχημα του εκσυγχρονισμού- αν και όχι συνολικά με τη συμμετοχή όσων υποστήριξαν το εν λόγω εγχείρημα- και τώρα ξεκάθαρα με το όχημα των μνημονίων και των παρεπόμενων πολιτικών, που εμφανίζονται από την κυρίαρχη προπαγάνδα ως ο μονόδρομος για την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Η πτέρυγα αυτή μπορεί στο επίπεδο του «κοινωνικού ΠΑΣΟΚ» να είναι μειοψηφική, όμως ελέγχει απόλυτα την παρούσα κυβέρνηση και εν πολλοίς το δημόσιο βήμα διαλόγου, χάρη στα κατεστημένα ΜΜΕ. Η πτέρυγα αυτή του ΠΑΣΟΚ ήδη από χρόνια πριν είχε καταδείξει ότι θεωρούσε τη μεταπολιτευτική διαδικασία στην «ευμενέστερη» εκδοχή μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία και κατά βάση δυστύχημα- εμμένοντας μόνο στις παραφθορές των μεταπολιτευτικών κατακτήσεων που εμποδίζει την πλήρη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, στη βάση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων.

Οι πιονέροι αυτής της πτέρυγας είναι κατά βάση στελέχη που καταξιώθηκαν χάρη στην κομματική τους ταυτότητα στο πλαίσιο του «κρατικού ΠΑΣΟΚ», άκαπνα σε ό, τι αφορά τους κοινωνικούς αγώνες ή στελέχη εντελώς άσχετα με την πολιτική διαδικασία που ενέσκηψαν κατά την τελευταία περίοδο και στη βάση λαμπερών βιογραφικών, μέσα σε ένα πλαίσιο έντονης από- πολιτικοποίησης των κομματικών διαδικασιών. Συνέδεσαν τις πολιτικές τους καριέρες με τα κατεστημένα ΜΜΕ, το νεοφιλελεύθερο δογματισμό και τον επιφανειακό, αμιγώς προσανατολισμένο στον εφήμερο «επικοινωνισμό», λόγο.

Εντασσόμενοι στην οικονομική και πολιτική ολιγαρχία ανέλαβαν σχεδόν εργολαβικά την προώθηση των βίαιων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και το αναγκαίο γκρέμισμα των κατακτήσεων της μεταπολιτευτικής διαδικασίας για λόγους υλικούς αλλά και ιδεολογικούς. Δηλαδή τόσο για να επιτευχθεί η λεηλασία και η αναδιανομή προς όφελος της ελληνικής ολιγαρχίας προς τέρψη και των ξένων πατρώνων της, όσο και για να χαθούν τα ιδεολογικά εκείνα ερείσματα αριστερού και προοδευτικού προσήμου, που αποτέλεσαν σημεία στήριξης των λαϊκών και κοινωνικών αγώνων. Έτσι οι προωθούμενες πολιτικές κατ’ ουσίαν παίζουν και έναν «εκπαιδευτικό» ρόλο, σε ό, τι αφορά τη συλλογική νοοτροπία και συνείδηση.

(Και) σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εντάξει κανείς πτυχές των εφαρμοζομένων το τελευταίο διάστημα πολιτικών. Προηγήθηκαν χρόνια δυσφήμησης όλων των μεταπολιτευτικών κατακτήσεων: συνδικαλισμός, δημόσιο, δωρεάν πανεπιστήμιο με δημοκρατική συνδιοίκηση, δημόσια ιδιοκτησία, κοινωνικές κινητοποιήσεις, δημόσια, δωρεάν υγεία και φυσικά ο θεσμός και ο ρόλος των πολιτικών συλλογικοτήτων, προεξαρχόντων των πολιτικών κομμάτων. Η χρόνια αυτή δυσφήμηση εντόπιζε παραφθορές και αλλοτριώσεις των εν λόγω κατακτήσεων, εστίαζε μόνο σε αυτές, τις διόγκωνε επικοινωνιακά ή και τις προβοκάριζε.

Σήμερα λοιπόν αντί να προωθηθεί μια ατζέντα μετασχηματισμού των εν λόγω κατακτήσεων, δηλαδή εμβάθυνσής τους και διεύρυνσής τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ακόμα μεγαλύτερες κοινωνικές και δημοκρατικές ανάγκες του λαού εν μέσω δομικής καπιταλιστικής κρίσης, που τις καθιστά περισσότερο επίκαιρες από ποτέ, προωθείται μια ατζέντα αποδόμησης βασικών κοινωνικών και δημοκρατικών πυλώνων.

Οι δήθεν μεταρρυθμίσεις αποτελούν αντί- μεταρρυθμίσεις με στόχο την επιστροφή σε ορισμένους τομείς στο προδικτατορικό μοντέλο και σε άλλους τομείς αντιγράφοντας το μετασοβιετικό μοντέλο της περιόδου Γιέλτσιν και της οικοδόμησης του μαφιόζικου καπιταλισμού. Άλλωστε, οι πλέον ένθερμοι υπερασπιστές αυτού του σχεδίου έριξαν το σύνθημα της «αποσοβιετοποίησης» που αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο θα ήταν απλά αφελές και γελοίο.

Το αυτό ιδεολογικό και υλικό πλαίσιο έρχεται να υπηρετήσει και η προωθούμενη αλλαγή στη γ’ βάθμια εκπαίδευση. Τη διάλυση του δημοκρατικού, δημοσίου πανεπιστημίου ως μιας ενότητας επιστημονικής, πολιτικής και κοινωνικής παιδείας, προς όφελος ενός μοντέλου ακριβοπληρωμένης κατάρτισης που ακολουθείται από κακοπληρωμένες δουλειές, για τις οποίες διαγκωνίζονται μοναχικά, ανταγωνιστικά και εν τέλει απολιτικά άτομα.

Αυτήν την κατεύθυνση υπηρετούν και όσοι μιλούν για διαρθρωτικές αλλαγές και επενδύσεις, εννοώντας την εκποίηση του δημοσίου πλούτου σε συνθήκες υποτιμητικής κερδοσκοπίας, με στόχο τη δημιουργία ιδιωτικών μονοπωλίων αντιστοίχων με αυτά της δεκαετίας του ’50 και του ‘60 Ή όσοι υποστηρίζουν την εξαφάνιση των κοινωνικών δικαιωμάτων ως προϋπόθεση για την ανταγωνιστικότητα τμήματος των ελληνικών επιχείρησεων στη βάση της υπερεκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού.

Ο αγώνας που δίνει η δεξιά πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ- με προμετωπίδα την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική- και η εκτός ΠΑΣΟΚ δεξιά, μαζί και με τμήμα της αριστεράς που σύρεται εκόν- άκον σε αυτήν την κατεύθυνση επιδιώκει να σβηστεί από τη συλλογική συνείδηση κάθε δημοκρατική κατάκτηση και κάθε ίχνος εμπιστοσύνης στο δημόσιο χώρο. Επιδιώκει να θεωρηθεί η μεταπολιτευτική διαδικασία ως ιστορικό δυστύχημα, όπως για παράδειγμα προσπάθησε να κάνει η γαλλική δεξιά για το Μάη του ’68.

Όσοι δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδομήσουμε και τα τελευταία στηρίγματα προς όφελος του δημοσίου χώρου και του λαού βρισκόμαστε σε στρατηγική σύγκρουση με αυτές τις δυνάμεις. Δεν κλείνουμε τα μάτια μας σε υπαρκτές παραφθορές και αλλοιώσεις των όποιων κατακτήσεων. Υπερασπιζόμαστε τους αναγκαίους μετασχηματισμούς που θα διατηρήσουν και θα ενισχύσουν τις εν λόγω κατακτήσεις. Επιπλέον- και- σε ένα τέτοιο πλαίσιο η ιδεολογική, πολιτική μάχη μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ και μέσα από το ΠΑΣΟΚ είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την πορεία των πραγμάτων συνολικά στη χώρα.

Θέμης Τζήμας, Μέλος ΕΣ ΠΑΣΟΚ

1 σχόλιο:

Giannis είπε...

Στέφανε, τώρα το πήρα χαμπάρι...
Πολύ καλό κείμενο. Εκτός από:

1. "Η ηγεμονία αυτή δεν κατόρθωσε για μια σειρά λόγων, διεθνώς και εγχώρια προσδιορισμένων, υλικών και ιδεολογικών να μετασχηματίσει τη βάση, τις σχέσεις παραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού"
α).Οι παραγωγικές σχέσεις του καπιταλισμού,ιστορικά, πουθενά στον κόσμο δεν μετασχηματίστηκαν οριστικά και αμετάκλητα σε σοσιαλιστικές με την κλασσική του όρου έννοια, της διαχείρησης δηλ της παραγόμενης υπεραξίας(;)και της σταδιακής απομοίωσης του Κράτους.(οι εθνικοποιήσεις και τα διάφορα μοντέλα αυτοδιαχείρησης δεν αποτελούν ουσιαστικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού αλλά αντίθετα,εκδοχές του και μάλιστα περιστασιακές)
Απόπειρες και πειράματα, ναί,έγιναν-τα γνωστά-και όλα κατέληξαν είτε σε παλινόρθωση του πιό βίαιου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού(ΕΣΣΔ κλπ κομεκόν),είτε σε πιό ομαλές και ελεγχόμενες, αυταρχικές(;) εκδοχές του (πχ Κίνα).
β). Το Πασοκ ουδέποτε διατύπωσε ή υπονόησε ή/και επιχείρησε κάτι τέτοιο.
γ). Το μόνο που στη πράξη επιχείρησε ήταν ο προοδευτικός αστικός εκδημοκρατισμός της κοινωνίας και η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης επί το δημοκρατικότερο και το παραγωγικότερο.Και
δ.) Η ανολοκλήρωτη Αλλαγή,-ως τέτοια-αυτοαναιρέθηκε,ηττήθηκε και νομοτελειακά οδήγησε στο αντίθετό της,στην παλινδρόμηση.Ουσιαστικά δηλ. λειτούργησε ως μια παρένθεση στην αναπόφευκτη ανέλιξη του- όποιου- καπιταλισμού προς το ανώτερο στάδιό του, το σημερινό.Και ακριβώς επειδή κάπως το πασοκ την επιβράδυνε σχετικά, η "ολική επαναφορά" έγινε με τη λογική του "αναζητώντας το χαμένο χρόνο" και φυσικά a la Grecque Mafia!

2. "ένα τμήμα της αριστεράς,...είτε επειδή διαπνέεται από ιδιοκτησιακή αντίληψη προς συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα,..."
Αναφερόμενο προφανώς στο ΚΚΕ, αποφεύγει-για προφανείς λόγους- να στοχεύσει στο κυριώτερο χαρακτηριστικό του,τότε αλλά και τώρα ακόμα-με άλλο ιδεολόγημα,εννοείται!-!
Δηλ. τον άμεσα εξαρτημένο χαρακτήρα του από την ΕΣΣΔ, μιαν άλλη,ξένη,εθνική και δη ιμεριαλιστική κρατική οντότητα. Αυτός ήταν ο κύριος στόχος του: να προσδέσει τη χώρα συνολικά στο άρμα της κυριαρχίας της ΕΣΣΔ, να την υποτάξει σ αυτήν,ελέγχοντας τμήματα του λαού και εκβιάζοντας έτσι πολλαπλά- με καταστροφικές για την οικονομία παρεμβάσεις- την Αστική Τάξη,τότε και τώρα. Ο ψευδεπίγραφος και δογματικός Υπέρ-αριστερός στα λόγια και φασιστικός στη πράξη πρακτικισμός του ΚΚΕ,είναι αποκλειστικά το εργαλείο, το όχημα προς την επίτευξη του στρατηγικού του στόχου,που σαφώς διαφέρει σήμερα του τότε.
Σήμερα απλώς, είναι ένα "μαγαζάκι της κεντρικής οδού" που παλεύει να επιβιώσει αντλώντας τα μέγιστα δυνατά κέρδη εν μέσω ισοπέδωσης των ανθρώπων.
Αυτό κι αν είναι Μαυραγοριτισμός!