Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

H Boυλή, η (ακρο)δεξιά και η Αριστερά, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Η Αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να μιμηθεί τον αντικοινοβουλευτισμό της ακροδεξιάς: αν φταίει γενικώς «η Βουλή», δεν φταίει κανείς, κι αν φταίνε «όλοι οι πολιτικοί», τότε σειρά έχουν οι στρατιωτικοί ή «ένας Παπαδόπουλος»


Εξηγώντας την υποτιθέμενη αντικαπιταλιστική πολιτική στροφή του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, ο Συλβάν Κρεπόν σημειώνει σε άρθρο του που φιλοξένησε πρόσφατα το Red Notebook: «[Αν και μιλά αντικαπιταλιστικά], παρόλα αυτά [το Μέτωπο] κινείται ακόμη περισσότερο στην ακροδεξιά, στο βαθμό που εγγράφεται εκτός του πολιτικού παιχνιδιού και κάθε συγκεκριμένης δημοκρατικής προοπτικής» (η υπογράμμιση δική μου).

Ο Κρεπόν αναφέρεται στην απόρριψη, εκ μέρους του Μετώπου, της αντίθεσης Δεξιάς-Αριστεράς, στην προσπάθειά του να αυτοπροβληθεί ως anti-party party (κόμμα του αντικομματισμού), που βρίσκεται πέρα από τις κλασικές ιδεολογικές και πολιτικές διαιρέσεις και τοποθετείται πάνω στη δική του διαχωριστική γραμμή: αυτήν ανάμεσα στους υπερασπιστές της εθνικής ταυτότητας και το «σύστημα». Ως «σύστημα» δεν κατονομάζεται βέβαια ο τρόπος παραγωγής, ποιοι και πώς κερδίζουν ή χάνουν από αυτόν, αλλά οι «κοσμοπολίτες» και οι διεθνείς οργανισμοί.

Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε και στα καθ’ημας, μεταξύ άλλων και από το λεπενιστή Μάκη Βορίδη. Το έδαφος είχε ετοιμάσει ο Καρατζαφέρης, αναπαράγοντας τον Λεπέν («στα εθνικά είμαι δεξιός, στα κοινωνικά αριστερός»). Ο Βορίδης το έθεσε με πιο ιδεολογικούς όρους: «Από το γαλλικό ‘’ni gauche ni droite’’ (oύτε αριστερά ούτε δεξιά) στην ιταλική ‘’terza via’’ (τρίτος δρόμος), είναι φανερό ότι τουλάχιστον μία ορισμένη πλευρά της εθνικής πολιτικής σκέψης υπερβαίνει το δίλημμα αυτό παρουσιάζοντας την εθνική θέση ως ικανή να ξεπεράσει τη διχαστική για το λαό διάκριση ανάμεσα σε ‘’Δεξιούς’’ και ‘’Αριστερούς’’. (…) Πάντα οι πατριώτες διανοούμενοι προσπαθούσαν με την αναφορά στην ιδέα του έθνους να δημιουργήσουν στην κοινωνία συνείδηση της οργανικής της ενότητας, να τονίσουν αυτά που ενώνουν (γλώσσα, παράδοση, ιστορία, θρησκεία, πολιτισμός) και να υπερβούν αυτά που χωρίζουν (ταξική καταγωγή, θέση στην παραγωγή, οικονομική κατάσταση)», εξηγεί ο ίδιος στην ΆλφαΈνα (2/4/2006). «Σήμερα τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίσει να συναντηθούμε σ’ένα ενιαίο πατριωτικό μέτωπο εμάς, τους ριζοσπάστες Δεξιούς, με τους συντηρητικούς Ν.Δ., με τους παραδοσιακούς κεντρώους πατριώτες, με τους πατριώτες αντιιμπεριαλιστές της Αριστεράς».

Αυτή η συνάντηση δεν έγινε βεβαίως ποτέ. Και σήμερα, που γύρω από το Μνημόνιο επαναπροσδιορίζεται το πολιτικό παιχνίδι και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς (σε τελική ανάλυση: μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας), αυτή η συνάντηση, η κατίσχυση του καταθλιπτικού «όλοι ίδιοι είναι», δεν έχει κανέναν λόγο να συμβεί. Κι όμως: το ΛάΟΣ, το κόμμα που ψήφισε το Μνημόνιο, «απειλεί» με αποχώρηση από τη Βουλή, αρνούμενο σε αυτήν να εκφράζει το πολιτικό παιχνίδι όπως παίζεται σήμερα και επιχειρώντας να υπερβεί, συμβολικά, τη διαχωριστική γραμμή Δεξιάς-Αριστεράς την ώρα που αυτή βαθαίνει.

Τι έχει αλλάξει από την τελευταία διετία, που ως κοινοβουλευτικό κόμμα διολισθαίνει χωρίς προσχήματα, όχι στον «τρίτο δρόμο» του μεταφασιστικού MSI, αλλά στο δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; «Νομιμοποίηση» των ημιυπαίθριων χώρων, φοροαπαλλαγή για τα αυτοκίνητα πολυτελείας, κατάργηση της φορολογίας των επιχειρήσεων, νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος, κατάργηση του πόθεν έσχες, θεσμοποίηση της παραοικονομίας, εκποίηση δημόσιων οργανισμών και κτιρίων και κατάργηση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, αποτελούν μερικά μόνο από τα μέτρα που το κόμμα έχει προτείνει, και μάλιστα πριν από την ψήφιση του Μνημονίου, στο όνομα της «έκτακτης συνθήκης» της κρίσης. Σε πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου του, ο οποίος «δεν μετανιώνει» για το Μνημόνιο, επανήλθαν προτάσεις για επέκταση των ωρών εργασίας κατά μία ώρα, επιμήκυνση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης κατά 2 χρόνια, νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, νέα κίνητρα στις επιχειρήσεις - ως και για άνοιγμα καζίνο (!). Πόσο «πέραν» της Δεξιάς είναι αυτά;

Ως κόμμα που μιλάει στο όνομα του «έθνους» αλλά από τη σκοπιά των πλουσίων, και αρνούμενο σήμερα στη Βουλή τη δυνατότητα να εκφράζει τις κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές διαιρέσεις που εν μέσω κρίσης γίνονται βαθύτερες, το ΛάΟΣ μετακομίζει οριστικά, όχι σε κάποιον υποτιθέμενο «τρίτο δρόμο», αλλά στην ακροδεξιά· κι αυτό, επιχειρώντας να κάνει το Σύνταγμα κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τις -απολύτως συστημικές- αμαρτίες του.

Ανεξαρτήτως αν η ακροδεξιά φύγει τελικά από τη Βουλή ή όχι (προσωπικά δεν το πιστεύω), η Αριστερά πρέπει να δει αυτή τη «μετακόμιση και να αναδείξει τη σκοπιμότητά της, που δεν είναι μόνο επικοινωνιακή: ο Καρατζαφέρης θέλει, ως διαφημιστής, να μιλούν και πάλι για το προϊόν του (είτε φύγει είτε όχι απ΄τη Βουλή, αυτό είναι κέρδος από μόνο του), θέλει να χαϊδέψει τους Αγανακτισμένους, θέλει όμως και να επανασυνδεθεί με το πιο λαϊκό-«αγωνιστικό» (και αντικοινοβουλευτικό-φιλοδικτατορικό) κομμάτι της ακροδεξιάς, που αγανάκτισε με τη φιλομνημονιακή τοποθέτηση του ΛάΟΣ. Ας τα εξηγήσουμε αυτά, κι ας πούμε ότι υπάρχει πρόβλημα με τη Βουλή, αλλά όχι αυτό που εννοούν οι ακροδεξιοί: το πρόβλημα ξεκινάει από το σημείο που η Βουλή παύει να εκφράζει τις αγωνίες της κοινωνικής πλειοψηφίας, παρά το πλήθος κομμάτων που διαθέτει - και το ΛάΟΣ είναι μέρος αυτού του προβλήματος. Το να αρνούμαστε στη Βουλή (από ιδεολογική αδιαλλαξία ή απλώς απόγνωση) τη δυνατότητα να αναδεικνύει πλειοψηφίες που να εκφράζουν την κοινωνική πλειοψηφία, το να τσουβαλιάζουμε σήμερα τα ξερά με τα χλωρά, σημαίνει να αθωώνουμε αυτούς που δημιουργούν το πρόβλημα ή να τους λέμε ότι παίζουν χωρίς αντίπαλο. Ασφαλώς η δημοκρατία δεν εξαντλείται στη Βουλή και η παρουσία του ΛάΟΣ σε αυτήν δεν αποτελεί εγγύηση για τη δημοκρατία. Η (ενδεχόμενη) μετακόμιση του ΛάΟΣ εκτός Βουλής, όμως, δεν έχει καμία σχέση με το αίτημα για περισσότερη ή πραγματική δημοκρατία. Ακριβώς το αντίθετο.

Εννοείται ότι, ειδικά σήμερα, η Αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να μιμηθεί αυτή τη μετακόμιση ή να παπαγαλίζει το γελοίο και επικίνδυνο αντικοινοβουλευτισμό της ακροδεξιάς: αν φταίνε «όλοι», δεν φταίει κανείς, κι αν φταίνε «όλοι οι πολιτικοί», τότε σειρά έχουν οι στρατιωτικοί ή «ένας Παπαδόπουλος». Ειδικά σήμερα, η θέση της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι παρά αυτή που πάντα ήταν: και μέσα στη Βουλή, με τους πολιτικούς της συμμάχους που τοποθετούνται από τη δική της σκοπιά στην κυρίαρχη αντίθεση (αντιμαχόμενοι, δηλαδή, το Μνημόνιο), και έξω, με τον κόσμο που μουτζώνει αυτούς που το ψήφισαν, ψάχνoντας δρόμους χειραφέτησης από αυτούς. Όπως έξω από τη Βουλή, ακριβώς έτσι και μέσα, όλοι ίδιοι δεν είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: