Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Ο Συντηρητισμός , ο Ατομισμός ΚΑΙ οι Προοδευτικές Πολιτικές και Κοινωνικές Αρχές , LEFT G700-''Γενιά των700 ευρώ''.

Συνομιλώντας με έναν φίλο από τη γενιά των 700 ευρώ που δεν θέλει να ξέρει τίποτε από όσα γράφουμε εδώ
Πριν από ένα μήνα περίπου, στο post με την ανοιχτή επιστολή προς το ΚΚΕ, στάλθηκε εδώ ένα σχόλιο από κάποιον, υποθέτουμε, σπάνιο αναγνώστη κι ακόμα πιο σπάνιο σχολιαστή —αυτό το ξέρουμε.
Καθώς δεν είναι οπαδός της Αριστεράς, στη μικρή συζήτηση που ακολούθησε διατύπωσε, συνοπτικά, αρκετά από τα συμπεράσματα τα οποία τον έχουν οδηγήσει σε αυτή την απέναντι από εμάς πολιτική θέση και στην αδιαφορία του για όσα γράφουμε. Και σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο έβγαλε όλη του την αγανάκτηση για μας (όχι προσωπική αγανάκτηση, να εξηγούμαστε, πολιτική):
«Εμένα με ενδιαφέρει να βρω δουλειά στο αντικείμενό μου [Σημ. συντ.: ηλεκτρονικός μηχανικός με μάστερ στα ενεργειακά συστήματα και το περιβάλλον], με ενδιαφέρει ένα μικρό κράτος γιατί έχει αποδειχτεί ότι είναι ανίκανο πέρα των βασικών, με ενδιαφέρει να υπάρχουν ελεύθερα και ανοιχτά πανεπιστήμια που θα παράγουν έρευνα χωρίς ίχνος κομματικοποίησης, με ενδιαφέρει να μην ασχολούμαι με συνδικαλιστές, εργατοπατέρες, βολεμένους επαναστάτες αριστερούς κ.λπ. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνει η Αριστερά, που το μόνο που ξέρει είναι η ρητορεία, οι πορείες, οι παράλογες εξαγγελίες στου στυλ 1100 ευρώ σε κάθε άνεργο χωρίς προϋποθέσεις, δεν με ενδιαφέρει για ποιο λόγο μαλώνετε μεταξύ σας, δεν με ενδιαφέρει το μ-λ ΚΚΕ, δεν με ενδιαφέρει το λ-μ ΚΚΕ, δεν με ενδιαφέρουν οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν με ενδιαφέρουν οι απεργίες πείνας λαθρομεταναστών, δεν με ενδιαφέρουν οι μπαχαλάκηδες. Αν κοιτάξεις και λίγο έξω από τον κύκλο σου θα δεις ότι δεν ενδιαφέρει κανέναν της G700 το θεματολόγιο του blog. Όχι ότι δεν είναι ενδιαφέρον για κάποιους που το χόμπι τους είναι η Αριστερά (όλοι χρειαζόμαστε ένα χόμπι), απλώς την γενιά των 700 ευρώ δεν την νοιάζει καθόλου».
Τότε, του είχαμε υποσχεθεί ότι θα συνεχίζαμε εκείνο τον διάλογο με ένα post. Σήμερα, εκπληρώνουμε αυτή την υπόσχεση, εστιάζοντας στις παραπάνω απόψεις του. Δεν μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι ο φίλος Παναγιώτης (έτσι υπογράφει) θα το διαβάσει και θα συνεχίσει την κουβέντα. Αλλά, κι αυτό να μη γίνει, το post δεν θα πάει χαμένο. Πολλοί από τη γενιά μας θα συνυπέγραφαν με ενθουσιασμό τα λόγια του Παναγιώτη. Έτσι λοιπόν, είναι σαν να μιλάμε σε όλους αυτούς. Αν όχι ο Παναγιώτης, μπορεί κάποιοι άλλοι να πάρουν το λόγο.
Πες μου τα παραμύθια που άκουγες μικρός να σου πω ποιος είσαι!
Δεν ξέρουμε πόσοι το σκέφτονται, αλλά εμείς το έχουμε πάντα στο μυαλό μας από τότε που μας το επισήμανε ένα από τα επίτιμα μέλη μας: Η πλειοψηφία των νέων της γενιάς μας τελείωσε το Λύκειο μέσα στα επτά από τα οκτώ χρόνια της παντοκρατορίας Σημίτη. Πιο συγκεκριμένα, αν παραμείνουμε στον πιο ευρέως αποδεκτή ηλικιακή οριοθέτησή μας (νέοι 25 – 35 ετών), τότε, μερικές απλές αριθμητικές πράξεις μας δείχνουν ότι όλοι, από τους σημερινούς εικοσιεξάρηδες μέχρι και τους τριαντατριάρηδες, έχουν τελειώσει το Λύκειο επί Σημίτη. Δηλαδή την περίοδο κατά την οποία διαμορφώθηκαν οι βασικοί άξονες της κυρίαρχης αφήγησης, οι νέες «Μεγάλες Ιδέες του Έθνους»: αυτές του δυτικότροπου «εκσυγχρονισμού», της εκστρατείας κατά του «λαϊκισμού», του «εξορθολογισμού» της κρατικής μηχανής, της «ισχυρής» Ελλάδας που έβγαινε στο παγκόσμιο προσκήνιο με την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2οο4… Λίγο αργότερα ήρθε και ο μύθος του «λαϊκού» καπιταλισμού μέσα από την αεικίνητη μηχανή δημιουργίας εισοδημάτων για τον λαό, του Χρηματιστηρίου, και, βεβαίως βεβαίως η αψευδής απόδειξη της εθνικής ισχύος με την ένταξή μας στην ευρωζώνη που κατοχύρωνε τη «διαρκή πρόοδο» και την πραγματική σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες και, επομένως, δικαιολογούσε κάθε ενατένιση του μέλλοντος με αισιοδοξία. Όλα αυτά, εννοείται, μέσα στα πλαίσια της θριαμβεύτριας φιλελεύθερης δημοκρατίας των ανοιχτών (καπιταλιστικών) οριζόντων και της διαρκούς υπενθυμητικής διεκτραγώδησης των «κακών» της Ιστορίας, που αποπειράθηκαν να υλοποιήσουν «εγκληματικά επικίνδυνες ουτοπίες» με «τραγικά αποτελέσματα για τους λαούς τους». Και, φυσικά, με τα μεγάφωνα που κήρυτταν τον παγκόσμιο και παγκοσμιοποιημένο λόγο του Κυρίου (κεφαλαίου) στη διαπασών: Προσαρμογή και προσαρμοστικότητα στις «νέες συνθήκες», οι οποίες προέκυψαν «φυσικά», αφού άλλωστε συνάδουν με την «ατομικιστική και ελεύθερη φύση» του ανθρώπου, προθυμία στην ανάληψη των ατομικών ευθυνών και του ρίσκου που αναλογούν στον καθένα και ανταγωνισμός μέχρι τελικής πτώσεως, αφού μόνο αυτός φέρνει στην επιφάνεια τις καλύτερες αρετές του ανθρώπου. Στο τέλος όλων αυτών, η Μεγάλη Υπόσχεση: The Sky Is The Limit!
Βέβαια, στη δεύτερη τετραετία Σημίτη άρχισε να γίνεται φανερό ότι η Μεγάλη Υπόσχεση δεν αφορούσε σε όλους, αλλά στα επιχειρηματικά κέρδη που καρπωνόντουσαν τη μερίδα του λέοντος από τη σταθερά μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ κάθε χρόνο, με το μερίδιο που αντιστοιχούσε στην εργασία να μειώνεται κι αυτό σταθερά. Ο Σημίτης έφυγε (με τις λεμονόκουπες) και ήρθε η «λαϊκή Δεξιά» να «αποκαταστήσει τις αδικίες». Τις «αποκατέστησε» όπως τις αποκατέστησε, αλλά για τους εργαζόμενους δεν άλλαξε κάτι: εξακολουθούσαν να τη βγάζουν με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι. Παρ’ όλα αυτά, κέρδισε και τις δεύτερες εκλογές, ο ΓΑΠ παρά λίγο να χάσει το θρόνο του, αλλά επέζησε για να κερδίσει τις τρίτες και φαρμακερές.
Αυτό έγινε όταν ανακάλυψε ότι «λεφτά υπάρχουν» (σε αντίθεση με τον Καραμανλή που είπε «λαέ να σφίξεις κι άλλο το ζωνάρι»). Τότε αναθάρρησαν όλοι: «Λεφτά υπάρχουν! Λεφτά υπάρχουν!», έλεγαν ο ένας στον άλλο με ανακούφιση. Το άκουσε και η γενιά μας, για την ακρίβεια το «προοδευτικό» κομμάτι της, και αναθάρρησε κι αυτή. Τόσο που, δια μέσω του επίσημου οργάνου της, του g700.blogspot.com, πρότεινε να μας δίνει λέει το κράτος και επίδομα ενοικίου, για να διευκολύνει «το άνοιγμα των φτερών μας», μακριά από την πατρική στέγη! Από εκεί και πέρα αφηνόταν να εννοηθεί, πάλι: The Sky Is The Limit!
The Sky Is The Limit (but where is the sky?)
Μ’ αυτή την ιδεολογία που συνοπτικά περιγράψαμε παραπάνω λοιπόν διαπαιδαγωγημένη, καλείται σήμερα η γενιά μας να αντιμετωπίσει τη μαύρη αλήθεια: Λεφτά δεν υπάρχουν κι ο μόνος τρόπος να βρεθούν είναι να τα πάρουν από όσους μπορούν να ζήσουν μόνο εκμισθώνοντας την εργασία τους (με το μήνα, τη βδομάδα, τη μέρα, ή το κομμάτι). Κι αυτό σημαίνει συνεχή απαξίωση της εργασίας μέχρι το σημείο που θα είναι αρκετά ελκυστική η τιμή της για να την «αγοράσει» το κεφάλαιο με όρους που θα το συμφέρουν, αλλά πάντα με την «ελεύθερη» συναίνεση των εργαζομένων, όπως ταιριάζει σε μια ευνομούμενη, φιλελεύθερη αστική δημοκρατία… Όλα τα παραπάνω, στην καλύτερη περίπτωση. Σε μια χειρότερη εκδοχή δεν θα έχουμε ούτε αυτό. Όπως ο φίλος Παναγιώτης που είναι στην ανεργία.
Είναι στην ανεργία, παρά το ότι έκανε ότι του ζητούσαν οι κήρυκες της Νέας Εποχής. Στρώθηκε στο διάβασμα, έκανε καλές σπουδές σε αναπτυσσόμενο κλάδο και φρόντισε να εξειδικευθεί σε τομείς επίσης «πρώτης ζήτησης». Όλα αυτά με κόπο. Κι όμως δουλειά στο αντικείμενό του δεν έχει. Το σύστημα της «διαρκούς προόδου» φαίνεται ότι στην περίπτωσή του δεν δουλεύει, κόλλησε. Παρά το ότι φρόντισε να καταστεί «απασχολήσιμος», δουλειά γιοκ!
Τις πταίει; Για τον Παναγιώτη, για τον κάθε Παναγιώτη, Χρήστο, Ελένη, Δήμητρα, Γιώργο, Έφη, Κώστα, Σπύρο, Μαρίνα, κατ’ αρχήν φταίει το μεγάλο κράτος. Δεν έχει σημασία αν το «μεγάλο κράτος» είναι όσο μεγάλο είναι στις άλλες και πιο «προηγμένες» ευρωπαϊκές χώρες (σε ορισμένες περιπτώσεις μικρότερο) και με το ίδιο πάνω-κάτω «κόστος», ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ούτε πηγαίνει το μυαλό του στο ενδεχόμενο να έδινε το κράτος δουλειά, επειδή το σύστημα στο οποίο ομνύει δεν παρήγαγε θέσεις εργασίας. Δεν σκέπτεται καν ότι τα μεταπτυχιακά του τα πλήρωσε ο πατέρας δημόσιος υπάλληλος (για να μη μιλήσουμε για το πρώτο του αυτοκίνητο· αυτό ίσως να του το πλήρωσε η μητέρα υπάλληλος ΔΕΚΟ). Τίποτε δεν σκέπτεται ο Παναγιώτης. Θέλει μόνο μικρό κράτος. Πιστεύει ότι αν μικρύνει το κράτος, το κεφάλαιο θα επενδύσει και θα βρει κι αυτός δουλειά, επιτέλους! Δεν έχει καταλάβει ακόμα ούτε καν πώς δουλεύει το αγαπημένο του σύστημα. Νομίζει ότι ο κεφαλαιοκράτης επενδύει για να βρει αυτός, ο Παναγιώτης, δουλειά, κι όχι για να βρει εκείνος περισσότερα κέρδη για τον εαυτό του! Και δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι το κεφάλαιο, εδώ και πολλά χρόνια, καθώς δεν βρίσκει πια διεξόδους «ικανοποιητικής» κερδοφορίας στις χώρες του ανεπτυγμένου (και κορεσμένου) καπιταλισμού, προτιμά να επενδύει μόνο εκεί που η τιμή της εργασίας είναι «ελκυστική» ή, ακόμα καλύτερα, να φτιάχνει πυραμίδες με ευφάνταστα χρηματιστηριακά προϊόντα. Εν ολίγοις, ο κόσμος το ’χει τούμπανο ότι το σύστημα της «διαρκούς προόδου», ο καπιταλισμός, έχει φρακάρει, κι ο Παναγιώτης ούτε καν κρυφό καμάρι!
Αντίθετα, εκείνο που έχει τούμπανο ο Παναγιώτης είναι οι όποιοι διαβρωμένοι συνδικαλιστές, οι όποιες ανέξοδες ρητορείες της Αριστεράς, οι όποιοι εκ του ασφαλούς αριστεροί «επαναστάτες» και οι όποιες ενδοαριστερές ανθρωποφαγίες.[1] Κι εδώ ταιριάζει η παροιμία που αναφέραμε λίγο παραπάνω, αλλά στην κανονική της εκδοχή: ο (αριστερός) κόσμος το ’χει τούμπανο κι ο Παναγιώτης κρυφό καμάρι! Προφανώς νομίζει ότι εμείς (και να ’μαστε μόνο εμείς!) δεν τα βλέπουμε όλα αυτά. Ή ότι τα βλέπουμε, αλλά μας αφήνουν παγερά αδιάφορους και δεν έχουμε γράψει ούτε λέξη! Προφανώς ή λιγότερο προφανώς: είναι πολύ βολικό να κάνεις κριτική εκ δεξιών, «ξεχνώντας» ότι κριτική για τα ίδια ζητήματα γίνεται και εξ αριστερών…
Και είναι πολύ βολικό, γιατί έτσι, απαλλοτριώνοντας δηλαδή την κριτική μόνο για τον εαυτό του και για όσους προσλαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα, μπορεί: Μέσω της καταδίκης του εργατοπατερισμού να καταδικάσει την ίδια την ιδέα του συνδικαλισμού. Μέσω της αποκήρυξης της άκρατης κομματικοποίησης να αποκηρύξει την ίδια την ιδέα της πολιτικής οργάνωσης των εργαζομένων. Και μέσω τής κατάδειξης των ανεπαρκειών της Αριστεράς ή του εσωτερικού σπαραγμού της να καταδείξει την
την κατ’ αυτόν δομική και εγγενή αδυναμία της να δώσει λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας, τώρα και στο μέλλον.
Κι ακόμα, είναι πολύ βολικό, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ο Παναγιώτης μπορεί με ήσυχη τη συνείδηση ότι κάνει το σωστό, να συνεχίσει τον ίδιο μονήρη δρόμο της αναζήτησης μιας κάποιας τύχης. Όπου, κατά τη διαδρομή, είναι υποχρεωμένος να παλέψει με θεούς και δαίμονες (δηλαδή με άλλους Παναγιώτηδες) για να προλάβει πρώτος να βρει μια θέση κάτω από τον ήλιο. Και μετά, όταν τη βρει, αν τη βρει, τι θα γίνεται μετά; Μετά θα πρέπει να παλεύει με την ίδια αποφασιστικότητα, για να την κρατήσει με νύχια και με δόντια, υπερασπίζοντάς την «έως θανάτου» από κάποιους άλλους. Κάποιους που θα βρεθούν αύριο στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται αυτός σήμερα. Κάποτε θα κουράζεται και θα χάνει, παρά την αποφασιστικότητά του. Και θα ξαναρχίζει πάλι. Έτσι, με πρόσκαιρες νίκες και διαρκή πάλη, θα βγάλει μια ολόκληρη ζωή ο Παναγιώτης. Μόνος εναντίον όλων!
Φίλε Παναγιώτη (κι εσείς όλοι που σκέφτεστε με τον ίδιο τρόπο):
Βγαίνει ρε γαμώτο μια ολόκληρη ζωή έτσι;
LEFTG700
[1] Θα λέγαμε πως δεν του αρέσουν οι ανθρωποφαγίες, αλλά προκύπτει ότι βλέπει το ζήτημα με κάποια «ελαστικότητα». Δεν εξηγείται αλλιώς αυτό που γράφει: «δεν με ενδιαφέρουν οι απεργίες πείνας λαθρομεταναστών». Δεν τον ενδιαφέρουν τώρα. Όταν όμως οι υπεργολάβοι μπαμπάδες μας αύξαναν το περιθώριο κέρδους τους (μας) από τα μεροκάματα πείνας και την ανασφάλιστη εργασία των μεταναστών (ή και το αίμα τους!), κατά την περίοδο των μεγάλων δημοσίων έργων, ήταν όλα ωραία και καλά!

Δεν υπάρχουν σχόλια: