Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

ΕΕ : Δεν έχει δικαίωμα η ΔΕΗ να κόβει το ρεύμα για το χαράτσι, Πηγή: www.badmoney.gr

«Δεν έχει δικαίωμα η ΔΕΗ να κόψει το ρεύμα σε κανέναν πολίτη που δεν πληρώνει το φόρο αλλά πληρώνει το ηλεκτρικό ρεύμα» απαντάει ο Γερμανός Επίτροπος κ. Oettinger αρμόδιος για θέματα ενέργειας στον Ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Χουντή.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ν. Χουντής στην ερώτησή του ισχυριζόταν ότι με βάση την κοινοτική νομοθεσία «δεν έχει δικαίωμα το κράτος να επιβάλλει στους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΗ) να διακόψουν την παροχή σε εκείνους τους καταναλωτές που δεν καταβάλλουν το διεκδικούμενο φόρο» αλλά πληρώνουν κανονικά την κατανάλωση του ρεύματος που χρησιμοποίησαν. Τόνιζε ταυτόχρονα ότι πολύ περισσότερο δεν μπορεί να διακοπεί η παροχή σε ευάλωτους καταναλωτές, όπως ορίζει και η σχετική οδηγία 2009/72.

Στην απάντησή του ο Γερμανός Επίτροπος κ. Oettinger, τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι σε κάθε περίπτωση οι κυβερνήσεις πρέπει να εξασφαλίζουν «τη συμμόρφωση με το σύνολο της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2009/72/ΕΚ και των διατάξεων αυτής που αφορούν την προστασία των καταναλωτών (άρθρο 3 και παράρτημα Ι), τα δικαιώματα των ευάλωτων καταναλωτών (άρθρο 3 παράγραφοι 7 και 8) και την καθολική υπηρεσία (άρθρο 3 παράγραφος 3).»

Συνεχίζοντας την απάντηση του ο Επίτροπος ενέργειας της ΕΕ, γίνεται απολύτως σαφής: «Οι διατάξεις σχετικά με την καθολική υπηρεσία γεννούν σαφή υποχρέωση των κρατών μελών και παρέχουν στους οικιακούς καταναλωτές το δικαίωμα να προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια. Η οδηγία δεν περιέχει διατάξεις που να εξαρτούν το δικαίωμα αυτό από την κατάσταση του νοικοκυριού ή των μεμονωμένων μελών του όσον αφορά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.» και καταλήγει την απάντησή του σημειώνοντας ότι αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τους ευάλωτους καταναλωτές: «Ως προς την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών, η οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την τήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που συνδέονται με τους ευάλωτους καταναλωτές.»

Ο Ν. Χουντής σχολιάζοντας αυτήν την απάντηση δήλωσε: « Η ανάλγητη κυβέρνηση, που αποδεικνύεται ότι δεν σέβεται καμία νομιμότητα, τόλμησε σήμερα να στείλει τα ΜΑΤ ενάντια σε όσους υπερασπίζονται το δικαίωμα του πολίτη να έχει ηλεκτρική ενέργεια και να μην του κόβουν το φως, εφόσον πληρώνει κανονικά τον λογαριασμό του. Καλούμε την κυβέρνηση μετά από αυτή την απάντηση, να πάρει πίσω αμέσως το απαράδεκτο χαράτσι, που πάει να επιβάλλει στους πολίτες.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Συνέντευξη του Στέφανου Τζουμάκα στο LAY-OUT Radio

18/11/2011
Ακούστε τη συνέντευξη στο ηχητικό που ακολουθεί:

Παρέμβαση στo Γ’ Συνέδριο του Ιδρύματος “Ανδρέας Λέντακης’’ με τίτλο «Δρόμοι της Νεολαίας. Από την Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα», Μάρτιος 2011


«Οι κύριες δυνάμεις καθορισμού των εξελίξεων της Μεταπολίτευσης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν η παρασιτική ολιγαρχία, το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, τα κόμματα, οι κοινωνικές οργανώσεις και η διαπλοκή επιχειρηματιών, ιδιοκτητών ΜΜΕ και ελεγχόμενων πολιτικών, που εμφανίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και επεκτάθηκε μετά, με αποκορύφωμα τη φούσκα του Χρηματιστηρίου.»


"Την ομιλία αυτή την έκανα – το Μάρτη του 2011-προς τιμήν και σε αφιέρωμα στον αείμνηστο αγωνιστή της Αριστεράς Ανδρέα Λεντάκη. (ένα από τα τραγούδια του Μ Θεοδωράκη ήταν για τα βασανιστήρια του Ανδρέα ..< Και στη ταράτσα χτυπούνε τον Ανδρέα , Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι , τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ...> Τα κύρια σημεία της:

  • Με την κριτική εκ των υστέρων, δεν μπορούμε να δούμε τι θα γινόταν αν.
  • Με το «αν» μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις και να γράφουμε σενάρια.
  • Με το «αν» δεν υπάρχουν ούτε κοινωνίες ,ούτε πολιτικές, ούτε ιστορία.
  • Η φιλολογία περί του "τέλους της Μεταπολίτευσης".
  • Η φιλολογία περί των "νέων εποχών" και της "νέας αρχής".
  • Η "νέα εποχή" και η νέα αρχή του ‘’νέου’’ Κοινωνικού, Οικονομικού και Πολιτικού ζόφου..
  • Η ‘’νέα’’ μεταπολίτευση και η ‘’νέα εποχή’’ με τις αποσκευές από το απώτατο παρελθόν της περιόδου του 60-80.
  • Οι γενιές του "πολιτικού χειμώνα" στην Ελλάδα έζησαν τη δικτατορία Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, το Μετεμφυλιακό κράτος, τη βία και νοθεία, τις πολιτικές δολοφονίες, την αποστασία, τη δικτατορία.
  • Η Γενιά του Πολυτεχνείου, η πρώτη γενιά Νίκης ενάντια στην ακροδεξιά και τη δεξιά. Και πάνω σε αυτή την νίκη οικοδομήθηκε η εδραίωση προοδευτικών ιδεών, η διεύρυνση των δημοκρατικών κατακτήσεων και η διαμόρφωση συνθηκών για μια σχετική ευημερία στη χώρα από το 1974 μέχρι σήμερα.
  • Κάθε γενεακή ανάλυση αποσιωπά τα ουσιώδη, δηλαδή το ότι σε κάθε καπιταλιστική χώρα την εξουσία την έχει η άρχουσα τάξη. Σε κάθε καπιταλιστική χώρα κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης
  • Ελλάδα: ήταν και είναι μια χώρα μέσης καπιταλιστικής ανάπτυξης, με υστέρηση στα δύο βάθρα του καπιταλισμού, τις επιχειρήσεις και την εργασία, στην οποία κυριάρχησε το παρασιτικό κεφάλαιο και η παρασιτική άρχουσα τάξη.
  • Οι κύριες δυνάμεις καθορισμού των εξελίξεων της Μεταπολίτευσης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν η παρασιτική ολιγαρχία, το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, τα κόμματα, οι κοινωνικές οργανώσεις και η διαπλοκή επιχειρηματιών, ιδιοκτητών ΜΜΕ και ελεγχόμενων πολιτικών, που εμφανίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και επεκτάθηκε μετά, με αποκορύφωμα τη φούσκα του Χρηματιστηρίου."


Καλησπέρα.

Θα ήθελα να προβώ σε ορισμένες επισημάνσεις και να τοποθετηθώ και με τα μέχρι τώρα λεχθέντα.

Πρώτον: Κατά τη γνώμη μου, όλα εξελίχθηκαν με βάση την τότε πραγματικότητα και τις τότε δυνατότητες, υποκειμενικές και αντικειμενικές. Εκ των υστέρων λάθη αναγνωρίζονται συνήθως για λόγους ιστορικούς. Ήταν λογικό λοιπόν, με βάση την τότε ριζοσπαστικοποίηση και πολιτικοποίηση των φοιτητών, να υπάρχουν αυτές οι πρακτικές και αυτές οι αντιλήψεις. Αυτές οδήγησαν σe εξέλιξη τη χώρα. Και επειδή έγινε στο παρελθόν, μια συζήτηση ότι το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ έχουν μεγάλη ευθύνη για την τότε κομματικοποίηση του φοιτητικού κινήματος, τα κόμματα συγκροτήθηκαν αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας και χρειάζονταν στελέχωση. Το ζήτημα της εδραίωσης της Δημοκρατίας ήταν πρωταρχικής σημασίας. Τα στελέχη αυτά προέρχονταν από τους διωχθέντες κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και από φοιτητές του αντιδικτατορικού αγώνα καθώς και από πολιτικοποιημένους φοιτητές μετά τη μεταπολίτευση. Τα κόμματα αποτελούν θεσμούς του κράτους σύμφωνα με το Σύνταγμα, και εμείς διαμορφώναμε τότε όλες τις πολιτικές και πρακτικές διαδικασίες. Ασφαλώς τη πολιτική σε ηγετικό επίπεδο είχαν οι τότε ηγέτες των κομμάτων.

Δεύτερο: Σε σχέση με όσα ειπώθηκαν, θα ήθελα να επισημάνω ότι σχετίζονται με το λεγόμενο «τέλος της μεταπολίτευσης» που το ακούμε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, από διάφορους νεόκοπους στην πολιτική που χαρακτηρίζονται από επιφανειακές προσεγγίσεις, ανθρώπους χωρίς βιώματα και «άκαπνους». Τόσο από ορισμένους που έχουν ενταχθεί στο ΠΑΣΟΚ αλλά και άλλων κομμάτων, ιδιαίτερα όμως τους λεγόμενους σοσιαλ-φιλελεύθερους αλλά και ορισμένους αναχρονιστές. Πρόκειται για πρόσωπα στο δημόσιο βίο, τα οποία είναι κυρίως παράγωγα των δελτίων των 8:00 εκεί παρουσιάζονται. Γράφουν συνήθως γι’ αυτό το «τέλος» της μεταπολίτευσης. Αυτά τα μεταλλαγμένα πρόσωπα, θα ήθελαν με κάθε τρόπο να μην έχει υπάρξει αυτή η περίοδος, η αντιδικτατορική και η μετά τη δικτατορία. Να μην είχε οδηγηθεί η χώρα στη Δημοκρατία και στην βελτίωση των συνθηκών ζωής και στην πρόοδο. Αυτό θα ήταν το καλύτερο για ορισμένους αχυρανθρώπους πολιτικούς της διαπλοκής. Δεν υπήρχε «αρχή» της μεταπολίτευσης για να υπάρχει και «τέλος». Η Μεταπολίτευση ήταν συνέχεια της χούντας. Όπως η χούντα ήταν συνέχεια της αποστασίας. Έτσι και η Μεταπολίτευση θα προηγείται μιας άλλης πολιτικής και κοινωνικής εξέλιξης που θα ακολουθήσει.

Οι τυποποιήσεις είναι για περιτύλιγμα των ενσωματωμένων στο σύστημα που θέλουν να βρουν πολιτικό άλλοθι, δημιουργώντας εικονικές «ενάρξεις-αρχές», «νέες εποχές» και μετά ένα νέο «τέλος» για να υπάρξει μια νέα «αρχή», δείγμα πολιτικής της δημιουργίας εντυπώσεων και έλλειψης πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ανάλυσης του καπιταλισμού στην Ελλάδα, τα τελευταία σαράντα χρόνια. Δεν έχετε ακούσει το στερεότυπο για το «ξεκίνημα μιας νέας αρχής»; Ενώ είναι γνωστό ότι υπάρχει πάντα μια εξέλιξη σε σχέση με τα προηγούμενα και τα μελλούμενα. Τα γεγονότα λοιπόν, είχαν μια ορισμένη εξέλιξη. Ήταν το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα που υποκατέστησε την ανυπαρξία των πολιτικών κομμάτων γιατί είτε ήταν στην παρανομία είτε σε πολύ κακή θέση από άποψη πολιτική και οργανωτική. Αυτό είναι γνωστό και γι’ αυτό η σπουδάζουσα νεολαία ήταν και η μόνη πολιτική δύναμη. Μετά μπήκαν και οι δυνάμεις της εργασίας στο πολιτικό αγώνα.

Τρίτον: Ως εξέλιξη, που τη θεωρώ και αυτονόητη είναι ότι υπήρχε μια διαρκής σύγκρουση με τη δικτατορία και ακολούθησε η κατάρρευση της, δεν υπήρχε η πτώση της δικτατορίας. Η λύση στη σύγκρουση δόθηκε από το φοιτητικό κίνημα. Διότι οι φοιτητές που κατά κύριο λόγο προέρχονταν από αγροτικά, εργατικά και μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα, ηθικά και ιδεολογικά βίωσαν την ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στην Ελλάδα και αντιτάχθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις σε αυτή. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Κλίντον σε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, ζήτησε δημόσια συγγνώμη γιατί οι ΗΠΑ στήριξαν τη δικτατορία, όπως τότε στήριξε τη δικτατορία και ένα μέρος της τότε δεξιάς, και η άκρα δεξιά που έδρασε υπέρ της χούντας και αυτό είχε συνέπειες για τις συγκρούσεις που γίνονταν κατά τη δικτατορία.

Λέει σήμερα ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, ότι η διαχείριση της δημοσιονομικής κρίσης είναι το αποτέλεσμα ενώ το αίτια είναι άλλα, όπως η διάλυση της παραγωγικής βάσης και η φοροδιαφυγή. Αργότερα που θα συζητήσουμε για τα αίτια, μετά από μερικά χρόνια, θα δούμε ότι τα αίτια ήταν το κύριο ζήτημα. Η δικτατορία βεβαίως, ήταν αποτέλεσμα. Και τα κινήματα που προέκυψαν ήταν αποτέλεσμα του είδους της μεταπολίτευσης. Έγινε μια πολιτική αλλαγή από τα πάνω και το φοιτητικό κίνημα εξελίχθηκε σε ριζοσπαστικό και πολιτικοποιημένο. Στην πορεία εξέλειψαν οι λόγοι που ήταν τόσο πολιτικοποιημένη η νεολαία, τόσο ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη η σπουδάζουσα νεολαία της χώρας και έντονα ριζοσπαστική. Ενσωματώθηκε στο σύστημα, όπως γίνεται σε κάθε κίνημα ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό, αν θέλετε.

Το ίδιο συνέβαινε και συμβαίνει πάντα με τα κινήματα της νεολαίας. Για την νεολαία λέγαμε και λέμε ότι είναι μια ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία, και τα κινήματα της δεν είναι κινήματα ταξικά με την παραδοσιακή έννοια του όρου που αφορά στις κοινωνικές τάξεις. Είδατε τι έγινε και το 2008. Πολλοί νέοι είπαν τότε ότι «Ο Δεκέμβρης δεν είναι η απάντηση, είναι το ερώτημα». Δεν θα μπορούσε να υπάρχει απάντηση τότε, αυτό θα φανεί από την πορεία των εξελίξεων και μ’ αυτή την έννοια οι θεωρίες περί του τέλους των εξελίξεων και των εποχών είναι θεωρίες εντυπώσεων. Η γενιά του πολυτεχνείου, και η γενιά της μεταπολίτευσης δεν διηύθυναν τη χώρα. Ο Καραμανλής γεννήθηκε το 1908, ο Α. Γ. Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης το 1919 και ο Σημίτης το 1936. Το λέω αυτό, διότι οι πάσης φύσεως δεξιόφρονες και όσοι βλέπουν την πολιτική ως καριέρα και εντυπώσεις με προχειρότητα, ανιστόρητο τρόπο και επιφανειακή ηθικολογία –και όπως ξέρουμε άλλο ηθική και άλλο ηθικολογία- επιχειρούν να αποδώσουν στη γενιά του Πολυτεχνείου τις καθοριστικές ευθύνες για την πορεία της χώρας. Δεν έπαιξε διευθυντικό ρόλο η γενιά του Πολυτεχνείου. Την πολιτική διεύθυνση της χώρας την είχε ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, ο Μητσοτάκης και ο Σημίτης. Είναι γνωστό ότι η πρόβλεψη του Συντάγματος δίνει απόλυτες εξουσίες στον Πρωθυπουργό, είναι πρωθυπουργοκεντρικό το σύστημα.

Σχηματικά θα μπορούσα να πω ότι οι κύριες δυνάμεις καθορισμού των εξελίξεων της Μεταπολίτευσης μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν η παρασιτική ολιγαρχία, το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, τα κόμματα, οι κοινωνικές οργανώσεις και η διαπλοκή επιχειρηματιών, ιδιοκτητών ΜΜΕ και ελεγχόμενων πολιτικών, που εμφανίστηκε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και επεκτάθηκε μετά, με αποκορύφωμα τη φούσκα του Χρηματιστηρίου. Πρόκειται για μια αντιδραστική και ζοφερή εξέλιξη.

Όλοι οι δεξιοί και όσοι θέλουν να κάνουν καριέρα στην πολιτική τώρα, πάσης φύσεως δεξιοί, λένε ότι η γενιά του Πολυτεχνείου έχει ευθύνες για τις αρνητικές συνέπειες στις εξελίξεις της Μεταπολίτευσης. Όλοι αυτοί οι δεξιόφρονες αποφεύγουν να προσδιορίσουν ότι η Ελλάδα ήταν και είναι μια χώρα μέσης καπιταλιστικής ανάπτυξης και διήλθε δια πυρός και σιδήρου επί σαράντα χρόνια, μια περίοδο έντονων πολιτικών και κοινωνικών ανωμαλιών. Αποσιωπούν ότι η Μεταπολίτευση έχει θετικό ισοζύγιο την εμπέδωση της Δημοκρατίας, την ομαλότητα, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου καθώς και μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων των πλατιών λαϊκών στρωμάτων.

Τις καπιταλιστικές χώρες τις καθορίζουν οι βασικές αντιθέσεις όπως είναι οι αντιθέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ ανάπτυξης και υπανάπτυξης και ούτω καθεξής. Τα 25000 και πλέον νεκροταφεία των επιχειρήσεων στις βιομηχανικές περιοχές της χώρας, τα δημιούργησαν αυτοί που πρωτοστάτησαν από τη γενιά του Πολυτεχνείου ή η ολιγαρχία και το μεταπρατικό κεφάλαιο; Τη φοροδιαφυγή 35 δις το χρόνο επί 25 χρόνια οι επαγγελματίες, οι μισθωτοί και οι εκπαιδευτικοί της γενιάς του Πολυτεχνείου τη δημιούργησαν, αυτοί ήταν οι πλούσιοι; Ή το 20% των πιο πλούσιων Ελλήνων; Τα 15 δις εισφοροδιαφυγή στα ασφαλιστικά ταμεία σε ετήσια βάση επί 25 χρόνια, οι πρωταγωνιστές του Πολυτεχνείου τη δημιούργησαν; Τον 7πλασιασμό του πλούτου του 20% των πιο πλούσιων Ελλήνων, αυτή η γενιά το δημιούργησε; Τα 45 εκατ. ακίνητα οι πρωταγωνιστές στην Νομική και το Πολυτεχνείο τα δημιούργησαν;

Τις καταθέσεις περίπου 600 δις ευρώ σε αλλοδαπές Τράπεζες, οι ελευθεροεπαγγελματίες, οι μισθωτοί και οι εκπαιδευτικοί της Γενιάς του Πολυτεχνείου τις έχουν; Τα κυρίαρχα θέματα που συνέβαλαν στην διόγκωση του χρέους και του ελλείμματος, δηλαδή τη διάλυση των παραγωγικών επιχειρήσεων και της παραγωγικής βάσης, τη φοροδιαφυγή, το σκάνδαλο στο Χρηματιστήριο και τη διαπλοκή, οι προοδευτικοί αγωνιστές της Γενιάς του Πολυτεχνείου τα δημιούργησαν; Οι κοινωνικές και πολιτικές αλχημείες έχουν ένα όριο. Στην Ελλάδα έχουμε κοινωνικές τάξεις, όπως και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες.

Το ότι ελάχιστοι (ούτε το 3%) συμμετείχαμε στην επίσημη πολιτική, είναι γνωστό. Η συντριπτική πλειοψηφία των αγωνιστών του αντιδικτατορικού αγώνα ασχολήθηκε με τις εν γένει επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Ορισμένοι πέρασαν στην απέναντι όχθη και εντάχθηκαν στο σύστημα με ενεργούς ρόλους και αποτέλεσαν βασικά τους στηρίγματα. Δεν ήταν μόνο στη λογική της ενσωμάτωσης στο σύστημα. Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία συμμετείχε και συμμετέχει στο προοδευτικό κίνημα, στην προοδευτική πολιτική δράση, στις πολιτικές διεργασίες και σε αντίστοιχους αγώνες χωρίς ένταξη στην επίσημη πολιτική.

Θα ήθελα εδώ να θέσω ένα θέμα: Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις σε κάθε χώρα καθορίζονται, για να θυμηθούμε και λίγο τον αείμνηστο Πουλαντζά, από τις κοινωνικές τάξεις και τις πολιτικές δυνάμεις. Αυτή η πολυετής φιλολογία κατά τη γνώμη μου ελλιπής, περί των γενεών, της εθνικής αντίστασης, του 114, του Πολυτεχνείου, της Μεταπολίτευσης, της Αλλαγής και πάει λέγοντας είναι μια επιφανειακή ανάγνωση της εξέλιξης της χώρας στην οποία απουσιάζουν σημαντικά και ουσιώδη. Και κατά κανόνα, κάθε γενεακή ανάλυση αποσιωπά τα ουσιώδη, δηλαδή το ότι σε κάθε καπιταλιστική χώρα την εξουσία την έχει η άρχουσα τάξη.

Σε κάθε καπιταλιστική χώρα κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Και τις εξελίξεις τις καθόρισε η ολιγαρχία, η μεγαλοαστική τάξη, η αστική τάξη και ως ένα βαθμό και τα ανερχόμενα μέσο-στρώματα που επέβαλαν ένα μοντέλο ανάπτυξης χωρίς παραγωγή, με εργολάβους και υποδομές και με 45 εκατ. ακίνητα, δεύτερη χώρα στον κόσμο στην οικοδομή. Χώρα με συρρικνωμένη επιχειρηματική και παραγωγική βάση, με περιορισμό προϊόντων εξαγωγικού προσανατολισμού, και με υστέρηση στα δύο βάθρα του καπιταλισμού, τις επιχειρήσεις και την εργασία. Διότι κυριάρχησε το παρασιτικό κεφάλαιο και η παρασιτική άρχουσα τάξη.

Όμως, υπάρχει και το αντικειμενικό ζήτημα για όλους μας, κριτές και κρινόμενους. Ότι η Ελλάδα εξελίχθηκε σε μία χώρα με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτές ήταν οι αντικειμενικές της δυνατότητες, όπως και άλλων χωρών με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και σε κάθε περίπτωση, η γενιά Πολυτεχνείου ήταν και είναι η πρώτη γενιά Νίκης και δικαίωσε όλες τις γενιές της Ήττας μέχρι τότε. Οι εκπρόσωποι των γενιών του «πολιτικού χειμώνα» στην Ελλάδα έζησαν τη δικτατορία Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, το Μετεμφυλιακό κράτος, τη βία και νοθεία, τις πολιτικές δολοφονίες, την αποστασία, τη δικτατορία.

Ήταν η πρώτη γενιά Νίκης που δικαίωσε τους αγώνες που χάθηκαν, τις ήττες που υπέστησαν χιλιάδες αγωνιστές. Και πάνω σε αυτή την νίκη, μια νίκη κατά της ακροδεξιάς και της δεξιάς, οικοδομήθηκε η εδραίωση προοδευτικών ιδεών, η διεύρυνση των δημοκρατικών κατακτήσεων και η διαμόρφωση συνθηκών για μια σχετική ευημερία στη χώρα από το 1974 μέχρι σήμερα. Αν θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα στο σύνολο της. Κάθε άλλη ανάγνωση είναι όχι μόνο πολύ συντηρητική αλλά συνιστά και αντιστροφή της πραγματικότητας. Και αναφέρομαι στην ανάγνωση για την εξέλιξη της πολιτικής και των κινημάτων και των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που διαμόρφωσαν αυτή τη περίοδο τη πολιτική.

Η ΕΦΕΕ, είχαμε τότε πει, να επανασυσταθεί και να αποτελέσει τη προωθητική δύναμη και υπήρχαν διενέξεις για την ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος μέσα από τη μεταδικτατορική ΕΦΕΕ, και αυτό επειδή θεωρούσαμε ότι ήταν ένα έλλειμμα, καθότι η χούντα είχε καταργήσει την ΕΦΕΕ, όπως και τη ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών) και τους φοιτητικούς συλλόγους. Φτάσαμε στις φοιτητικές επιτροπές αγώνα (Φ.Ε.Α.) και το 1972 που έγιναν οι φοιτητικές εκλογές από τη δικτατορία, ήταν νόθες εκλογές. Δεν είχαμε φοιτητικούς συλλόγους, καθότι τους ήλεγχαν χουντικοί φοιτητές και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις μας ήταν αποτέλεσμα διάφορων πολιτικών ομάδων που συγκροτούσαμε οι προοδευτικοί νέοι στα Α.Ε.Ι. διότι πέραν των χουντικών φοιτητών υπήρχαν και άλλοι συντηρητικοί φοιτητές που αποτελούσαν τη λεγόμενη «Χρυσή Νεολαία» που τους ενδιέφερε μόνο η κοινωνική ζωή και το τότε life-style. Δεν είχαμε όργανα του φοιτητικού κινήματος και εκδηλώσαμε τη θέληση μας με αυτούς τους τρόπους – και αυτό είχε συνέπειες και διώξεις- τόσο πριν όσο και μετά τη σύσταση των φοιτητικών επιτροπών αγώνων (Φ.Ε.Α.). Οι πολιτικές συζητήσεις στα αμφιθέατρα και σε παράνομες συγκεντρώσεις ήταν το αποτέλεσμα του ότι δεν υπήρχαν πολιτικές ελευθερίες καθώς ήταν ολοφάνερη η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Τώρα, η δημοκρατία είναι κοινοβουλευτική. Πάντα υπάρχουν και προβλήματα στο εκάστοτε καθεστώς και ιδιαίτερα όταν διέρχεται κρίση, όπως στη παρούσα φάση το καπιταλιστικό σύστημα .

Τέταρτο: Η πορεία των πραγμάτων, είχε να κάνει και με το είδος του πανεπιστημίου που δοκιμάσαμε όλοι εμείς ως φοιτητές. Δηλαδή, το απαρχαιωμένο πανεπιστήμιο με την έδρα, τη διευθυντική θέση που είχε το καθηγητικό κατεστημένο εκείνης της εποχής και στο οποίο κυριαρχούσε η λογική της αυθεντίας. Χρειαζόταν λοιπόν, η εξέλιξη σε ένα πιο δημοκρατικό πανεπιστήμιο όχι μόνο για τη μετάδοση και την αναπαραγωγή της γνώσης, αλλά και για την αναζήτηση νέας γνώσης καθώς και για την έρευνα. Και αυτές μας οι επιδιώξεις σχετίζονταν βέβαια με την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της χώρας. Αυτό το αίτημα για την κατάργηση της έδρας και αυτή η πολύ έντονη αντίδραση προς το καθηγητικό κατεστημένο από τη πλευρά του φοιτητικού κινήματος, είναι συνδεδεμένη και με τη στάση των καθηγητών στη διάρκεια της δικτατορίας, όπου –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως ξέρουμε όλοι- οι υπόλοιποι σιωπούσαν, όπως σιωπούν και τώρα. Δεν υπάρχει πνευματικός κόσμος, δεν υπάρχει πνευματική ηγεσία, ενσωματώθηκαν και αυτοί και πολύ χειρότερα, παρόλο που υπήρχαν πολύ σημαντικές εξελίξεις και αλλαγές.

Στα πανεπιστήμια έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα σήμερα και το βλέπουμε. Το πανεπιστήμιο θα μπορούσε να έχει συμβάλει περισσότερα στην οικονομία και στην κοινωνία της χώρας και αυτό σχετίζεται και με τις κυβερνητικές πολιτικές και με τη συνολική πολιτική που υπάρχει αυτή την περίοδο στη χώρα. Υπάρχει αδιαφορία σήμερα; Δεν θεωρώ ότι υπάρχει γενικευμένη αδιαφορία. Σε ένα τμήμα των φοιτητών, στους συντηρητικούς φοιτητές, υπάρχει αδιαφορία. Οι προοδευτικοί φοιτητές είναι πολιτικοποιημένοι και συμμετέχουν ενεργά σε διάφορες δραστηριότητες και σε διάφορα κινήματα, για τα πολιτικά δικαιώματα, για τα κοινωνικά δικαιώματα, για το μεταναστευτικό, για τις νεοφιλελεύθερες και μονεταριστικές οικονομικές πολιτικές που ασκούνται. Θεωρώ ότι η αδιαφορία είναι ένα χαρακτηριστικό των συντηρητικών ανθρώπων.

Τα τελευταία χρόνια, οι Έλληνες φοιτητές στην πλειοψηφία τους, όπως φαίνεται και σε έρευνες εμφάνιζαν συντηρητικούς προσανατολισμούς μέχρι του σημείου να αποτελούν ένα από τα συντηρητικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας. Οι πρακτικές τους ήταν έξω από την πολιτική και την συλλογική δράση. Και βέβαια, όπως πάντα μια μερίδα προτάσσει την καριέρα σε αντίθεση με τη συμμετοχή σε κοινές δραστηριότητες και συλλογικότητες. Είναι γνωστά τα χαρακτηριστικά και οι επιδιώξεις των συντηρητικών νέων. Ότι κυρίως θέλουν ν’ αποκτήσουν δύναμη, προβολή και χρήματα. Έχω μιλήσει με πάρα πολλούς νέους τα τελευταία 5-6 χρόνια, που συμμετέχουν στα δημόσια πράγματα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η γνώμη που σχημάτισα είναι ότι οι συντηρητικοί νέοι θα ήθελαν επαγγέλματα δύναμης, προβολής και χρημάτων.

Είναι συντηρητικοί νέοι αυτοί, είναι εγκατεστημένοι στην ΟΝΝΕΔ (νεολαία της Νέας Δημοκρατίας) και ορισμένοι και στη νεολαία ΠΑΣΟΚ και αυτό που τους ενδιαφέρει, είναι πώς θα πετύχουν να πιάσουν το θέμα του συστήματος γερά. Να γίνουν οι επιτυχημένοι στυλοβάτες του. Συλλογικότητες, αλληλεγγύη και αγώνας, άγνωστες λέξεις Ατομισμός και ένταξη στο σύστημα .Οι βασικές τους πρακτικές και επιδιώξεις. Ωστόσο, τόσο μετά τη διεθνή κρίση του 2008 και με τα γεγονότα του Δεκέμβρη της τυφλής και αντιπολιτικής βίας στην Αθήνα όσο και με την κρίση του 2010 και την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και το μνημόνιο, αναπτύσσεται ένα νεολαιίστικό κίνημα με κοινωνικούς και πολιτικούς όρους σύγκρουσης με τον νεοφιλελευθερισμό, τη λιτότητα και ένα μέλλον ζοφερό.

Πέμπτο: Τότε κυριαρχούσαν τα ιδανικά που είχαν να κάνουν με αυτό: Πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος. Πώς θ’ αλλάξουμε κοινωνίες πατερναλιστικές, συντηρητικές, κοινωνίες του 1/3 και των 2/3. Κοινωνίες των εντός των τειχών και των εκτός. Γι αυτό και είχαμε πολύωρες διενέξεις για τον πρόεδρο Μάο Τσε Τούνγκ τότε, για τα γεγονότα στο Πεκίνο, για την ηγεσία της Μόσχας και το κρατικό καπιταλισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Υπήρχε συζήτηση για το ποιος ήταν ο καλύτερος δρόμος για δικαιώματα, δικαιοσύνη και ελευθερίες που οδηγούν στη χειραφέτηση των ανθρώπων. Ο ένας τρόπος είχε κριθεί, ήταν το Σοβιετικό μοντέλο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου πέραν από τη κριτική στο κρατισμό και το σοβιετικό μοντέλο έλεγε ότι: «η σοσιαλδημοκρατία έχει τόση σχέση με το σοσιαλισμό όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο» και είχε δίκιο. Και τότε και ιδιαίτερα τώρα που οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι και ένα μεγάλο τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας αποτελούν τα γερά πολιτικά στηρίγματα του συστήματος .

Η συντηρητικοποίηση έχει σχέση με τις ενσωματώσεις στην ακινησία, στο τέλμα ή ακόμα και στην οπισθοδρόμηση των κοινωνιών. Και τότε και τώρα υπήρχαν και υπάρχουν φοιτητές που έλεγαν ναι θέλω δύναμη και χρήματα, αλλά θέλουν να αλλάξουν και τον άνισο και συντηρητικό κόσμο. Θέλουν ένα κόσμο διαφορετικό, με δυνατότητες και δικαιοσύνης. Αυτοί ήταν και είναι προοδευτικοί. Είναι στη διεθνή επικαιρότητα το θέμα της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης». Όλα αυτά τα αραβικά κινήματα, σε πόσο διάστημα θα ενσωματωθούν;

Να δούμε όλα τα άλλα κινήματα στην Ευρώπη σε πόσο διάστημα ενσωματώθηκαν και πώς τώρα ξανασηκώνονται πάρα πολλοί νέοι και στην Κεντρική Ευρώπη ζώντας αυτές τις πολιτικές της ανισότητας, της μεγάλης συγκέντρωσης του πλούτου, των μεγάλων διαφορών και μιας δημοκρατίας που υποτάσσεται ολοένα και περισσότερο γύρω από τις διαπλεκόμενες ελίτ και τις αγορές. Αυτές είναι οι νέες διαιρέσεις. Και θα προσδιορίσουν και το περιεχόμενο των επόμενων αναμετρήσεων και των ανάλογων συγκρούσεων .

Με την κριτική εκ των υστέρων, δεν μπορούμε να δούμε τι θα γινόταν αν! Με το «αν» μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις και να γράφουμε σενάρια. Με το «αν» δεν υπάρχουν ούτε κοινωνίες ,ούτε πολιτικές, ούτε ιστορία.

Η προσφυγή της Μεγάλης Βρετανίας στο ΔΝΤ (Α’ μέρος) Πηγή: http://www.inprecor.gr

Στις 16 Οκτωβρίου 2011 το inprecor δημοσίευσε το άρθρο «ΔΝΤ: Το μακρύ χέρι της χρηματιστικής ολιγαρχίας και το «αόρατο χέρι» των ΗΠΑ».[1] Στόχος μας –όπως ήδη γράφαμε από τότε εγκαινιάζοντας την ενότητα αυτή των άρθρων για το ΔΝΤ– είναι να ανοίξουμε τη συζήτηση για τις πολιτικές μεταβολές που σημειώνονται στις χώρες που προσφεύγουν στο ΔΝΤ και εφαρμόζουν προγράμματα σκληρών πολιτικών λιτότητας. Σ’ εκείνο το εισαγωγικό άρθρο είδαμε επιγραμματικά την είσοδο του ΔΝΤ στην ευρωζώνη μέσω της Ελλάδας. Κάναμε μια ανασκόπηση στη δημιουργία και το ρόλο του ΔΝΤ ως οργανισμού με βάση τον οποίο το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο θέλει να φορτώνει τα βάρη της κρίσης του καπιταλισμού στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα συνολικά και παράλληλα, σκιαγραφήσαμε το πώς διαμορφώθηκε ο κόσμος μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Είδαμε ακόμη ότι η επιλογή των ΗΠΑ μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν να προχωρήσει με διμερείς συμφωνίες δανείων και με ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης της Ευρώπης (δόγμα Τρούμαν-σχέδιο Μάρσαλ) και για πολιτικούς λόγους, που αφορούσαν στις προσπάθειες απομόνωσης του κομμουνιστικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετά το πρώτο εισαγωγικό άρθρο, το σημερινό -πρώτο στη σειρά- κείμενο μελετάει τις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές στη Μεγάλη Βρετανία μετά την προσφυγή της στο ΔΝΤ το 1976.

ΔΝΤ: Περιπτώσεις εφαρμογής μονοπωλιακής πολιτικής στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η περίπτωση μιας ηγετικής ιμπεριαλιστικής χώρας: Η Μεγάλη Βρετανία ή Ενωμένο Βασίλειο.

Η Μεγάλη Βρετανία είναι η πρώτη χώρα που αναγκάζεται να προσφύγει στο ΔΝΤ και ενώ ανήκει στον ηγετικό πυρήνα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων[2]. Η προσφυγή γίνεται το 1976 από την κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος με πρωθυπουργό τον Τζέιμς Κάλαχαν. Έχει προηγηθεί η ένταξη της χώρας στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ, τώρα ΕΕ) το 1973, με κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος υπό την πρωθυπουργία του Έντουαρτ Χιθ. Στις 5 Ιούνη 1975 η κυβέρνηση των Εργατικών προχωράει σε δημοψήφισμα με το ερώτημα παραμονή ή έξοδος της Βρετανίας απ’ την Κοινή Αγορά. Το 67,2% (17.378.581 ψήφοι) του βρετανικού λαού θα ταχθεί υπέρ της συμμετοχής στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) και 32,8% (8.470.073 ψήφοι) κατά. Το τελικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα αποτελέσει ήττα των υποστηριχτών μιας διαφορετικής πορείας της Βρετανίας. Ταυτόχρονα έδειχνε μια πιο πλατιά αποδοχή της Κοινής Αγοράς, από λαϊκά στρώματα. Ωστόσο έκανε σαφή και μια αλλαγή στάσης των κυρίαρχων χρηματιστικών κύκλων[3] της Βρετανίας, που απ’ το 1960 προωθούσαν την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών[4].

Η προσφυγή της, ήδη ενταγμένης στην ΕΟΚ, Μεγάλης Βρετανίας στο ΔΝΤ είναι σταθμός στην πορεία της χώρας και αποτελεί καταλύτη των μεταβολών τόσο στη βρετανική κοινωνία, όσο και στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η προ ΔΝΤ εποχή της Βρετανίας με διακυβέρνηση των Συντηρητικών

Η περίοδος διακυβέρνησης από το Συντηρητικό Κόμμα (1970-1974) χαρακτηρίζεται από μια πολιτική σκληρής επίθεσης κατά των εργαζομένων και σύγκρουσης με τα συνδικάτα.

Σ’ αυτή την περίοδο, που όπως είδαμε, η Βρετανία γίνεται μέλος της ΕΟΚ (1973), το Εργατικό Κόμμα κάνει ριζοσπαστικό τον πολιτικό του λόγο. Η εργατική βάση των ψηφοφόρων και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, που στηρίζουν το Εργατικό Κόμμα, θέλουν και πιέζουν για έναν πιο ριζοσπαστικό λόγο, καθώς και μέτρα που ν’ αποτυπώνονται στο Πρόγραμμα του κόμματος. Απαιτούν επίσης, μεγαλύτερο έλεγχο της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος από τη βάση του. Πράγματι, το Πρόγραμμα που ψηφίστηκε στην 72η Συνδιάσκεψη του Εργατικού Κόμματος τον Οκτώβρη του 1973, είναι πολύ ριζοσπαστικό για τα ως τότε δεδομένα των Εργατικών. Χαρακτηρίζεται ως μια στροφή στα αριστερά και επανασύνδεσής του Εργατικού Κόμματος με πολλές ιδέες, που απ’ τις αρχές της 10ετίας του 1950 είχε εγκαταλείψει. Στη Συνδιάσκεψη[5] του 1973 έντονη ήταν επίσης η αμφισβήτηση και η εκστρατεία ενάντια στις δομές της Κοινής Αγοράς (ΕΟΚ). Ο πρόεδρος του Κόμματος Ουίλσον με πολύ μεγάλη δυσκολία κατάφερε ν’ αποφύγει την ψήφιση μιας πρότασης, η οποία εξέφραζε αντίθεση αρχής στη συμμετοχή της Μεγάλης Βρετανίας στην Κοινή Αγορά. Τελικά μπόρεσε να περάσει τη δική του πρόταση για «επαναδιαπραγμάτευση» των όρων συμφωνίας της Βρετανίας με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Κοινής Αγοράς.

Τον Νοέμβρη του 1973 εκδηλώνονται μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις λόγω της πολιτικής λιτότητας που έχει εξαγγείλει ο Χιθ. Στις 5 Φλεβάρη 1974 οι ανθρακωρύχοι με πλειοψηφία 81% τάσσονται υπέρ της κήρυξης γενικής απεργίας. Ο Χιθ και η κυβέρνηση του Συντηρητικού κόμματος αρνείται να υποχωρήσει και στο ελάχιστο στις δικαιολογημένες διεκδικήσεις των ανθρακωρύχων. Στις 7 Φλεβάρη αποφασίζει να προσφύγει στο εκλογικό σώμα και αναγγέλλει τη διάλυση της Βουλής των Κοινοτήτων.

Η προεκλογική εκστρατεία του Συντηρητικού Κόμματος κατευθύνεται απροκάλυπτα ενάντια στη «δικτατορία των συνδικάτων». Στα συνδικάτα καταλογίζει ότι κατευθύνονται ή χειραγωγούνται από τους κομμουνιστές και παράλληλα εξαπολύει επίθεση ενάντια στον «εξτρεμισμό» του Εργατικού Κόμματος, που στηρίζουν και στηρίζονται απ’ τα συνδικάτα.

Οι εκλογές της 28ης Φλεβάρη 1974 γίνονται σε κλίμα έντονης πόλωσης. Οι Συντηρητικοί τις χάνουν, αλλά και το Εργατικό κόμμα δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία και σχηματίζει κυβέρνηση μειοψηφίας με τον Ουίλσον πρωθυπουργό. Μετά από μια νέα διάλυση της βουλής, οι Εργατικοί κερδίζουν και τις εκλογές της 10ης Οκτώβρη με το 39,3% των ψήφων και σχηματίζουν ξανά κυβέρνηση.

Η προ ΔΝΤ εποχή της Βρετανίας με διακυβέρνηση των Εργατικών και το δημοψήφισμα για την ΕΟΚ (1974-1976)

Η ένταξη της Βρετανίας στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) το 1973, απ’ την κυβέρνηση των Συντηρητικών υπό το Χιθ, τίθεται σε δημοψήφισμα το 1975 μετά την άνοδο του Εργατικού Κόμματος στην κυβερνητική εξουσία. Τον Οκτώβρη του 1974 –το Εργατικό Κόμμα– με βάση τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του 1973, εκδίδει ένα Μανιφέστο στο οποίο ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος σε όλους τους τομείς και σ’ αυτόν της Κοινής Αγοράς, δίνοντας έμφαση στην ανεξαρτησία της Βρετανίας στις αποφάσεις της. Οι διατυπώσεις του Μανιφέστου των Εργατικών ήταν σύμφωνες με τη γραμμή της «επαναδιαπραγμάτευσης» των όρων. Στην εξωτερική και στρατιωτική πολιτική βέβαια, δεν αμφισβητούσε το ΝΑΤΟ. Αλλά κατά την διάρκεια της εκστρατείας για το Δημοψήφισμα εκδηλώθηκαν πολύ πιο καθαρά οι τάσεις που υπήρχαν για το θέμα της Κοινής Αγοράς τόσο στους Εργατικούς όσο και στους Συντηρητικούς.

Στους υπερασπιστές του «ΝΑΙ» στην ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ ήταν ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης των Εργατικών και κατοπινός πρωθυπουργός –μετά την παραίτηση Ουίλσον το 1976– Κάλαχαν. Πρωταγωνιστής του «ΟΧΙ» ήταν ο Μάικλ Φούτ, της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών κι αυτός υπουργός Απασχόλησης στην κυβέρνηση των Εργατικών!

Στο διάστημα των δύο περίπου χρόνων της διακυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος με υπουργό Απασχόλησης τον Μάικλ Φούτ υπήρξε μια κοινωνική πολιτική που βελτίωνε τις μέχρι τότε συνθήκες των εργαζόμενων. Οι κοινωνικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 9%, οι συντάξεις κατά 14%, τα ενοίκια των κατοικιών πάγωσαν, ψηφίστηκε νόμος για την κατάργηση των διακρίσεων του φύλου που έδινε το δικαίωμα στην εργαζόμενη γυναίκα να διεκδικεί ίση μεταχείριση κ.α. Ταυτόχρονα ο πρωθυπουργός Ουίλσον στάθηκε εντελώς αρνητικά στο πρόβλημα της Βόρειας Ιρλανδίας. Την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του, αποκάλεσε τους αγώνες για ανεξαρτησία και τις κινητοποιήσεις των συνδικάτων στο Όλστερ, ως τελείως αποκομμένους από την πραγματικότητα «που δεν είχαν καμιά σχέση με τον αιώνα μας παρά μονάχα έκαναν για τον 17ο αιώνα.»!

Τελικά στις 16 Μαρτίου 1976 -εννέα μήνες ύστερα απ’ την ήττα των υποστηρικτών του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα για την ΕΟΚ- ανακοινώνει ξαφνικά την παραίτησή του απ’ την πρωθυπουργία ο Ουίλσον. Μια παραίτηση που προκαλεί πολλές απορίες[6] για το λόγο που έγινε. Η παραίτηση Ουίλσον αποτέλεσε, μετά το δημοψήφισμα, ένα ακόμα γεγονός που άλλαξε και πάλι το συσχετισμό των δυνάμεων μέσα στο Εργατικό Κόμμα, αλλά και στην εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων του.

Η αλλαγή ηγεσίας στο κυβερνών Εργατικό Κόμμα

Στην αναμέτρηση για τη διαδοχή του Ουίλσον στο Εργατικό κόμμα, η αριστερή πτέρυγα παρουσιάζει δύο αντίπαλους υποψήφιους: τους Τόνι Μπεν και Μάικλ Φουτ. Η δεξιά πτέρυγα παρουσιάζει τον Τζένκινς, ηγέτη των μετριοπαθών και φιλοευρωπαίων, και τον Άντονι Κρόσλαντ, θεωρητικό του μη μαρξιστικού σοσιαλισμού. Το κέντρο εκφράζουν ο Ντένις Χίλι, υπουργός Οικονομικών, και κυρίως ο Τζέιμς Κάλαχαν, υπουργός εξωτερικών, τυπικά «κεντρώος». Τελικά, στις 5 Απρίλη 1976 επικρατεί[7] ο Κάλαχαν (176 ψήφοι) που υπερισχύει επί του Φούτ (137 ψήφοι).

Με τον Κάλαχαν -64 ετών, παλιό μέλος του κόμματος- στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος και στην πρωθυπουργία βρίσκεται –όπως τον περιγράφουν[8]- ένας ήρεμος, φρόνιμος, φιλοατλαντικός, χαλαρά ευρωπαιόφιλος εργατισμός, που διατηρεί καλές σχέσεις με τους συνδικαλιστές ηγέτες. Το Εργατικό Κόμμα με Πρωθυπουργό τον Κάλαχαν κάνει μια σημαντική στροφή σε σχέση με την πολιτική επί Ουίλσον. Εκδηλώνονται περικοπές σε μια σειρά κατακτήσεις των εργαζομένων και του συνδικαλιστικού κινήματος. Η στροφή αυτή ενισχύεται και από τις αλλαγές που έχουν γίνει στις ηγεσίες τόσο του Συντηρητικού κόμματος όσο και του Φιλελεύθερου.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ στην ηγεσία των Συντηρητικών το 1975

Στο Συντηρητικό κόμμα από τον Φλεβάρη του 1975, έχει γίνει αλλαγή ηγεσίας: Ο Χιθ έχει δώσει τη θέση του, στην αρχηγία του κόμματος, στη Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι ιδέες της είναι ακόμα πιο συντηρητικές από του Χιθ. Πρόκειται για μια πολιτικό εκπρόσωπο της πιο επιθετικής και αντιδραστικής πτέρυγας του μονοπωλιακού κεφαλαίου της Βρετανίας. Παρουσιάζεται ως νοσταλγός των παραδοσιακών αξιών, ένθερμη οπαδός του οικονομικού φιλελευθερισμού, εχθρική απέναντι στην κεντρική διεύθυνση της οικονομίας και ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέτρα. Η Θάτσερ είναι μια γνήσια εκπρόσωπος της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου που τα θέλει όλα.

Στο συνέδριο των Συντηρητικών τον Οκτώβρη του 1975, η Θάτσερ κάνει μια σφοδρότατη επίθεση[9] ενάντια στην πολιτική των Εργατικών και Σοσιαλιστικών, Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Κατηγορεί το «σοσιαλισμό», ως υπεύθυνο του πληθωρισμού, της υποαπασχόλησης, της ύφεσης, των καταχρηστικών φορολογικών πιέσεων, των υπερβολικών δημόσιων δαπανών και του εξωτερικού χρέους. Κάνοντας επίθεση «σε αυτούς που ισχυρίζονται ότι το σύστημα της ελεύθερης επιχείρησης απέτυχε», η Θάτσερ δηλώνει: «Αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι η κρίση του καπιταλισμού, αλλά η κρίση του σοσιαλισμού. Καμιά χώρα δεν είναι δυνατόν να ευημερήσει αν η οικονομική και κοινωνική ζωή κυριαρχείται από την εθνικοποίηση και τον κρατικό έλεγχο». Στη θέση τους η Θάτσερ προτείνει στους σύνεδρους ένα άλλο κοινωνικό όραμα, βασισμένο «στη βρετανική κληρονομιά»: «το δικαίωμα του καθένα να εργάζεται όπως θέλει, να ξοδεύει αυτά που κερδίζει, να κατέχει αγαθά και να μπορεί να θεωρεί το κράτος ως υπηρέτη και όχι ως αφέντη… Τα δικαιώματα αυτά αποτελούν τη βάση μιας ελεύθερης οικονομίας και όλες οι υπόλοιπες ελευθερίες μας εξαρτώνται από αυτήν». Στο συνέδριο του Συντηρητικού κόμματος το 1976, η Θάτσερ επιδίδεται σε μία παρόμοια αντισοσιαλιστική σταυροφορία.

Ο ρόλος των Φιλελευθέρων

Από το 1974 τα ποσοστά, του τρίτου κόμματος, των Φιλελευθέρων σημειώνουν μια σχετική άνοδο. Προτείνουν επίσης μια σειρά μέτρα που βρίσκουν απήχηση, όπως π.χ. η αποκέντρωση της εξουσίας με τη δημιουργία περιφερειακών Κοινοβουλίων στη Σκοτία και στην Ουαλία, εγγυημένο κατώτατο μισθό, αυξημένη αποτελεσματικότητα φόρου κληρονομιών, σύστημα «προστίμων ενάντια στον πληθωρισμό», κ.α. Στις 7 Ιούλη 1976 αλλάζει και η ηγεσία του Φιλελεύθερου Κόμματος. Νέος ηγέτης του αναδεικνύεται ο Ντέιβιντ Στιλ στη θέση του παραιτηθέντος Θορπ.

Η προσφυγή της κυβέρνησης των Εργατικών στο ΔΝΤ το 1976

Το Σεπτέμβρη του 1976, με τον Κάλαχαν πλέον στην πρωθυπουργία, η κυβέρνηση των Εργατικών προσφεύγει στο ΔΝΤ για να πάρει ένα δάνειο 3.9 δις δολαρίων. Η Βρετανία αποδέχεται ότι η οικονομική της πολιτική θα έπρεπε να έχει την έγκριση του ΔΝΤ και το δάνειο συνοδεύεται από σκληρή επίθεση στους μισθούς των εργαζομένων, στις συντάξεις κλπ. Τον Μάρτη του 1977 κάτω από τις μεγάλες αντιδράσεις στην πολιτική λιτότητας των Εργατικών και τον κλυδωνισμό της κυβέρνησης Κάλαχαν, υπογράφεται συμφωνία συνεργασίας ανάμεσα στο Εργατικό Κόμμα και το Φιλελεύθερο. Υπάρχουν αμοιβαίες δεσμεύσεις. Το Εργατικό κόμμα υιοθετεί μια σειρά θέσεις του Φιλελεύθερου κόμματος. Το Φιλελεύθερο κόμμα με τη σειρά του, αναλαμβάνει να στηρίζει τις επιλογές της κυβέρνησης του Εργατικού κόμματος στη Βουλή. Το Σύμφωνο κράτησε μέχρι το 1978. Το σύμφωνο δε μπόρεσε να αποτρέψει τη γρήγορη φθορά της κυβέρνησης των Εργατικών και τη στροφή μιας μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος προς τους Συντηρητικούς.

Η προσφυγή στο ΔΝΤ επιδρά καθοριστικά στη Βρετανική κοινωνία και οικονομία και η στροφή του Εργατικού Κόμματος είναι ουσιαστική. Αλλάζει ο μέχρι τότε παραδοσιακός προσανατολισμός του ως κόμματος, που ήταν δημιούργημα των συνδικάτων και στηριζόταν κυρίως στην ψήφο της εργατικής τάξης. Η πολιτική του γραμμή προετοιμάζει την επάνοδο του Συντηρητικού Κόμματος στην κυβέρνηση. Όπως είδαμε την ηγεσία των Συντηρητικών έχει αναλάβει απ’ το 1975 η Μάργκαρετ Θάτσερ, σηματοδοτώντας μια γενική επίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε όλα τα επίπεδα, στην εργατική τάξη και το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά και στις άλλες ηγετικές ιμπεριαλιστικές χώρες…

ΥΓ: Στο επόμενο, η υπό την εποπτεία του ΔΝΤ 3ετής κυβερνητική πολιτική των Εργατικών, η άνοδος της Μάργκαρετ Θάτσερ στην πρωθυπουργία και η συνύπαρξή της με την προεδρία του Ρόναλντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ. Η σχέση Βρετανίας ΕΟΚ κατά τη δεκαετία του ’80 και η δρομολόγηση της πλήρους μετάλλαξης του Εργατικού Κόμματος.


[1] http://www.inprecor.gr/index.php/archives/121734

[2] Η Μεγάλη Βρετανία είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση παρακμής ιμπεριαλιστικής δύναμης. Στη διεθνή σκηνή κυριαρχεί απ’ το 19ο αιώνα μέχρι και τα πρώτα χρόνια μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918). Μετά το τέλος του πολέμου από χώρα πιστωτής γίνεται κατά το μισό χρεώστης και χάνει το μοναδικό μονοπώλιο που είχε και τις έδινε τεράστια πλούτη και παγκόσμια κυριαρχία. Η μόνη χώρα που βρέθηκε από οικονομικής άποψης εντελώς ανεξάρτητη ήταν οι ΗΠΑ, που ενώ ως τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν χρεώστης, μετά τον πόλεμο έγινε μόνο πιστωτής. Ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στη φούχτα των ιμπεριαλιστών που κυριαρχούσαν ως τότε στον κόσμο άλλαξε. Κυρίαρχη δύναμη αναδείχτηκαν οι ΗΠΑ. Ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος ήρθε να επικυρώσει την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο δυτικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο –όχι μόνο οικονομικά, αλλά πολιτικά και στρατιωτικά– και την ταυτόχρονη αποσύνθεση της πάλαι ποτέ Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Για τις ανάγκες αντιμετώπισης του Β’ παγκοσμίου πολέμου οι ΗΠΑ είχαν ψηφίσει το νόμο «Για την εκμίσθωση και το δανεισμό». Ο νόμος αυτός υπερχρέωσε μεν τη Βρετανία στις ΗΠΑ, αλλά στήριξε την πολεμική της ικανότητα ν’ αντιμετωπίσει την πολεμική μηχανή του Χίτλερ. Η Βρετανία επίσης, για να μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στην ανασυγκρότησή της μετά τον πόλεμο, αναγκάστηκε να υπογράψει την Άγγλο-Αμερικανική Οικονομική Συμφωνία στις 6 Δεκέμβρη 1945. Η συμφωνία αυτή μπήκε σ’ εφαρμογή στις 15 Ιούλη 1946. Τα δάνεια αυτής της συμφωνίας ξεχρεώθηκαν στις 29 Δεκέμβρη 2006! Δες προηγούμενο άρθρο μας «ΔΝΤ: Το μακρύ χέρι της χρηματιστικής ολιγαρχίας και το αόρατο χέρι των ΗΠΑ», http://www.inprecor.gr/index.php/archives/121734

[3] Οι αλλαγές μέσα στην αστική τάξη της Βρετανίας φαίνονται και από μερικά ακόμα κατοπινά γεγονότα. Από την αποδοχή τελικά του πολύ παλιού σχεδίου της υπόγειας ένωσης με σήραγγα της Αγγλίας και της Γαλλίας στη Μάγχη. Το έργο άρχισε το Μάη του 1986 και τελείωσε το 1994. Την κατασκευή του έργου η Αγγλία την αρνούνταν ως τότε επίμονα με το επιχείρημα μήπως και εισβάλλουν εχθρικά στρατεύματα στο έδαφός της. «ο φόβος των Άγγλων από τη σήραγγα είναι φόβος από τον ίδιο τον εαυτό τους» σημείωνε εύστοχα ο Λένιν το Σεπτέμβρη του 1913. Αν και παλιές φοβίες φαίνονται να ξεπερνιούνται, υπάρχουν εκδηλώσεις που δείχνουν ότι παρόλα αυτά οι επιφυλάξεις σχετικά με την ΕΟΚ και κατόπιν με την ΕΕ είναι πολύ ισχυρές στους κυρίαρχους οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους του Ηνωμένου Βασιλείου. Μια σοβαρή εκδήλωση αυτής της τάσης ήταν η μακρόχρονη αντιδικία της Θάτσερ με την Κομισιόν, για να επιστραφούν στη Βρετανία ποσά που είχαν δοθεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό, καθώς και μείωση της εισφοράς της, κάτι που τελικά έγινε. Μια άλλη εκδήλωση αυτής της τάσης είναι και η μη συμμετοχή της Βρετανίας στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ.

[4] Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών το 1960 από τη Βρετανία και τις Σκανδιναβικές χώρες, αποτελεί την κύρια αντίδραση της Γηραιάς Αλβιόνας στην ίδρυση της ΕΟΚ το 1958. Οι πρώτες 6 χώρες μέλη της ΕΟΚ είναι: Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία.

[5] Στην αγγλική γλώσσα το Συνέδριο αντιστοιχεί στη λέξη Congress, ενώ η Συνδιάσκεψη αντιστοιχεί στη λέξη Conference. Τόσο στην ελληνική γλώσσα, όσο και στην αγγλική υπάρχει σαφώς διαφορά ανάμεσα στα δύο. Ωστόσο οι Εργατικοί της Αγγλίας δεν χρησιμοποιούν ποτέ το Congress. Για τους Εργατικούς Συνδιάσκεψη και Συνέδριο είναι το ίδιο.

[6] Ο Ουίλσον αρχικά επικαλέστηκε μια δήλωσή του, ότι θα σταματούσε την πολιτική του καριέρα όταν θα συμπλήρωνε τα 60 του χρόνια. Κατόπιν επικαλέστηκε λόγους υγείας, επιστρατεύοντας τον γιατρό του που δήλωσε ότι ο Ουίλσον παρουσίαζε συμπτώματα Αλτσχάιμερ. Για τη στήριξή της παραίτησής του υπήρξε ένας κατάλογος ονομάτων που εκθείαζαν το έργο του, ωστόσο σ’ αυτό τον κατάλογο περιέχονταν και πρόσωπα που ενέχονταν σε διάφορα σκάνδαλα και είχαν γίνει αντικείμενο σχολιασμού και σάτιρας από έντυπα πλατιάς κατανάλωσης όπως πχ η Sun (κάτι σαν την Espresso). Ο κατάλογος αυτός ήταν επιλογή του ίδιου του Ουίλσον σε συνεργασία με την ιδιαιτέρα γραμματέα του και προϊσταμένη του πολιτικού του γραφείου και, μάλιστα πήρε την ονομασία «Λίστα της Λεβάντας» γιατί τα ονόματα γράφτηκαν σε ένα χαρτί αρωματισμένο με λεβάντα, που όταν μαθεύτηκε προκάλεσε πιπεράτα σχόλια. Συνδυάστηκε δε, με μια άλλη ιστορία που είχε ακουστεί κατά την επίσκεψη του σοβιετικού ηγέτη Νικήτα Χουρτσόφ στο Λονδίνο, όπου κύριο πρόσωπο ήταν πάλι η ιδιαιτέρα γραμματέας του Ουίλσον…

[7] Η εκλογή έγινε από εκλεκτορικό σώμα και χρειάστηκαν τρεις αναμετρήσεις. Στην πρώτη συμμετείχαν 6 υποψήφιοι, στη δεύτερη 3 και στην τρίτη και τελευταία δύο. Ο Κάλαχαν και ο Μάικλ Φουτ.

[8] Πρόκειται για την κριτική που άσκησε η αριστερή πτέρυγα του Εργατικού κόμματος στον Κάλαχαν και αποτυπώθηκε σε άρθρα και ομιλίες στελεχών της.

[9] Εφημερίδα Le Monde, 12 και 13 Οκτώβρη 1975.

Η προσφυγή της Μεγάλης Βρετανίας στο ΔΝΤ (Β’ μέρος), Πηγή: http://www.inprecor.gr

Στο Α’ μέρος του άρθρου[1] είδαμε πως η Βρετανία εντάχθηκε στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) το 1973 με κυβέρνηση του Συντηρητικού κόμματος. Στο δημοψήφισμα του 1975 για την παραμονή ή την έξοδο της χώρας απ’ την ΕΟΚ, επικρατεί το ΝΑΙ με 67,2% που εκτός όλων των άλλων, εξέφραζε και μια αλλαγή στάσης και προσανατολισμών των κυρίαρχων χρηματιστικών κύκλων του Λονδίνου. Ένα χρόνο μετά, η προσφυγή στο ΔΝΤ θ’ ανακόψει την πορεία ριζοσπαστικοποίησης του πολιτικού λόγου και του προγράμματος του κυβερνώντος Εργατικού κόμματος, όπως διαμορφώθηκαν κατά την παραμονή του στα έδρανα της αντιπολίτευσης (1970-1974). Εν τω μεταξύ το 1975 αναλαμβάνει την ηγεσία των Συντηρητικών μια ένθερμη οπαδός του οικονομικού φιλελευθερισμού και φανατική πολέμιος της κεντρικής διεύθυνσης της οικονομίας και ειδικά των κοινωνικών μέτρων: η Μάργκαρετ Θάτσερ. Σ’ αυτό, το Β’ μέρος του άρθρου θα δούμε την 3ετή κυβερνητική πολιτική του Εργατικού κόμματος που επιδρά αποφασιστικά στην αλλοίωση της φυσιογνωμίας του, ως κόμματος που δημιουργήθηκε απ’ τα συνδικάτα και στηρίζεται στην ψήφο της εργατικής τάξης. Θα δούμε ακόμη πως συνεχίζει αυτή την πολιτική η Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία ηγείται της Βρετανίας καθ’ όλη τη δεκαετία του ’80, σε μια περίοδο κατά την οποία ξανάρχεται στο προσκήνιο η σχέση της χώρας και της αστικής μονοπωλιακής της τάξης με την ΕΟΚ. Και όλα αυτά, υπό το φως των νέων δεδομένων που δημιουργούσε η ανατροπή του συσχετισμού των δυνάμεων που διαμορφώθηκαν μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

ΔΝΤ: Περιπτώσεις εφαρμογής μονοπωλιακής πολιτικής στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η περίπτωση μιας ηγετικής ιμπεριαλιστικής χώρας: Η Μεγάλη Βρετανία ή Ενωμένο Βασίλειο.

Η προσφυγή της Μεγάλης Βρετανίας, με κυβέρνηση των Εργατικών, στο ΔΝΤ το 1976 αποτελεί σημείο καμπής για την πολιτική ζωή της χώρας. Στην πράξη η Βρετανία αποδεχόταν ότι η οικονομική της πολιτική θα έπρεπε να έχει την έγκριση του ΔΝΤ. Το δάνειο των 3,9 δις δολαρίων προκάλεσε έντονες διαμάχες μέσα στο Εργατικό κόμμα, αλλά και στο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης των Εργατικών. Από το ΔΝΤ υπήρχε η απαίτηση μιας σκληρής πολιτικής λιτότητας. Κατ’ αρχάς μια γερή περικοπή των δημοσίων δαπανών για να ικανοποιηθούν οι όροι που απαιτούσαν οι ξένοι πιστωτές προκειμένου να κατευναστούν οι αγορές ξένου συναλλάγματος –όπως γράφει στις αναμνήσεις του ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός Κάλαχαν. Ενώ ο Χίλι, δεύτερος τη τάξει υπουργός στην κυβέρνηση για οικονομικά θέματα τότε, αντιλαμβανόταν ως προϋπόθεση την έγκριση του ΔΝΤ προκειμένου να πειστούν οι «αγορές» ότι η βρετανική οικονομία ήταν ισχυρή, γι’ αυτό και θεωρούσε αναγκαία την εφαρμογή μιας πολιτικής αποπληθωρισμού.

Απ’ τον κεϊνσιανισμό στον «πρωτόγονο Θατσερισμό»

Η εγκατάλειψη της πολιτικής του λεγόμενου κεϊνσιανισμού που ακολουθούσε από παράδοση το Εργατικό κόμμα ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό Κάλαχαν σε μια ομιλία του στη συνδιάσκεψη του Εργατικού κόμματος στο Μπλάκπουλ στις 28 Σεπτέμβρη του 1976. Ο Κάλαχαν εξαγγέλλοντας τη ριζική στροφή της πολιτικής του Εργατικού κόμματος και δικαιολογώντας την προσφυγή στο ΔΝΤ, τόνιζε[2]: «Η ευχάριστη εποχή που μας έλεγαν ότι θα συνεχιζόταν για πάντα, κατά την οποία μια απόφαση του υπουργού Οικονομικών θα εγγυόταν την πλήρη απασχόληση, με περικοπή των φόρων και με ελλειμματικές δαπάνες – αυτή η ευχάριστη εποχή έχει παρέλθει… ποια είναι η αιτία της ανεργίας; Για να το πούμε πολύ απλά και με σαφήνεια: Προκαλείται, επειδή πληρώνουμε στους εαυτούς μας περισσότερα από την αξία αυτών που παράγουμε. Δεν υπάρχουν αποδιοπομπαίοι τράγοι… Άλλοτε πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να βγούμε από την ύφεση και να αυξήσουμε την απασχόληση, αν περικόπταμε τους φόρους και προωθούσαμε τις κυβερνητικές δαπάνες. Σας λέω με κάθε ειλικρίνεια ότι αυτή η επιλογή δεν υπάρχει πια»[3].

Τη στροφή αυτή, τη συνόψισε μετά από λίγα χρόνια, με τον καλύτερο τρόπο, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Κάλαχαν, ο Μπέρναρντ Ντόναχιου που έγραψε[4]: «Οι γενικές πολιτικές που χαρακτηρίζονται τώρα ως «θατσερισμός» με την οικεία σήμερα γλώσσα προωθήθηκαν για πρώτη φορά, με πρωτόγονη μορφή, από τον κύριο Κάλαχαν το 1976, από το υπουργείο Οικονομικών, από την Τράπεζα και πάνω από όλα από το ΔΝΤ και τομείς του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών».

Η στροφή αυτή του Εργατικού Κόμματος, απ’ τον κεϊνσιανισμό στο νεοφιλελευθερισμό, επέδρασε άμεσα στις πολιτικές επεξεργασίες του, στις σχέσεις του με τα συνδικάτα και οδήγησε και σε αλλαγές στην οργανωτική του δομή. Η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος έγινε πιο κλειστή και αυτονομήθηκε από τον έλεγχο των μελών του κόμματος που ζητούσαν να υπερασπίζεται τα αιτήματα των συνδικάτων και της εργατικής του βάσης. Σε δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης και ιδιαίτερα ανάμεσα στους ψηφοφόρους του Εργατικού κόμματος -που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας- εμφανιζόταν μια μεγάλη διάσταση απόψεων που υπήρχε ανάμεσα στα οργανωμένα μέλη στο Εργατικό κόμμα και στους ψηφοφόρους του. Η διάσταση αυτή τονιζόταν από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης και επηρέαζε με τη σειρά της την εσωτερική λειτουργία του κόμματος, συμβάλλοντας ιδιαίτερα στην απομόνωση της αριστερής πτέρυγας και όσων συνδικάτων κρατούσαν μια αγωνιστική στάση.

Εντούτοις, μερικοί αναλυτές –για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα- βρίσκουν και κάποιες διαφορές ανάμεσα στις πολιτικές της Θάτσερ και τις πολιτικές του Κάλαχαν. Έτσι εμφανίζουν σαν βασική διαφορά το ότι ο Κάλαχαν, ενώ περιέκοπτε τις δημόσιες δαπάνες και δημιουργούσε περισσότερη ανεργία, επιδίωκε ακόμη την πολιτική της συγκράτησης των μισθών μέσα από μια συμφωνία με τα συνδικάτα, ενώ η Θάτσερ στο ζήτημα των διαπραγματεύσεων με τα συνδικάτα για τις μισθολογικές αυξήσεις, άλλαξε τελείως το καθεστώς και επιτέθηκε στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αλλά αυτό βέβαια, δεν συνιστά ελαφρυντικό για την εφαρμογή από τους Εργατικούς της πολιτικής της χρηματιστικής ολιγαρχίας.

Η εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης των Εργατικών, υπό τις οδηγίες του ΔΝΤ

Η κυβέρνηση Κάλαχαν ξεκίνησε καθορίζοντας σαν επιτρεπόμενη αύξηση ένα ποσό 6 λιρών την εβδομάδα για όλους εκείνους που αμείβονταν με λιγότερο από 8.500 λίρες. Η πολιτική αυτή είχε τη στήριξη ενός από τα πιο μεγάλα και ισχυρά συνδικάτα, της Ένωσης Εργατών Μεταφορών και Γενικών Υπηρεσιών (TGWU). Η ενιαία όμως αύξηση καταπατούσε πλήρως την πρακτική των Βρετανών συνδικαλιστών με τη μακρόχρονη προσήλωση τους στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τη διαφοροποίηση των αμοιβών, ανάλογα με τα χρόνια απασχόλησης, την ειδίκευση του εργαζόμενου κλπ. Η ισοπεδωτική αυτή πολιτική, αντιμετώπισε βέβαια πολλές αντιδράσεις από το Κογκρέσο των Βρετανικών Συνδικάτων (TUC) αλλά και από την αριστερή πτέρυγα του Εργατικού κόμματος και τους κομμουνιστές[5].

Η ρύθμιση αυτή ξεκινούσε πρώτα απ’ όλα από τους δημοσίους υπαλλήλους και τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα και επεκτεινόταν βέβαια και στον ιδιωτικό καπιταλιστικό τομέα. Τελικά, οι κορυφές των μεγαλύτερων συνδικάτων αποδέχθηκαν την ρύθμιση στηρίζοντας το Εργατικό κόμμα. Δικαιολόγησαν μάλιστα τη στάση τους λέγοντας ότι το μέτρο ήταν προσωρινό και ότι δεν είχε θεσμοθετηθεί. Αλλά η στάση αυτή των κορυφών προκάλεσε πολλές αντιδράσεις από στελέχη μεσαίων και κατώτερων συνδικαλιστικών οργάνων, καθώς και τοπικών συνδικάτων.

Ο «χειμώνας της δυσαρέσκειας» και η επίθεση στα συνδικάτα

Η διατίμηση της αμοιβής από την κυβέρνηση των Εργατικών, παρά τις πολλές αντιδράσεις και απεργίες, συνεχίστηκε και μέσα στο 1978. Άρχισαν να επιβάλλονται κυρώσεις σε κείνους τους εργοδότες, που κάτω από την πίεση των κινητοποιήσεων των συνδικάτων και των απεργιών, παραβίαζαν τις γενικές κατευθύνσεις της εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης, που από τον Ιούλη του 1978 όριζε ως στόχο μια αύξηση του 5%. Όσοι παραβίαζαν το στόχο αυτό έμπαιναν σε μαύρη λίστα και η κυβέρνηση των Εργατικών αρνιόταν να κάνει μαζί τους δημόσια συμβόλαια ή να τους δώσει επιδοτήσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην εταιρεία Ford, όπου μετά από μια μακρόχρονη απεργία των εργαζομένων, τα συνδικάτα μηχανικών πέτυχαν αυξήσεις 16,5% τον Νοέμβρη του 1978. Η κυβέρνηση του Εργατικού κόμματος έβαλε την εταιρεία στη μαύρη λίστα, προκαλώντας πολύ μεγάλες αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις στην πολιτική αυτή διογκώθηκαν τους τελευταίους μήνες του 1978 που έχει μείνει γνωστός ως «ο χειμώνας της δυσαρέσκειας».

Στο διάστημα αυτό υπήρξε ένα μπαράζ δημοσιευμάτων κατασυκοφάντησης και επιθέσεων στις δυναμικές απεργιακές κινητοποιήσεις και στο ρόλο και τη δύναμη των συνδικάτων, ενώ εντείνονταν και οι διαφοροποιήσεις μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα αλλά και στην εργατική τάξη.

Την περίοδο αυτή γίνεται πολύ πιο έντονη η παρέμβαση της αστικής τάξης με στόχο να διασπάσει το συνδικαλιστικό κίνημα και να φέρει σε αντιπαράθεση τμήματα εργαζομένων με άλλα τμήματα. Προσπάθησε να καλλιεργήσει τη διαφορά ανάμεσα στους εργαζόμενους στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ανάμεσα σε υψηλόμισθους και χαμηλόμισθους, ανάμεσα στα νέα τμήματα της εργατικής τάξης που δημιουργήθηκαν από την ανάπτυξη της τεχνικής και των τεχνολογικών επιτευγμάτων και στα «παλιά» τμήματα της εργατικής τάξης που ήταν ανειδίκευτα. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα φθοράς του Εργατικού κόμματος προετοιμάστηκε η επάνοδος στην κυβερνητική εξουσία του Συντηρητικού κόμματος, στην ηγεσία του οποίου βρισκόταν απ’ το 1975, όπως έχουμε ήδη δει, η Μάργκαρετ Θάτσερ.

Η άνοδος του Συντηρητικού κόμματος στην κυβέρνηση και το «δίδυμο» Θάτσερ-Ρήγκαν

Η προσφυγή στο ΔΝΤ, η ενίσχυση της εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου και η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα από την κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον Κάλαχαν, προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις από τα συνδικάτα, αλλά και μεγάλες απογοητεύσεις στους ψηφοφόρους του Εργατικού κόμματος, κυρίως από τα εργατικά-λαϊκά στρώματα. Στρώθηκε ο δρόμος για την άνοδο του Συντηρητικού κόμματος. Η εκλογική μάχη έγινε εν μέσω εργατικών αγώνων που έπληξαν τους Εργατικούς λόγω της πολιτικής τους, αλλά και τα συνδικάτα που δέχθηκαν μια άνευ προηγουμένου επίθεση από τα αστικά συγκροτήματα ενημέρωσης. Ένα 5,2% των ψήφων των Εργατικών, σύμφωνα με αναλύσεις της εκλογικής συμπεριφοράς, μετακινήθηκαν στο Συντηρητικό κόμμα. Στις 3 Μάη 1979 γίνανε γενικές εκλογές στη Βρετανία. Πρώτο κόμμα αναδείχθηκε το Συντηρητικό, την πρωθυπουργία ανέλαβε η Μάργκαρετ Θάτσερ και η επίθεση των πιο ισχυρών μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου συνεχίστηκε.

Αυτή η επίθεση, στους εργαζόμενους διεθνώς, ενισχύθηκε από την άνοδο του Ρόναλντ Ουίλσον Ρήγκαν (Ronald Wilson Reagan) στην Προεδρία των ΗΠΑ, στις 20 Γενάρη 1981. «Το δίδυμο» των πιο επιθετικών και αντιδραστικών κύκλων του μονοπωλιακού κεφαλαίου –Θάτσερ και Ρήγκαν– έδρασε από κοινού, από τις θέσεις της Πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας και του Προέδρου των ΗΠΑ. Η θητεία τους καλύπτει όλη τη δεκαετία του ’80 και συμπίπτει χρονικά[6].

Η πρώτη θητεία της Θάτσερ (1979-1983) σχετίζεται επίσης με τον πόλεμο της Βρετανίας κατά της Αργεντινής με αφορμή τα πετρελαϊκά κοιτάσματα[7] στα νησιά Φόκλαντς ή Μαλβίνες όπως τα ονομάζουν οι Ισπανόφωνοι. Η πολεμική επίθεση των Βρετανών διήρκεσε απ’ τις 2 Απρίλη ως τις 14 Ιούνη του 1982. Η δεύτερη θητεία της Θάτσερ (9.6.1983-9.6.1987) σχετίζεται με την ολομέτωπη επίθεση κατά των εργαζομένων και των συνδικάτων με αποκορύφωμα την απεργία των ανθρακωρύχων που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο (Μάρτης 1984-1985) και έληξε με ήττα των ανθρακωρύχων[8].

Η θέση της Βρετανίας στην ΕΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του ’80

Η ίδια αυτή περίοδος σημαδεύεται και από την οξύτατη διαπάλη στο εσωτερικό της βρετανικής αστικής μονοπωλιακής τάξης σχετικά με τη θέση της Βρετανίας στην ΕΟΚ[9]. Η διαπάλη αυτή διαπερνά και τα τρία βασικά πολιτικά κόμματα της βρετανικής πολιτικής σκηνής – το Εργατικό, το Συντηρητικό και το Φιλελεύθερο. Το 1985 η Θάτσερ πετυχαίνει να επιστραφεί στη Βρετανία το 66% της συνεισφοράς της στον Κοινοτικό Προϋπολογισμό.

Στην τρίτη θητεία της Θάτσερ ως Πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας (11.6.1987-27.11.1990) το ζήτημα της σχέσης με την ΕΟΚ έχει οξυνθεί ακόμα πιο πολύ. Η Θάτσερ είναι αντίθετη με την εξέλιξη της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση και στη δημιουργία, όπως έλεγε, ενός υπέρ-κράτους. Θεωρεί πως η ΕΟΚ πρέπει να αποτελεί μια ένωση όπου το κεφάλαιο κλπ. θα κυκλοφορεί χωρίς περιορισμούς, ενώ το κάθε κράτος-μέλος πρέπει να διατηρεί τα βασικά εργαλεία που έχει για την άσκηση της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας του. Σε ομιλία της στις 27 Σεπτέμβρη 1988 εκθέτει τις βασικές θέσεις του Συντηρητικού Κόμματος και της ίδιας ως Πρωθυπουργού σχετικά με την ΕΟΚ και τις αλλαγές που ετοιμάζονται. Η θέση της Θάτσερ ήταν πολύ επικριτική και δημιούργησε διάσταση απόψεων μέσα στο ίδιο της το κόμμα.

Ο επόμενος χρόνος, το 1989, είναι η μοιραία χρονιά για τη Θάτσερ. Έρχεται σε οξύτατη σύγκρουση σχετικά με το θέμα της συμμετοχής της Στερλίνας (βρετανικό νόμισμα) στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) της ΕΟΚ. Οι εσωτερικές αντιδράσεις στο κόμμα της αυξάνονται και συνδυάζονται με την αντιλαϊκή πολιτική της και την επιβολή ενός νέου φόρου (του κεφαλικού) που προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις, διαδηλώσεις και βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους του Λονδίνου το 1989 και αρχές 1990.

Η αμφισβήτηση μέσα στο κόμμα της παίρνει διαστάσεις. Επιπλέον, η Θάτσερ αντιδρά έντονα στην προσάρτηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην ΟΔΓ (Δυτική Γερμανία) το 1989-1990, θεωρώντας πως οι αλλαγές στο συσχετισμό των δυνάμεων που είχαν διαμορφωθεί μετά το 1945 άλλαζαν δραματικά και όχι προς το συμφέρον της Μ. Βρετανίας. Αναζωπυρώθηκαν οι φόβοι για μια ισχυρή Γερμανία που προκάλεσε αντανακλαστικά για τον περιορισμό της Βρετανίας και έφερε μια νέα προσέγγιση με τη Γαλλία που όμως δεν βάθυνε κι ούτε μπόρεσε να πάρει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά.

Η ήττα της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών τη δεκαετία του ’80

Όπως έχουμε ήδη δει, η προσφυγή στο ΔΝΤ απ’ την κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον Κάλαχαν το 1976 και η εγκατάλειψη του κεϊνσιανισμού, έφερε στην εξουσία το Συντηρητικό κόμμα και τη Θάτσερ στην πρωθυπουργία το 1979. Οι αντιδραστικές αλλαγές που σημειώθηκαν στη Βρετανική κοινωνία επέδρασαν άμεσα και στο Εργατικό κόμμα, την ηγεσία του οποίου ανέλαβε το 1980 ο επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας, πρώην υπουργός εργασίας και των εκ των υποστηριχτών του «ΌΧΙ» στην ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ, Μάικλ Φουτ.

Στη Συνδιάσκεψη των Εργατικών στο Γουέμπλεϊ το 1981, μια ομάδα στελεχών της δεξιάς πτέρυγας θ’ αποχωρήσουν και θα ιδρύσουν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (S. Williams, O. Owen, W. Rogers, R. Jenkins). Το Σεπτέμβρη του 1981 ανακοινώνεται η Συμμαχία Σοσιαλδημοκρατών – Φιλελευθέρων. Με την εκλογή του Φουτ στην προεδρία, έγινε μια προσπάθεια το Εργατικό κόμμα να ξαναβρεί τις παραδοσιακές εργατικές αναφορές του με το Μανιφέστο του 1983. Αλλά στις εκλογές του 1983, το Εργατικό κόμμα ηττήθηκε βαριά παίρνοντας το 27,6% των ψήφων. Ήταν το χαμηλότερο ποσοστό από το 1918 όπως του καταμαρτυρούσαν, λαμβάνοντας μόνο μισό εκατομμύριο ψήφους πάνω από τις ψήφους της Συμμαχίας Σοσιαλδημοκρατών – Φιλελευθέρων. Η Συμμαχία πήρε 7.780.949 ψήφους και ποσοστό 25,4%. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια οι Φιλελεύθεροι έβλεπαν τέτοιο υψηλό ποσοστό, ενώ φαίνεται ότι πάνω από 3 εκατομμύρια ψήφοι μετακινήθηκαν από το Εργατικό κόμμα στη Συμμαχία Σοσιαλδημοκρατών – Φιλελευθέρων.

Ο Μάικλ Φουτ αναγκάσθηκε να παραιτηθεί και αντικαταστάθηκε από τον Νιλ Κινοκ, ο οποίος στις 2 Οκτώβρη 1983 εκλέχτηκε αρχηγός του Εργατικού κόμματος. Το γεγονός σηματοδότησε μια στροφή της πολιτικής του κόμματος προς το κέντρο. Η στροφή αυτή έφερε όξυνση στην εσωτερική αντιπαράθεση μέσα στους Εργατικούς, ιδιαίτερα από διάφορες οργανωμένες ομάδες, όπως η τροτσκιστική ομάδα Μίλιταντ, που έπαιζαν διαλυτικό ρόλο.

Η επί ένα ολόκληρο χρόνο απεργία των ανθρακωρύχων (Μάρτης 1984-1985) που έληξε με την ήττα του συνδικάτου απ’ την κυβέρνηση Θάτσερ, έδωσε επίσης την ευκαιρία στο νέο ηγέτη του Εργατικού κόμματος Νιλ Κινοκ και της νέας ηγετικής ομάδας να διεξάγει μια κατά μέτωπο επίθεση ενάντια στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Αυτή η πάλη έγινε το κύριο καθήκον της νέας ηγεσίας και κράτησε από το 1983 ως το 1987 και ακόμη παραπέρα. Η ήττα των ανθρακωρύχων με ηγέτη τον Σκάργκιλ, έδωσε το έναυσμα μιας μεγάλης επίθεσης του αστικού τύπου κατά του «σκληρού και αδιάλλακτου» συνδικαλισμού, ενώ ήταν και το σινιάλο για την αντεπίθεση του προέδρου Νιλ Κινοκ στο εσωτερικό του Εργατικού κόμματος και στην επιρροή των συνδικάτων σ’ αυτό.

ΥΓ: Στο επόμενο, απ’ τη Θάτσερ στο Μέιτζορ και απ’ το Εργατικό Κόμμα στο New Labour του Τόνι Μπλερ.


[1] http://www.inprecor.gr/index.php/archives/127176

[2] James Callaghan, Time and Chance, ed. Collins, London 1987, σελ. 426.

[3] Τα «επιχειρήματα» του Κάλαχαν φαντάζουν σα να έχουν ειπωθεί για το σήμερα, που έχει γίνει δημοφιλές το σύνθημα των κυβερνήσεων που εφαρμόζουν την πιο επιθετική πολιτική υπέρ του χρηματιστικού κεφαλαίου, ότι, «η κάθε χώρα καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει». Πρόκειται στην κυριολεξία για ταξικότατη αρλούμπα. Ιδιαίτερα δε, τα όσα είπε ο Κάλαχαν σαν αιτία της ανεργίας, αφήνουν εκτός της συζήτησης την πολυτελή κατανάλωση και προκλητική σπατάλη της μεγαλοαστικής τάξης, τα τεράστια κέρδη της χρηματιστικής ολιγαρχίας που δεν επενδύονται στη βαριά βιομηχανία κλπ, αλλά σε παρασιτικές και κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Σε όλη αυτή την αντιδραστική επιχειρηματολογία δεν έχει επίσης θέση, το κυνήγι του ανώτατου κέρδους και η υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων, ούτε η βασική αντίθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που βρίσκεται ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Στην πραγματικότητα οι εργαζόμενοι και τα πλατιά λαϊκά στρώματα των περισσότερων χωρών, κάθε άλλο παρά στην πλειοψηφία τους καταναλώνουν περισσότερα απ’ όσα τους επιτρέπει η αξία της εργατικής τους δύναμης. Απ’ την άλλη αυτού του είδους η επιχειρηματολογία -τύπου Κάλαχαν που είναι κυρίαρχη στις μέρες μας- δεν εξετάζει καθόλου τη θέση κάθε χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Είναι άλλη περίπτωση μια ηγετική ιμπεριαλιστική δύναμη, έστω και σε παρακμή όπως η Βρετανία και άλλη η περίπτωση μιας χώρας με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης και εξαρτημένη, (πχ Ελλάδα) όπου παρουσιάζει χρόνιο ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών κλπ. Σε διαφορετικό επίπεδο επίσης βρίσκεται το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα σε κάθε χώρα. Διαφορετικές επίσης, είναι συνολικά οι συνθήκες σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα και μάλιστα ηγετική δύναμη στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και διαφορετικές στις εξαρτημένες χώρες μέσου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης ή χώρες που αποτίναξαν πρόσφατα τον αποικιακό ζυγό του ιμπεριαλισμού κλπ.

[4] Donoughue Bernard, Prime Minister: The Conduct of Policy under Harold Wilson and James Callaghan. Ed. Jonathan Cape, London 1987, σελ. 94.

[5] Η πιο αποκαλυπτική κριτική έγινε απ’ το ΚΚ Μ. Βρετανίας που κατήγγειλε την πολιτική του Εργατικού κόμματος ότι, ήταν μια πολιτική αναδιανομής όχι ανάμεσα στους εργάτες και τους κεφαλαιοκράτες, αλλά μέσα στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Επί της ουσίας οι καλύτερα αμειβόμενοι εργάτες θα πλήρωναν για τη βελτίωση των κατώτερα αμειβόμενων εργατών. Με αυτό τον τρόπο αυτό απαλλάσσονταν οι κεφαλαιοκράτες.

[6] Η Θάτσερ γίνεται πρωθυπουργός το 1979, κερδίζει τις εκλογές το 1983 και το 1987 και γίνεται πάλι πρωθυπουργός μέχρι το Νοέμβρη του 1990, όπου έχασε την προεδρία του Συντηρητικού κόμματος και παραιτήθηκε απ’ την πρωθυπουργία. Ο Ρήγκαν έκανε κι’ αυτός δύο θητείες στο Προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ. Το 1981-1985 και το 1985-1989. Τα χρόνια αυτά είναι μια περίοδος από τις πιο σημαντικές στην ιστορία των ταξικών αγώνων. Το πιο σημαντικό γεγονός ήταν η ανατροπή της Σοβιετικής εξουσίας και η διάλυση της ΕΣΣΔ, καθώς και οι ανατροπές στις άλλες ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές χώρες το 1989-1991, η διάλυση της ΚΟΜΕΚΟΝ και η μονομερής διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

[7] Σύμφωνα με τους επιστήμονες τα κοιτάσματα αυτά μπορούν να δώσουν 3,5 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο και περίπου 5 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=136389

[8] Η ήττα των ανθρακωρύχων αποτέλεσε αφορμή για να ενταθούν οι διεργασίες στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος με κυρίαρχο στοιχείο όπως θα δούμε παρακάτω τη νέα ολομέτωπη επίθεση της ηγετικής ομάδας σε βάρος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος.

[9] Η Βρετανία εντάχθηκε στην Κοινή Αγορά (ΕΟΚ) το 1973 με κυβέρνηση Συντηρητικού κόμματος. Η γραμμή του Εργατικού κόμματος με βάση τη Συνδιάσκεψη του 1973 ήταν «επαναδιαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας». Το 1975 με κυβέρνηση Εργατικού κόμματος, έγινε δημοψήφισμα, στο οποίο υπέρ της παραμονής της χώρας στην Κοινή Αγορά τάχθηκε το 67,2% έναντι 32,8% που τάχθηκε υπέρ της εξόδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Βρετανία μαζί με τις Σκανδιναβικές χώρες είχαν ιδρύσει το 1960 την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών. Η κίνηση αυτή αποτελούσε την κύρια αντίδραση της Βρετανίας στην ίδρυση της ΕΟΚ το 1958. Οι πρώτες 6 χώρες μέλη της ΕΟΚ είναι: Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία. Δες το Α’ μέρος του άρθρου «Η προσφυγή της Μεγάλης Βρετανίας στο ΔΝΤ» http://www.inprecor.gr/index.php/archives/127176.

Επίσης δες το: «ΔΝΤ: Το μακρύ χέρι της χρηματιστικής ολιγαρχίας και το “αόρατο χέρι” των ΗΠΑ» http://www.inprecor.gr/index.php/archives/121734.