Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

http://www.iospress.gr/

Ο λαγός του ΔΝΤ
Πριν αρχίσουν να λαμβάνονται τα σκληρά μέτρα εις βάρος των δημοσίων υπαλλήλων προηγήθηκε μια εκστρατεία διασυρμού τους με κύριο όχημα τη θεωρία των τεράστιου αριθμού τους.

Ο πρώτος στόχος των βίαιων μέτρων εις βάρος των εργαζομένων που λαμβάνονται από την ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο του περιβόητου Μνημονίου είναι ως γνωστόν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτοί ήταν οι πρώτοι που είδαν τις αποδοχές τους να περικόπτονται, τις συντάξεις τους να περιστέλλονται και τις θέσεις εργασίας τους να απειλούνται άμεσα. Προκειμένου να γίνουν αποδεκτά αυτά τα σκληρά μέτρα ως «υποχρεωτική λύση» και «μονόδρομος» για να αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας έπρεπε πρώτα να βομβαρδιστεί η κοινή γνώμη με μια σειρά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τον τρόπο διορισμού, το ρόλο και την απόδοση των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Αλλωστε δεν είναι δύσκολο για μια χώρα με αυτό το επίπεδο δημόσιας διοίκησης και το πανίσχυρο πελατειακό σύστημα να πειστεί κάθε πολίτης να στρέψει τα πυρά του στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα. Ακόμα και οι ίδιοι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τρέφουν την παραμικρή εκτίμηση για συναδέλφους τους άλλων κλάδων γιατί έχουν κι αυτοί υποφέρει από τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης.

Ο στόχος, λοιπόν, της προπαγανδιστικής εκστρατείας ήταν εύκολος. Και κεντρικό στοιχείο του ο χιλιοδιατυπωμένος ισχυρισμός ότι στην Ελλάδα έχουμε υπερβολικό αριθμό δημοσίων υπαλλήλων και πάση θυσία πρέπει να τον μειώσουμε. Όμως ο λεγόμενος υπερπληθυσμός των δημοσίων υπαλλήλων είναι μια κοινοτοπία που δεν στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα. Είναι ένας ακόμα «αστικός μύθος» από τους πολλούς που κυκλοφορούν στη χώρα μας. Μόνο που αυτός ο μύθος καλύπτει και εξυπηρετεί συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.

Η κολοκυθιά του δημοσίου

Για να συντηρηθεί ο μύθος του υπερπληθυσμού των δημοσίων υπαλλήλων υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να διατηρείται μια σύγχυση για τον ακριβή τους αριθμό, τις επί μέρους κατηγορίες εργαζομένων που υπάγονται στο δημόσιο τομέα και τον τρόπο πληρωμής τους. Λες και υπάρχει ένα αξεδιάλυτο μυστήριο, το οποίο επί χρόνια αναπαράγεται χωρίς κανείς να μπορεί να το λύσει. «Κρύβουν τον αριθμό των υπαλλήλων» έγραφε για την προηγούμενη κυβέρνηση το Βήμα, καταγγέλλοντας ότι «η κυβέρνηση δίνει ψεύτικα στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Ενωση για τους εργαζομένους στο Δημόσιο» (26.5.09). Παρόμοιες καταγγελίες βλέπουν κάθε λίγο και λιγάκι το φως της δημοσιότητας, ενώ οι αριθμοί που αναφέρονται σπάνια συμπίπτουν.

Μιλώντας στο Συνέδριο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών ο πρωθυπουργός είχε προβεί στις αρχές Μαΐου σε μια αναπάντεχη ομολογία: «Όταν ήρθαν οι διαπραγματευτές της λεγόμενης τρόικας», διηγήθηκε ο κ. Παπανδρέου, «περνούσαν από τα υπουργεία και ρωτούσαν τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Ηταν αδύνατο να δοθεί σωστή απάντηση. Αδύνατον να γνωρίζει το ελληνικό κράτος πόσοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Όπως καταλαβαίνετε, δεν βοηθάει σε μια διαπραγμάτευση, ούτε στην αξιοπιστία μας, όταν εμείς δεν μπορούμε να πούμε πόσοι είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αρα λοιπόν η Ενιαία Αρχή Πληρωμής θα μας επιτρέψει να καταγράψουμε καταρχήν τους δημόσιους υπαλλήλους. Αλλά επειδή αυτό δεν είναι απλό, διότι ξέρετε πόσο τα υπουργεία είναι φέουδα μεταξύ τους και μέσα στα υπουργεία υπάρχουν άλλα, μικρότερα φέουδα, περιμένουμε μια ημερομηνία από το υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εσωτερικών, οπότε θα γίνει απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι θα ανεβάσουν τα στοιχεία τους στο διαδίκτυο, βεβαίως με τη βοήθεια του διοικητικού προϊσταμένου της κάθε υπηρεσίας».

Από τα πιο επίσημα χείλη, λοιπόν, διατυπώθηκε η θεωρία της «άγνοιας» για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Κατόπιν αυτού θα περίμενε κανείς να δοθεί με την ίδια επισημότητα η λύση του μυστηρίου με την ολοκλήρωση της απογραφής που έφερε σε πέρας η κυβέρνηση το καλοκαίρι. Πού τέτοια τύχη! Με χαμηλούς τόνους ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της απογραφής από τους κυρίους Ραγκούση και Παπακωνσταντίνου στις 30 Ιουλίου. Αντίθετα από όσα τερατώδη νούμερα ακούγονταν μέχρι τότε, τα αποτελέσματα της απογραφής αποδείκνυαν ότι ο λεγόμενος «υπερπληθυσμός» του δημοσίου δεν στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα. Το σύνολο των υπαλλήλων που καταγράφτηκε έφτασε τους 768.009, περιλαμβάνοντας τους μόνιμους υπάλληλους, τους δικαστικούς και τους δημόσιους λειτουργούς (625.738), τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (53.833), τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (44.811), τους συμβασιούχους έργου (14.345), τους αιρετούς (12.609) και άλλες πιο ολιγάριθμες κατηγορίες. Μάλιστα και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των απογραφέντων υπαλλήλων ήταν πολύ ικανοποιητικά, με το 39% να έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση και το 28% δευτεροβάθμια, ενώ το 9% έχει τεχνολογική εκπαίδευση. Υπάρχει και ένα αξιοπρόσεκτο 10% με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα.

Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι τελικοί, επειδή μπορεί να έχουν γίνει λάθη και γι’ αυτό ελέγχονται. Σύμφωνα, όμως, με τις δηλώσεις των αρμόδιων, τα «λάθη» αυτά προέρχονται κυρίως από ορισμένους που δεν έπρεπε να απογραφούν (συνταξιούχοι ή «υποψήφιοι» υπάλληλοι) και έσπευσαν να το κάνουν για να μη χάσουν. Σε κάθε περίπτωση τα τελικά νούμερα δεν προβλέπεται να αποκλίνουν σημαντικά.

Και ποιό είναι τώρα το συμπέρασμα; Η κυβέρνηση δεν σχολίασε το τελικό νούμερο, το οποίο η ίδια είχε δηλώσει ότι δεν γνώριζε. Οι μόνιμοι επικριτές του δημοσίου τομέα και οι λάτρεις του Μνημονίου απέφυγαν κι αυτοί να τοποθετηθούν άμεσα.

Το αποτέλεσμα της απογραφής δεν προκαλεί καμιά έκπληξη. Ο ισχύων προϋπολογισμός του κράτους έχει ?όπως είναι φυσικό- υπολογίσει το αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων που πρέπει να πληρώσει. Ο σχετικός πίνακας που περιλαμβάνεται στη σελίδα 74 της εισηγητικής του έκθεσης καταγράφει τους υπαλλήλους (τακτικούς-μόνιμους, αορίστου και ορισμένου χρόνου) και ανεβάζει τον αριθμό τους σε 511.913 στις 30.6.09, ελάχιστα αυξημένο από τον αντίστοιχο των δυο προηγουμένων χρόνων (506.680 το 2008 και 503.170 το 2007). Αν συνυπολογιστεί ο αριθμός των στρατιωτικών και ορισμένων μικρότερων κατηγοριών που καταγράφονται σε άλλα σημεία του προϋπολογισμού, φτάνουμε στον ίδιο αριθμό, δηλαδή 760.000.

Όπως, μάλιστα, επισημάνθηκε πρόσφατα (Το Παρόν, 6.9.10), ο τελικός αριθμός της απογραφής ταυτίζεται με τον ήδη γνωστό αριθμό των υπαλλήλων που περιλαμβάνεται στον πίνακα του τελευταίου τριμήνου του 2009 του υπουργείου Εσωτερικών. Σύμφωνα μ’ αυτόν τον πίνακα, αν προστεθούν οι μόνιμοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (οι δυο κατηγορίες δηλαδή που αφορούν το 80% των δημοσίων υπαλλήλων) εμφανίζονται να υπηρετούν 689.966 υπάλληλοι στο τέλος του 2009. Ο αντίστοιχος αριθμός της απογραφής είναι 679.571, διαπιστώνουμε δηλαδή μια εντυπωσιακή προσέγγιση των δύο υπολογισμών, αν ληφθεί υπόψη ότι σχεδόν 10.000 υπάλληλοι συνταξιοδοτήθηκαν σ’ αυτό το διάστημα και βέβαια δεν αντικαταστάθηκαν από νέους.

Το μόνο που δεν μπορεί, λοιπόν, να πει κανείς είναι ότι όλα αυτά ήταν άγνωστα.

Το ΕΒΕΑ και οι «εκτιμήσεις» του

Μόλις τέσσερις μήνες πριν από την απογραφή, τον Απρίλιο, είχαν κυκλοφορήσει σε πολλές εφημερίδες ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Πιο γλαφυρή η Ημερησία: «Εφτασαν το 1,1 εκατ. οι δημόσιοι υπάλληλοι. Γέμισε το δημόσιο με υπαλλήλους. Το αδιαχώρητο προκλήθηκε σταδιακά όλα τα τελευταία χρόνια και οι δημόσιοι υπάλληλοι έφτασαν σήμερα τους 1.100.000». Σε άλλο σημείο η εφημερίδα αναφέρει ότι «ο αριθμός του συνολικού αριθμού (sic) των απασχολουμένων στο δημόσιο προκαλεί ίλιγγο και δικαιολογεί τη δεινή θέση που έχει περιέλθει η οικονομία της χώρας».

Όπως επισήμαινε η εφημερίδα «τα στοιχεία σοκ για την κατάσταση στον δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται σε Εκθεση του Κέντρου Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ», την οποία έδωσε στη δημοσιότητα ο πρόεδρός του Κ. Μίχαλος. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι κυμαίνονται γύρω στο 40% του συνόλου, ενώ οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ξεπερνούν το 50% και φτάνουν τους 550.000.

Παρόμοια ρεπορτάζ, βασισμένα στην Ερευνα του ΕΒΕΑ, φιλοξενήθηκαν σε όλο το φάσμα του Τύπου. «Στη χώρα μας», έγραφε το Εθνος (24.4.10), «ένας στους δέκα Ελληνες έχει εργασιακή σχέση με το Δημόσιο, είτε ως μόνιμος υπάλληλος είτε ως εποχικός, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το Κέντρο Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ. Το υπεράριθμο των δημοσίων υπαλλήλων χαρακτηρίζεται από το ΕΒΕΑ ως βασική αιτία της δεινής δημοσιονομικής κατάστασης που έχει περιέλθει η χώρα αφού, σύμφωνα με εκτιμήσεις, το δημόσιο έλλειμμα διογκώνεται λόγω της υψηλής μισθοδοσίας των κρατικών υπαλλήλων που αγγίζει το 40% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητά του δημόσιου τομέα. Η συγκεκριμένη έρευνα ανεβάζει τον αριθμό των πάσης φύσης συμβασιούχων υπαλλήλων του Δημοσίου για το 2009 σε 550.000, οι οποίοι είναι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούμενοι μερικής απασχόλησης ή με προγράμματα μαθητείας (Stage) και ωρομίσθιοι».

Πιο προσεκτική η Καθημερινή (2.5.10), αποφεύγει να υιοθετήσει τον αριθμό 1.100.000, αλλά δεν παραλείπει την έμμεση αναφορά του: «Στη χώρα μας σχεδόν ένας στους δέκα Ελληνες έχει εργασιακή σχέση με το Δημόσιο, είτε ως μόνιμος υπάλληλος, είτε ως συμβασιούχος, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε το Κέντρο Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ (Εμπορικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών)». Ο πίνακας, βέβαια, που παραθέτει η εφημερίδα περιλαμβάνει τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας και καταλήγει σε ένα σύνολο 759.084 ατόμων, πολύ κοντά δηλαδή στον αριθμό της απογραφής.

Δυο βδομάδες μετά την Εκθεση του ΕΒΕΑ υπογραφόταν από την ελληνική κυβέρνηση το Μνημόνιο.

Μετά τα αποτελέσματα της απογραφής που δεν επιβεβαιώνουν τα «στοιχεία σοκ» αναζητήσαμε την Εκθεση του Κέντρου Μελετών και Ερευνών του ΕΒΕΑ. Για λόγους που στην αρχή δεν καταλάβαμε η Εκθεση αυτή δεν έχει αναρτηθεί στον ενημερωμένο και πλούσιο ιστότοπο του επιμελητηρίου. Το γραφείο Τύπου του ΕΒΕΑ είχε την καλοσύνη να μας τη στείλει, με τη διακριτική παρατήρηση ότι πρόκειται «για συλλογή στοιχείων από το ΚΕΜΕ - ΕΒΕΑ μέσω των αρμόδιων δημοσίων υπηρεσιών -και όχι μελέτη- για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα». Μόλις την πήραμε στα χέρια μας διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για ένα κείμενο μιας σελίδας και 250 λέξεων. Φέρει τη σφραγίδα του «Κέντρου Μελετών και Ερευνας του ΕΒΕΑ» και τιτλοφορείται «Οι υπάλληλοι του δημοσίου τομέα στην Ελλάδα». Στην πρώτη παράγραφο το κείμενο επαναλαμβάνει τα περί άγνωστων στοιχείων: «Εντονη φημολογία και ατέρμονες εκτιμήσεις επικρατούν σχετικά με τον αριθμό των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα επίσημα στοιχεία που παρουσιάζονται σε κρατικούς και διεθνείς στατιστικούς φορείς τείνουν να είναι ελλιπή καθώς στον συνολικό αριθμό δεν συγκαταλέγονται οι εποχικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου».

Στη δεύτερη παράγραφο αντιγράφονται τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας που οδηγούν στο μετριοπαθές νούμερο των 370.517 (χωρίς τους στρατιωτικούς που υπολογίζει σε 177.600) και στο τέλος υπάρχει το «ζουμί». Το κείμενο παρατηρεί ότι σ’ αυτούς τους αριθμούς «δεν συμπεριλαμβάνονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου οι οποίες υπερβαίνουν τις 550.000». Προσθέτοντας αυτό τον αριθμό στον πρώτο, το κείμενο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι «το σύνολο των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα ανέρχεται, κατά προσέγγιση, στο 1.100.000». Και το ΕΒΕΑ καταλήγει με μια αυτοεπιβεβαίωση: «Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν ότι οι εκτιμήσεις πως ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων που απασχολούνται στο δημόσιο τομέα υπερβαίνει το 1.000.000 είναι ακριβείς».

Οσο για τις πηγές του ΕΒΕΑ, εκτός από τη Στατιστική Υπηρεσία εμφανίζονται δύο δικτυακές εγκυκλοπαίδειες, η Wikipedia και η Encyclopedia of the Nations. Με πηγή, μάλιστα τη Wikipedia, το ΕΒΕΑ συγκαταλέγει στους δημοσίους υπαλλήλους όλο το «ενεργό στρατιωτικό προσωπικό» (177.600), μαζί δηλαδή και τους στρατεύσιμους! Αλλά για τον κρίσιμο αριθμό των 550.000 το ΕΒΕΑ δεν δίνει καμιά εξήγηση. Σε υποσημείωση αναφέρει μόνο ότι προκύπτει «βάσει εκτιμήσεων». Ποιές εκτιμήσεις; Ποιανού; Αγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι ακριβώς οι ίδιοι αριθμοί είχαν δημοσιευτεί ένα χρόνο νωρίτερα στο Βήμα (26.5.09). Και εκεί διαβάζουμε τον αριθμό 550.000, ο οποίος αναφέρεται και πάλι «κατ’ εκτίμηση».

Αλλά και μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της απογραφής μεγάλη μερίδα του Τύπου εξακολουθούσε να μιλά για 950.000 ή και 1.000.000. «Ολοταχώς προς το εκατομμύριο οι δημόσιοι υπάλληλοι» σχολίαζε η Ημερησία (31.7.10), ενώ το Εθνος πριν ακόμα από την ολοκλήρωση της απογραφής (23.7.10) πρόβλεπε ότι «Η απογραφή δείχνει κράτος μαμούθ».

Μάταια η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ επιχειρούσε να πει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή «οι αριθμοί διαψεύδουν μια συστηματική και χρόνια παραποίηση, διαστρέβλωση της πραγματικότητας με τα περί ενάμιση, δύο, ακόμη και δυόμισι εκατομμύρια δημοσίων υπαλλήλων». Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της απογραφής, η ΑΔΕΔΥ σημείωνε ότι «αποδεικνύεται ότι τόσο σε αριθμό όσο και σε μισθολογική δαπάνη είμαστε κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Οσοι εξακολουθούν να μιλούν για τεράστια νούμερα βασίζονται στο γεγονός ότι δεν περιλήφτηκαν στην απογραφή εργαζόμενοι σε ΔΕΚΟ και Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου. Αλλά αυτό που ονομάζεται σήμερα «ευρύτερος δημόσιος τομέας» είναι από καιρό μόνο κατ’ όνομα δημόσιος. Χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτό το ένα εκατομμύριο που υπολογίζεται από μεγάλη μερίδα του Τύπου ότι θα φτάσουν οι δημόσιοι υπάλληλοι αν υπολογιστούν κι αυτές οι κατηγορίες, περιλαμβάνονται «μισθοδοτούμενοι ή μη από τον κρατικό προϋπολογισμό» (Το Βήμα, 1.8.10). Αλλά αν δεν μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό με ποια λογική συγκαταλέγονται στους δημόσιους υπαλλήλους;

Μήπως είναι λίγοι;

Η ΑΔΕΔΥ έχει δίκιο. Ο απόλυτος αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων στην κάθε χώρα δεν μπορεί να κριθεί αν δεν συγκριθεί με τον αντίστοιχο αριθμό υπαλλήλων σε ομοειδείς χώρες. Προς μεγάλη απογοήτευση των προπαγανδιστών του Μνημονίου η σύγκριση αυτή αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός περί «υπερπληθυσμού» των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα είναι εντελώς έωλος. Το επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο μια επιστημονική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της «Εκθεσης Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» και υπογράφεται από τέσσερις ερευνητές του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών και των Πανεπιστημίων του Στρασβούργου και του Μαγδεμβούργου («The size and performance of public sector activities in Europe»).

Τα συμπεράσματα της έρευνας αυτής, όπως αποτυπώνονται και στα διαγράμματα που δημοσιεύουμε, εμφανίζουν την Ελλάδα σε μια σχετικά χαμηλή θέση ως προς τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων που διατηρεί σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ εξίσου χαμηλή είναι η επίδοση της χώρας μας στο ποσοστό των εργαζομένων στο δημόσιο σε σχέση με το σύνολο των εργαζομένων. Και μάλιστα αυτά τα στοιχεία ισχύουν για τις τελευταίες τρεις δεκαετίες!

Στον πίνακα που καταγράφει το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων επί του συνόλου των εργαζομένων κάθε χώρας, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 14η θέση επί συνόλου 17 ευρωπαϊκών κρατών, με επίδοση 11,4%. Βρίσκεται δηλαδή πολύ κάτω από την πρώτη στην κατάταξη Σουηδία (30%) ή τη Δανία (29%), τις χώρες που υποτίθεται ότι αποτελούσαν το προεκλογικό πρότυπο του σημερινού πρωθυπουργού. Αλλά η Ελλάδα υπολείπεται πολύ και από τη Γαλλία (21,2%) και τη Μεγάλη Βρετανία (17,8%), παρά τις έντονες περικοπές της τελευταίας. Η χώρα μας ξεπερνά ?και μάλιστα ελάχιστα- μόνο την Ιρλανδία (11,0%), την Ολλανδία (10,7%) και τη Γερμανία (10,2%). Όπως παρατηρεί η μελέτη, η θέση της Ελλάδας στην κατάταξη αυτή παραμένει τις τελευταίες δεκαετίες σταθερή.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Ανάλογα ευρήματα δείχνει η έρευνα και όταν συγκρίνει τις δημόσιες δαπάνες των ευρωπαϊκών κρατών ως ποσοστό επί του ΑΕΠ κάθε χώρας. Και εδώ η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά σε χαμηλότερη θέση από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, αυτό που παρατηρείται στην Ελλάδα δεν είναι ούτε εξαιρετική διόγκωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων ούτε η αδυναμία καταμέτρησής τους. Υπάρχει μια σκόπιμη σύγχυση μεταξύ των διάφορων τύπων εργασιακών σχέσεων που έχουν αρχίσει να εισάγονται στο δημόσιο από τη στιγμή που ιδιωτικοποιούνται με τον έναν ή άλλο τρόπο διάφοροι τομείς, υπηρεσίες ή κλάδοι του δημοσίου. Αυτός ο περίφημος αριθμός 550.000, τον οποίο όλοι επικαλούνται με βάση «εκτιμήσεις τους» δεν είναι τίποτα άλλο παρά το φάντασμα όλων αυτών των νέων «ελαστικών» θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στο περιθώριο και εις βάρος του δημόσιου τομέα (stages, διμηνίτες, εποχικοί, κλπ). Αλλά αυτοί είναι τα πρώτα θύματα της νέας πολιτικής. Οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των δύο κυβερνητικών κομμάτων ανακοινώνουν ότι ο αριθμός των συμβασιούχων αυτών μειώνεται, αλλά τα παπαγαλάκια τους δεν τους πιστεύουν. Ο Προκόπης Παυλόπουλος δήλωνε λίγο πριν από τις εκλογές ότι «ο αριθμός των συμβασιούχων παρά τις προκλητικά παραπλανητικές ανακοινώσεις του ΠΑΣΟΚ συνεχώς μειώνεται» (Real News, 8.9.09). Και ο διάδοχός του Γιάννης Ραγκούσης επαναλάμβανε λίγους μήνες αργότερα: «Οι θέσεις συμβασιούχων είναι μειωμένες κατά 35%» (Το Βήμα, 21.3.10).

Κάτω από την πίεση των μύθων που οι ίδιοι συντηρούσαν τόσα χρόνια, οι κυβερνώντες υιοθετούν την πιο σκληρή εφαρμογή του Μνημονίου, περικόπτοντας με κάθε τίμημα θέσεις εργασίας. Αν συνυπολογίσει κανείς την εκβιασμένη πρόωρη έξοδο χιλιάδων υπαλλήλων που επιχειρούν να συνταξιοδοτηθούν για να αποφύγουν τα χειρότερα, η σημερινή τάση του δημόσιου τομέα είναι η συρρίκνωση, με εκρηκτικές συνέπειες στην ανεργία και στην αποδοτικότητα της κρατικής μηχανής.

Big is beautiful!

Από ειρωνεία της τύχης, η αιφνίδια διόγκωση του αριθμού των μελών του υπουργικού συμβουλίου κατά τον πρόσφατο ανασχηματισμό προσφέρει ένα σοβαρό αντεπιχείρημα σε όσους πιπιλίζουν την καραμέλα του μικρού και «οικονομικού» δημόσιου τομέα ?κι ανάμεσά τους βέβαια συγκαταλέγεται και ο πρωθυπουργός. Τα 48 μέλη της νέας κυβέρνησης υποδείχτηκαν ήδη ως αντίφαση από την αντιπολίτευση. Αλλά είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Η συγκριτική μελέτη για το «Μέγεθος και την απόδοση των δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα στην Ευρώπη», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (βλ. διπλανές στήλες) καταλήγει σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με το πώς επιδρά στην απόδοση μιας διακυβέρνησης το μέγεθος του δημόσιου τομέα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μελέτη καταρχήν αποδέχεται τις διαπιστώσεις που κυριαρχούν στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης και συντηρητικής Ευρωπαϊκής Ενωσης, ότι δηλαδή κράτη με μικρό δημόσιο τομέα (όσα δηλαδή κρατούν τις δημόσιες δαπάνες τους κάτω από το 40% του ΑΕΠ) επιτυγχάνουν κατά κανόνα καλύτερες οικονομικές επιδόσεις από κράτη με δημόσιο τομέα μεσαίου μεγέθους (40-50% του ΑΕΠ) ή και μεγάλου (πάνω από 50% του ΑΕΠ). Το τι ακριβώς εννοούν οι συντάκτες με «καλύτερες επιδόσεις», το αναλύουν στη συνέχεια: «Οι μικροί δημόσιοι τομείς λειτουργούν καλύτερα στη διοίκηση, τη σταθερότητα και την οικονομική επίδοση, ενώ οι μεγάλοι δημόσιοι τομείς εξασφαλίζουν καλύτερη διανομή των εισοδημάτων». Μ’ άλλα λόγια, το μέγεθος του δημόσιου τομέα έχει ένα σαφή ταξικό χαρακτήρα.

Αναφερόμενοι και σε άλλες προγενέστερες μελέτες οι τέσσερις συντάκτες της έρευνας που παρουσιάζουμε διαπιστώνουν ότι «η συγκριτική ανάλυση διάφορων δεικτών υποδεικνύει ότι χώρες με μεγάλο δημόσιο τομέα είναι λιγότερο διεφθαρμένες, παρουσιάζουν λιγότερες γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, διαθέτουν καλύτερες παροχές δημόσιων αγαθών, αλλά επίσης και υψηλότερα ποσοστά φορολόγησης. Το πιο ενδιαφέρον αποτέλεσμα αυτών των συσχετίσεων είναι ότι κατά μέσο όρο οι διακυβερνήσεις με μεγάλο δημόσιο τομέα αποδίδουν καλύτερα (ακόμα και στα ζητήματα επιχειρηματικών ρυθμίσεων, γραφειοκρατικών καθυστερήσεων και ποιότητας στις υποδομές)».

Οι διαπιστώσεις αυτές της μελέτης μοιάζουν εντυπωσιακά με τα επιχειρήματα που επικαλείται ο πρωθυπουργός για να δικαιολογήσει τη συγκρότηση του νέου πολυπληθούς υπουργικού συμβουλίου. Μόνο που αυτά τα επιχειρήματα τα ξεχνούν τα στελέχη της κυβέρνησης όταν αναφέρονται στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού και όχι μόνο στο επιτελείο του.

Η σχέση μεγέθους και αποτελεσματικότητας του δημοσίου τομέα γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν εξετάσει κανείς κάθε συγκεκριμένο κλάδο χωριστά. Ας περιοριστούμε στο παράδειγμα του πιο πολυπληθούς κλάδου, του χώρου δηλαδή της εκπαίδευσης, στον οποίο υπηρετούν πάνω από 125.000 άτομα (σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν πριν ακόμα συμπληρωθεί η απογραφή). Είναι σίγουρο ότι ο χώρος της εκπαίδευσης είναι το πρώτο θύμα της νέας πολιτικής. Η συρρίκνωσή του είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι βλαβερές συνέπειες της μείωσης του αριθμού των εκπαιδευτικών ή της αντικατάστασής τους σε μεγάλο βαθμό από «εποχικούς» ωρομίσθιους.

Σε μια από τις πρόσφατες έρευνές μας είχαμε διαπιστώσει ότι φέτος για πρώτη χρονιά καθυστερούσαν οι αποσπάσεις των εκπαιδευτικών για τα ΣΔΕ (Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, βλ. «Σχολεία ενός κατώτερου Θεού», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 18.7.10). Το υπουργείο αντέδρασε και υποσχέθηκε ότι οι αποσπάσεις θα πραγματοποιηθούν πριν από την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου και απέδωσε σε «φήμες» κάθε άλλη σκέψη. Τελικά το ρεπορτάζ επιβεβαιώθηκε. Οι αποσπάσεις υπογράφτηκαν μόλις την περασμένη Τρίτη αφού πρώτα εκατοντάδες ειδικευμένοι εκπαιδευτικοί υποχρεώθηκαν να παρουσιαστούν στα σχολεία όπου είχαν οργανικές θέσεις πριν αποσπαστούν στα ΣΔΕ. Το ίδιο συνέβη και με τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Ο λόγος της καθυστέρησης ήταν να εμφανιστεί μια εικονική πληρότητα στα σχολεία με την παρουσία των αποσπασμένων στις οργανικές τους θέσεις. Βέβαια μόλις γίνουν οι αποσπάσεις η πλασματική αυτή εικόνα θα ανατραπεί, με αποτέλεσμα νέα και μεγαλύτερη αναστάτωση.

Μπορεί οι αλχημείες του υπουργείου να έσωσαν την εικόνα της πρώτης μέρας στα σχολεία, αλλά οι χειρισμοί αυτοί σε συνδυασμό με την επικείμενη αποχώρηση λόγω εσπευσμένης συνταξιοδότησης δασκάλων και καθηγητών θα προκαλέσει σοβαρά κενά. Τότε ίσως αναθεωρήσουν τις απόψεις τους και οι καλόπιστοι που έχουν πειστεί από το μύθο του υπερπληθυσμού των δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά τότε ίσως να είναι αργά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Heinz Handler, Bertrand Koebel, Philipp Reiss, Margit Schratzenstaller
«The size and performance of public sector activities in Europe»
Συγκριτική μελέτη του μεγέθους και των επιδόσεων του δημόσιου τομέα στην Ευρώπη. Τα αποτελέσματα για την Ελλάδα είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα που προβάλλονται κατά κόρον από τον ελληνικό Τύπο.

La Porta, R., L?pez-de-Silanes, F., Shleifer, A., Vishny, R.
«The quality of government»
(Journal of Law, Economics, and Organization 15.1, 1999)
Η ποιότητα της διακυβέρνησης σε σχέση με το μέγεθος του δημόσιου τομέα.

Afonso, A., Schuknecht, L., Tanzi, V.
«Public sector efficiency: An international comparison»
(European Central Bank. Working Paper 242, Ιούλιος 2003)
Συγκριτική μελέτη της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.

Τάκης Φωτόπουλος
«Ο μύθος του Δημοσίου ως του μεγάλου ασθενούς»
(Ελευθεροτυπία, 13.8.10)
Ένα από τα ελάχιστα άρθρα στον ελληνικό Τύπο που ανατρέπει τις βεβαιότητες της προπαγάνδας κατά του δημοσίου τομέα και των υπαλλήλων του.

Γιάννης Κιμπουρόπουλος
«Απογραφές με άρωμα? προγραφών»
(Δρόμος της Αριστεράς, 8.8.10)
Μυστικά και ψέματα πίσω από τα στοιχεία για τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, το μέγεθος του κράτους και τη δίψα της τρόικας για απολύσεις.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Για τη Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ Σεπτέμβρης 2010

Στέφανος Τζουμάκας

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 2020. Για την έξοδο από τη κρίση. Με προοδευτική στρατηγική και με προοδευτικές πολιτικές επιλογές, Με τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, στη πολιτική, στην οικονομία, στα κινήματα

Σημεία της παρέμβασης:

Α. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ την 3 Σεπτ 1974. Οι δυνάμεις του τότε και τώρα, οι νίκες και οι ήττες οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, οι αντιφάσεις και οι ανακάμψεις του.

Β. Π έ ν τ ε μεγάλα θέματα για τα οποία η χώρα είναι σε κρίση:
1. Στο μοντέλο ανάπτυξης, με διάλυση της παραγωγικής βάσης, διάλυση των επιχειρήσεων και της πραγματικής οικονομίας
2.Ανταγωνιστικότητας.
3. Στο ανεπαρκές επίπεδο γνώσεων του ανθρώπινου δυναμικού σε σχέση με τη παραγωγή καθώς και σε σχέση με την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
4. Δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δημοσίου χρέους και δανεισμού και
5. Των ολοένα μειούμενων εισοδημάτων με μια κοινωνία που οδηγείται στον ένα τρίτο των εχόντων και στα δύο τρίτα να βρίσκονται σε προφανή αδυναμία για διαβίωση σε μια ευνομούμενη χώρα.

Γ. Ο Καλλικράτης: Η θ ε σ μ ι κ ή του σημασία.
Η αναπτυξιακή ευθύνη των νέων και των παλιών δήμων για ο ξεπέρασμα της ύφεσης και της ανασυγκρότησης της διαλυμένης παραγωγικής βάσης της χώρας, για να ρίξουν το βάρος προς τη πραγματική οικονομία, τη παραγωγή προιόντων και θέσεων εργασίας, σε κάθε περιοχή, σε κάθε τομέα και κλάδο παραγωγής και λιγότερο προς τις υποδομές και τις υπηρεσίες.
Τρείς στρατηγικές στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές:
οι δυνάμεις του δημοψηφίσματος για το μνημόνιο(παραδοσιακή αριστερά),
οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού της Ν.Δ. με το δήθεν φερετζέ του αντι-μνημονίου.
Και οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ που θα σταθούν κ ρ ι τ ι κ ά και θα δώσουν κριτική ψήφο υποστήριξης στους υποψηφίους του ΠΑΣΟΚ.Όχι στην άκριτη ψήφο ναι στη κριτική ψήφο προς τους υποψήφιους του ΠΑΣΟΚ.
Ξέρουμε ότι κανείς υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ ΔΕΝ συμφωνεί με το μνημόνιο και τη κηδεμονία.

Δ. Η στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού, η κρίσεις που προκάλεσε σε βάρος της οικονομίας και της πολιτικής.
Η ήττα και η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας.
Προοδευτική στρατηγική σήμερα για τη έξοδο από τη κρίση που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες επιλογές και το διαρκές ρήγμα στις συνόδους των 20( G20)

Ε. Η κρίση δανεισμού της χώρας και η κηδεμονία. Η κηδεμονία είναι δημοσιονομική, χρηματοπιστωτική, αλλά και ΠΟΛΙΤΙΚΗ.
Το μνημόνιο δεν είναι ανεξάρτητο και αυτόνομο ούτε το ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ.
Το ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ είναι ο ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ και οι κατεδαφίσεις που έγιναν και με βάση το μνημόνιο ή στο όνομα του μνημονίου.
Το μνημόνιο είναι ένας ΒΑΣΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ στην αλυσίδα των νεοφιλελεύθερων επιλογών του νεοφιλελεύθερου διευθυντηρίου που κυριαρχεί σήμερα στην Ευρωπαική Ένωση, για το χρηματοπιστωτικό τομέα, τη βίαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου υπέρ των ισχυρών, την αφαίρεση εισοδημάτων από τα μεσαία στρώματα, τις δυνάμεις της εργασίας- και ειδικότερα της μισθωτής εργασίας- από τις συντάξεις καθώς και τη διάλυση εργασιακών θεσμών στο βωμό της μείωσης του εργασιακού κόστους για τις δυνάμεις του πλούτου.

Ε. Το τίμημα και οι μέχρι τώρα συνέπειες:
α) Η ύφεση.Ήδη μειώθηκε ο εθνικός πλούτος κατά 4%και πλέον και επιχειρήσεις άρχισαν να κλείνουν
β) Η ανεργία που υπερβαίνει το 12% και σε ορισμένες περιοχές τα ακόμα και το 20%
γ) Η νέα φτώχεια και η παλιά που από κοινού ανέρχεται άνω του 27-28 % και
δ) Ο πληθωρισμός που κατατρώει τα ήδη μειούμενα συνεχώς εισοδήματα.

ΣΤ. ΤΡΙΑ είναι τα προτάγματα:
1) Επείγουσες διαδικασίες και επιλογές για την ΑΝΑΠΤΥΞΗ και ιδιαίτερα στους νέους τομείς της πράσινης ανάπτυξής(Πριν δύο δεκαετίες η αφήγηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης ?που συνεχίζεται- ήταν η πληροφορική και οι νέες τεχνολογίες. Στη κούρσα της νέας αφήγησης για τις επόμενες δεκαετίες, μπαίνουν δυναμικά η πράσινη ανάπτυξη και η τεχνολογική της βάση καθώς και η Γενετική )
2) Η απεμπλοκή και έξοδος από τη κηδεμονία και το μνημόνιο ΚΑΙ
3) Η ανατροπή των νεοφιλελεύθερων μέτρων και των συνεπειών τους σε βάρος της χώρας και των εργαζόμενων και η ανάκτηση και η διεύρυνση των κατακτήσεων των εργαζόμενων.

Είναι "δώρο άδωρον" να φύγει η χώρα μόνο από το ΔΝΤ και να μείνει η βαρβαρότητα των μέτρων του νεοφιλελεύθερου πακέτου και να εδραιωθούν οι απώλειες εισοδημάτων και κατακτήσεων.
Το θέμα ΔΕΝ είναι να φύγει μόνο η τρόικα και να μείνουν οι πολιτικές της, ως κληρονομικό καταπίστευμα και ως δουλεία για το αύριο της χώρας.

Σ.Τ.

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Η Παιδεία στη Φιλανδία

Σε μια μακρινή χώρα, στη Φινλανδία, που εδώ και μια δεκαετία οι μαθητές της βγαίνουν πρώτοι σε όλες τις διεθνείς αξιολογήσεις του ΟΟΣΑ(οι δικοί μας τελευταίοι), γιορτάζουν τις μέρες αυτές. Γιορτάζουν, γιατί μετά από δύο μήνες διακοπών βρέθηκαν ξανά με τους συμμαθητές και δασκάλους φίλους τους, στη μικρή κοινότητα του σχολείου τους.

Στη Φινλανδία, στα πολυθέσια και ολοήμερα σχολεία θα βρεις παιδιά από 8 μηνών μέχρι 16 ετών. Όταν εργάζονται και οι δύο γονείς μπορούν να αφήσουν το 8 μηνών και άνω παιδί τους στο σχολείο μαζί με τα μεγαλύτερα αδερφάκια του. Στη μικρή κοινότητα του σχολείου θα βρεις παιδιά με ειδικές ανάγκες, αφού, σκοπίμως, δεν υπάρχουν ειδικά ιδρυματικά-σχολεία. Θα βρεις βρέφη, να μαθαίνουν από μικρά να συνυπάρχουν με μεγάλους και αναπήρους, όπως στην κοινωνία των μεγάλων, καλλιεργώντας το αίσθημα της ευθύνης και της αλληλεγγύης των μεγάλων παιδιών προς τα μικρότερα και προς τα διαφορετικά. Στη Φινλανδία γιορτάζουν, γιατί θα βρεθούν πάλι σε σχολεία με σύγχρονα εργαστήρια και αμφιθέατρα, με κλειστά γυμναστήρια και πισίνες, με ειδικές αίθουσες χαλάρωσης και σάουνας, με εστιατόρια με το δωρεάν φαγητό και το σημαντικότερο, γιατί θα μάθουν και θα δημιουργήσουν γνώση με τους δασκάλους φίλους τους, παίζοντας, συζητώντας και μελετώντας διάφορα βιβλία και όχι ένα υποχρεωτικό σε κάθε μάθημα, όπως στην Ελλάδα. (Οι δάσκαλοί μας, ακόμη και να θέλουν να πάρουν πρωτοβουλίες δημιουργικής μάθησης δεν μπορούν. Είναι υποχρεωμένοι να δουλέψουν με συγκεκριμένα βιβλία με έναν στόχο: «να βγει όπως-όπως η ύλη», αποστηθισμένη βεβαίως).

Τα παιδιά στη Φινλανδία, στις πρώτες έξι τάξεις, κάνουν συχνά τεστ, όχι όμως για να βαθμολογηθούν (να τιμωρηθούν όπως τα ελληνόπουλα) αλλά για να διαπιστωθούν οι αδυναμίες τους, ώστε να τους παρασχεθεί εξατομικευμένη ενισχυτική διδασκαλία. Η φιλοσοφία τους είναι, «η βαθμολογία αποθαρρύνει και ωθεί ακόμη περισσότερο στην άρνηση μάθησης τον κακό μαθητή, ενώ επιβραβεύει τον καλό μαθητή, που έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζεται την επιβράβευση».

Τα παιδιά στη Φινλανδία μπορούν ήδη από τις πρώτες τάξεις, να επιλέξουν ακόμη και το ημερήσιο πρόγραμμά τους. Ένα παιδί της δευτέρας δημοτικού, μπορεί μια ημέρα να επισκεφτεί κάποιο μάθημα της τρίτης ή ακόμη και της πρώτης, αν νομίζει πως αυτό χρειάζεται περισσότερο. Τα παιδιά στη Φινλανδία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, που το εκπαιδευτικό τους σύστημα είναι ανάμεσα σε εκείνο των πρώτων πέντε στον κόσμο, όπως στην Ιαπωνία, Κορέα και Καναδά, όταν έχουν τεστ στα μαθηματικά, φυσική, χημεία, ακόμη και στη γλώσσα τους, επιτρέπεται να έχουν μαζί τους βοήθημα (βιβλίο με τους μαθηματικούς, φυσικούς, χημικούς τύπους και λεξικό γλώσσας).

Οι παιδαγωγοί τους δεν έχουν κανένα λόγο να απαιτήσουν από τα παιδιά να μάθουν απ έξω πράγματα, που μετά από μερικές εβδομάδες δε θα θυμούνται. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μάθουν τα παιδιά τους να σκέπτονται λογικά, με κριτική αναλυτική σκέψη, κατανοώντας περίπλοκα νοήματα και αλληλοσυσχετισμούς. Με λίγα λόγια, τους ενδιαφέρει να αγαπήσουν τα παιδιά τη μάθηση και το βιβλίο για να συνεχίσουν να μαθαίνουν μόνα τους. Με το ζόρι δε μαθαίνει κανείς. Με το ζόρι μπορείς μόνο να αποστηθίσεις ξένη γνώση, για λίγο καιρό. Όταν το απόγευμα, μετά την ενισχυτική διδασκαλία, οι Φιλανδοί μαθητές πάνε στο σπίτι, αφήνουν τη σάκα με τα βιβλία στο σχολείο. Όλη η υπόλοιπη ημέρα τους ανήκει. Χαίρονται την παιδικότητά τους. Τεστ για το σπίτι απαγορεύονται. Η λέξη φροντιστήριο δεν υπάρχει ούτε στο λεξικό τους. Είναι πρώτα στην Ευρώπη στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων και τελευταία σε τηλεθέαση.

Τα ελληνόπουλα τρέχουν από φροντιστήριο σε φροντιστήριο σαν κουρδιστά πορτοκάλια. Το μόνο που τους μένει μετά, είναι να καθίσουν εξαντλημένα μπροστά στην τηλεόραση μέχρι να τους πάρει ο ύπνος. Σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου δε βλέπεις παιδιά με τσάντες να κυκλοφορούν μέχρι τα μεσάνυχτα τρέχοντας σαν τον Βέγγο να προλάβουν το επόμενο μάθημα αποστήθισης, προς μεγάλη ικανοποίηση των φροντιστηρίων. Είναι δυνατόν αυτά τα τραύματα της χαμένης παιδικότητας να μην έχουν βαθιές και μακροχρόνιες ψυχικές συνέπειες; Τα περισσότερα ελληνόπουλα πάνε άκεφα σε άθλια δημόσια σχολεία, που μοιάζουν σαν γκαράζ αυτοκινήτων. Θα συναντήσουν δασκάλους, στην πλειονότητά τους σκυθρωπούς και δίχως όρεξη, που από τότε που τελείωσαν τις σπουδές τους δεν έχουν ανοίξει βιβλίο. Θα συναντήσουν δασκάλους, για τους οποίους η λέξη εξατομικευμένη προσέγγιση μαθητή με ιδιαίτερα προβλήματα, υπάρχει μόνο στα λεξικά. Θα πρέπει να αποστηθίσουν κακογραμμένα βιβλία πάνω στα οποία θα εξεταστούν. Όποιος έχει την καλύτερη μνήμη ή τις καλύτερες τεχνικές αποστήθισης, όχι απαραίτητα και το καλύτερο μυαλό, θα επιβραβευθεί. Οι κακοί μαθητές θα τιμωρηθούν και θα σπρωχθούν στη μαθησιακή άρνηση. Η μαθητική διαρροή στη χώρα μας, σε κάποιες περιοχές ξεπερνά το 30% , ενώ στη Φινλανδία είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η απάντηση της υπουργού παιδείας τους είναι: «είμαστε μια μικρή χώρα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε ούτε έναν μαθητή».

Γιατί αλήθεια συμβαίνουν όλα αυτά τα τραγικά, στο σημαντικότερο τομέα μιας χώρας όπως είναι η παιδεία, από την οποία εξαρτώνται όλα τα άλλα; Γιατί βασανίζουμε δίχως λόγο ότι πολυτιμότερο έχουμε, τα παιδιά μας; Γιατί, ενώ πληρώνουμε τα περισσότερα λεφτά στον κόσμο για την παιδεία (στην παραπαιδεία των φροντιστηρίων), έχουμε μια τόσο άθλια δημόσια παιδεία;
Την απάντηση μας την έδωσε πριν λίγες ημέρες ο κος Βουλγαράκης: «υπάρχουν βουλευτές που τα δίδακτρα που πληρώνουν για τα παιδιά τους στα ιδιωτικά σχολεία είναι περισσότερα από τα εισοδήματα που δηλώνουν στο πόθεν έσχες»!!!
Κυβερνώντες και εξουσιάζοντες, που στέλνουν τα παιδιά τους σε πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία, δεν έχουν κανένα λόγο να δώσουν λεφτά στη δημόσια παιδεία, όπως δεν έχουν κανένα λόγο να δώσουν λεφτά για τη δημόσια υγεία αφού αν χρειαστεί, οι ίδιοι και τα παιδιά τους θα πάνε στο Memorial. Αυτή είναι η μοναδική εξήγηση και καμία άλλη για τα άθλια δημόσια σχολεία μας. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες προς βλάκες!

Στη Φινλανδία, ο γιος του πρωθυπουργού, του προέδρου της ΝΟΚΙΑ, του θυρωρού της πολυκατοικίας και του χασάπη της γειτονιάς πάνε στο ίδιο δημόσιο σχολείο. Γι αυτό και έχουν κάθε λόγο να δίνουν τα διπλάσια ακριβώς λεφτά από εμάς, γύρω στο 7% του ΑΕΠ, για την παιδεία τους. «Βάση της εκπαίδευσής μας είναι η ισότητα όλων στο σχολείο», λέει η υπουργός τους. Οι Φιλανδοί αγαπούν την πατρίδα τους, όχι ακροδεξιά και θεωρητικά σαν μια αφηρημένη ιδέα, αλλά σαν ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτούς πατρίδα είναι πάνω απ' όλα ο λαός τους, οι άνθρωποί τους, τα παιδιά τους.

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Μύθοι και αλήθειες για τους υπαίτιους της κρίσης

Πλήθος από ανακρίβειες και αστήριχτους ισχυρισμούς διατυπώθηκαν στην εκδήλωση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 5 Ιουλίου. Θέμα της ήταν «το μνημόνιο οικονομικής πολιτικής και οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας».

Με βάση την εισηγητική ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα, γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ, η τρέχουσα οικονομική κρίση «οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αλόγιστη επέκταση και δυσλειτουργία του κράτους. Ένα και μόνο στατιστικό στοιχείο είναι αρκετό για να δείξει τι ακριβώς συνέβη», τόνισε. «Από το 1999 μέχρι το 2008 ο μέσος μισθός στο δημόσιο αυξήθηκε 107,3% στην Ελλάδα έναντι 35,3% στην ευρωζώνη». Ακούγοντας κανείς τα παραπάνω, που συμπληρώνονται και υποστηρίζονται από μια λαϊκίστικου χαρακτήρα φιλολογία για την ύπαρξη ενός υπερτροφικού κράτους στην Ελλάδα, πιστεύει ότι ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας έχει πραγματικά προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις εις βάρος του ιδιωτικού. Η αλήθεια ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι «αντι-κρατιστές» νεοφιλελεύθεροι στην Ελλάδα ουδέποτε μπαίνουν στον κόπο να τεκμηριώσουν με συνολικά μεγέθη τους ισχυρισμούς τους κι όχι με επιμέρους κι αποσπασματικά στοιχεία τα οποία προσφέρονται για εύκολες εντυπώσεις όχι όμως για τεκμηρίωση.

Στον αντίποδα λοιπόν των παραπάνω δοξασιών η Ελλάδα έχει έναν από τους μικρότερους δημόσιους τομείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν πάρουμε ως κριτήριο τους απασχολούμενους σε αυτόν. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1 που παραθέτουμε, στον δημόσιο τομέα 19 ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών το 2002 απασχολούταν κατά μέσο όρο το 15,9% του εργατικού δυναμικού. Στην δε ΕΕ των 17 το 16,4%. Στην Ελλάδα αντίθετα στον δημόσιο τομέα απασχολούταν μόλις το 11,4% του εργατικού δυναμικού, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και απ’ αυτό της Αγγλίας όπου ο οδοστρωτήρας της Θάτσερ ισοπέδωσε κάθε δημόσια υπηρεσία προς όφελος του ιδιωτικού συμφέροντος. Κατά συνέπεια ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα μπορεί να διακρίνεται για την γραφειοκρατία και την αναποτελεσματικότητα ή την διαφθορά του (η οποία θέλει όμως… δύο, δηλαδή και τον ιδιώτη από την άλλη) δεν διακρίνεται πάντως για το μέγεθός του, με βάση τους απασχολούμενους, κριτήριο που αποτελεί και το πιο ενδεικτικό μιας και σχετίζεται άμεσα με το κόστος μισθοδοσίας του, που επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Κράτος Εργαζόμενοι στο δημόσιο

ως ποσοστό του συνόλου

Σουηδία 30

Δανία 29

Φινλανδία 22,4

Γαλλία 21,2

Αγγλία 17,8

Πορτογαλία 17

Βέλγιο 16,8

Λουξ/ργο 14,9

Τσεχία 14,8

ΗΠΑ 14,7

Ιταλία 14,4

Ισπανία 13

Αυστρία 12,2

Πολωνία 12,1

Ελλάδα 11,4

Ιρλανδία 11

Ολλανδία 10,7

Γερμανία 10,2

Ιαπωνία 8,1

ΕΕ 16,4

Σύνολο 15,9

Πηγή: OECD, Economic Outlook, 2003. Παρατίθεται στο κείμενο εργασίας: The size and performance of public sector activities in Europe. Heinz Handler, Bertrand Koebel, Philip Reiss, Margit Schratzenstaller.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΩΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΟΥ ΑΕΠ

Η νεοφιλελεύθερη δοξασία περί υπερτροφικού δημοσίου καταρρίπτεται επίσης από στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούν τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων το 1988 απορροφούσαν το 12,08% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα το 11,1%. Ακόμη και μ’ αυτό το κριτήριο κατά συνέπεια δεν ευσταθεί η ενοχοποίηση του δημόσιου τομέα για τα ελλείμματα.

Οι επιθέσεις στον δημόσιο τομέα που ασκούνται από τους υπέρμαχους του μνημονίου στο επίκεντρό τους έχουν την κοινωνική πολιτική που ασκείται από το κράτος κι η οποία είναι το μεγάλο θύμα της μακρόχρονης λιτότητας που εισάγει το μνημόνιο. Αυτό ωστόσο που παραλείπεται να αναφερθεί είναι η δραματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κοινωνικές παροχές στην Ελλάδα, που κι αυτές πλέον απειλούνται με καρατόμηση. Αρκεί να πάρουμε υπ’ όψη μας τους 4.500 γιατρούς που λείπουν, τους 20.000 νοσηλευτές κι εργαζόμενους στα παραϊατρικά επαγγέλματα και άλλους 20.000 δάσκαλους και καθηγητές που λείπουν, με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις! Είναι χαρακτηριστική η σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, που παρατίθεται στον Πίνακα 3 κι αφορά τις δεκαετίες του ’90 και του ’80 παρότι μάλιστα τότε ήταν που στην πραγματικότητα ιδρύθηκε στην Ελλάδα το κοινωνικό κράτος. Εκεί φαίνεται πεντακάθαρα ότι ελάχιστοι, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, δημόσιοι πόροι καταλήγουν στην κοινωνική προστασία, την υγεία και στους ανέργους. Και πάλι η Ελλάδα, με κριτήριο τα ποσά που δίνει για κοινωνική προστασία αποδεικνύεται πιο νεοφιλελεύθερη ακόμη και από την κοιτίδα του Θατσερισμού, την Αγγλία. Επομένως η ενοχοποίηση του κοινωνικού κράτους για τα δημόσια ελλείμματα από τους υπέρμαχους του μνημονίου είναι ανυπόστατη και αυθαίρετη.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

ΜΕΡΙΔΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΣΤΟ ΑΕΠ

Κοινωνική προστασία

Υγεία

Ανεργίa

’80 ’90

’80 ’90

’80 ’90

Αυστρία

– 21,1

– 5,7

– 1,4

Βέλγιο

20 18,6

6.0 6,6

4,5 4

Τσεχία

- 12,6

- 6,2

- 0,3

Γερμανία

14,7 18,3

6,1 7,5

1,7 2,8

Δανία

21,2 24,2

7,6 6,9

5,5 6

Ισπανία

12,9 15,1

4,5 5,4

2,7 3,1

Φινλανδία

16,2 24,2

5,5 6,2

2,1 4,8

Γαλλία

18,1 21,3

6,3 7,2

2,9 3,1

Ελλάδα

11,6 16,6

4,8 4,7

0,6 0,8

Ιρλανδία

13,3 13,8

5,8 5,2

4,6 3,9

Ιταλία

15,3 18,9

5,6 5,9

– –

Λουξεμβούργο

17,8 16,9

5,4 5,7

1,3 0,8

Ολλανδία

22,3 20,5

5,6 6,2

3,9 4

Πολωνία

– 19,2

– 4,6

– 1,8

Πορτογαλία

9,2 12

3,4 4,7

0,7 1,5

Σουηδία

22 26,4

8,1 7,2

2,4 4,5

Αγγλία

15,2 19,4

5 5,6

2,1 1,3

ΕΕ 15

16,1 19,3

5,7 6,6

1,9 2,5

Πηγή: Όπως Πίνακα 1.

Οι ευθύνες για την δημοσιονομική κρίση στην πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθούν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που υποδεικνύει το ΙΟΒΕ: στον ιδιωτικό τομέα!

Γενικά μιλώντας, η τρέχουσα κρίση όπως ξέσπασε το 2008 δεν είχε ως επίκεντρό της κάποιες οικονομίες με ισχυρό κρατικό τομέα και γενναίες κοινωνικές παροχές, όπως για παράδειγμα οι Σκανδιναβικές. Ούτε ξέσπασε σε κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που χαίρουν κρατικής προστασίας ή απολαμβάνουν θεσμοθετημένων ποσοστών κέρδους, που χαρακτηρίζονται από το ΙΟΒΕ, τεκμήριο καθυστέρησης. Η κρίση ξέσπασε στην Μέκκα του πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, τις ΗΠΑ και την Αγγλία και σε εκείνο τον κλάδο που αποτελεί την σημαντικότερη βιομηχανία, το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν, ενώ βρίσκεται σε σχέσεις ασύλληπτης διαπλοκής με την πολιτική εξουσία καθώς οι υπουργοί Οικονομικών των ΗΠΑ για παράδειγμα, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, προέρχονται από τις κορυφαίες επιχειρήσεις του: το χρηματοπιστωτικό τομέα.

Στην Ελλάδα δε, είναι απορίας άξιο γιατί τα στελέχη του ΙΟΒΕ θεωρούν τόσο προφανή την προικοδότηση του πλήρως ιδιωτικοποιημένου τραπεζικού τομέα με 28 δισ. ευρώ από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και με 10 δισ. επιπλέον από το μνημόνιο της ντροπής, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας! Αν για τις δημόσιες συγκοινωνίες ή την Ολυμπιακή η ανάγκη κρατικής επιδότησής τους αποτελούσε τεκμήριο αποτυχίας της κρατικής ιδιοκτησίας γιατί δεν ισχύει το ίδιο και για τις τράπεζες; Γιατί δηλαδή δεν αποτελεί τεκμήριο αποτυχίας του ιδιωτικού τομέα; Πολύ περισσότερο αν θυμηθούμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν, όταν οι τράπεζες ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τη δεκαετία του ’80 για παράδειγμα και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, ουδέποτε είχαν κινδυνεύσει από κερδοσκοπικούς τυχοδιωκτισμούς κι ουδέποτε είχαν απειληθεί τόσο σοβαρά…

Ειδικότερα μιλώντας για την δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα, η βασικότερη αιτία της δεν πρέπει να αναζητηθεί στις κοινωνικές παροχές που από αναιμικές οδεύουν για πλήρη κατάργηση, αλλά στην θεσμοθετημένη, επίσημη φοροαπαλλαγή των ανωνύμων εταιρειών. Με βάση στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, Eurostat, που εκδόθηκαν με ημερομηνία 28 Ιούνη 2010, ο εταιρικός φόρος στην Ελλάδα ανέρχεται στο 24%, όταν στην ευρωζώνη των 16 είναι κατά μέσο όρο, υψηλότερος του ελληνικού και φθάνει το 25,7%. Οι περισσότερες δε δυτικοευρωπαϊκές χώρες έχουν πολύ υψηλότερο φορολογικό συντελεστή για τις ανώνυμες εταιρείες από τον ελληνικό. Για παράδειγμα, Σουηδία και Φινλανδία: 26%, Αγγλία και Νορβηγία: 28%, Γερμανία: 29,8%, Ιταλία: 31,4%, Γαλλία: 34%, κοκ.

Άλλοι δε τομείς της ελληνικής οικονομίας, που χαρακτηρίστηκαν ως «φωτεινό παράδειγμα» από εισηγητή στην εκδήλωση του ΙΟΒΕ, όπως η ναυτιλία στην πραγματικότητα δεν πληρώνουν κανένα φόρο. Το πλαίσιο λειτουργίας τους καθορίζεται από ένα αποικιακό καθεστώς 57 επίσημων φοροαπαλλαγών που καθιστά την Ελλάδα στην πραγματικότητα φορολογικό παράδεισο για τους εφοπλιστές. Ποιο είναι επομένως το όφελος για τα δημόσια οικονομικά από το «φωτεινό παράδειγμα» των εφοπλιστών; Γιατί δεν θεωρείται υποχρέωσή τους η συμβολή στα δημόσια οικονομικά;

Το κενό που αφήνουν στα δημόσια έσοδα οι ανώνυμες εταιρείες κι οι εφοπλιστές (μαζί μ’ αυτούς φυσικά η εκκλησία και οι τράπεζες) καλύπτουν οι εργαζόμενοι που πληρώνουν ένα από τους υψηλότερους ΦΠΑ σε όλη την ΕΕ. Πρόκειται για τον πιο άδικο φόρο, όπως όλοι οι έμμεσοι, καθώς πληρώνεται από τον καταναλωτή ανεξαρτήτως του εισοδήματος του, καταργώντας στην πράξη τη αναλογικότητα που εξασφαλίζει τον προοδευτικό χαρακτήρα κάθε φορολογικού συστήματος. Έτσι, ενώ ο μέσος ΦΠΑ στην ΕΕ των 27 είναι 20,2% στην Ελλάδα φθάνει το 23%! Στις άλλες δε μεσογειακές χώρες, που έχουν συγγενή οικονομική δομή με αυτή της Ελλάδας, όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ο ΦΠΑ ανέρχεται σε 20% για τις δύο πρώτες και 18% για την τρίτη. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα είναι διπλά αδικημένοι γιατί πέρα από ΦΠΑ πληρώνουν πολλά περισσότερα σε σχέση με τους Ευρωπαίους και στους φόρους που αναλογούν στην εργασία: 37% είναι ο σχετικός φόρος που αναλογεί στην εργασία στην Ελλάδα, 34,4% ήταν στην ευρωζώνη των 16 το 2008.

Τέλος σε ό,τι αφορά τους μισθούς που θεωρούνται υψηλοί αρκεί να αναφέρουμε ότι με βάση στοιχεία που περιέχονται στην Έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΣΥΕ και αφορούν το δεύτερο τρίμηνο του 2008 το 25% των μισθωτών αμείβεται με καθαρές αποδοχές που δεν ξεπερνούν τα 750 ευρώ μηνιαίως. Ενώ, ένα 30% επιπλέον με αποδοχές από 750 έως 1.000 ευρώ. Το 55% των εργαζομένων δηλαδή ζει με 1.000 ευρώ μηνιαίως! Το εισόδημα αυτό μάλιστα με πραγματικούς όρους βαίνει σταθερό μειούμενο στο σύνολο του κοινωνικού πλούτου. Με βάση στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην ετήσια έκθεση του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ του 2009 το μερίδιο της εργασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ χάνει διαρκώς έδαφος στο πέρασμα του χρόνου. Ενώ μεταξύ 1978-1983 κυμαινόταν μεταξύ 70-75%, την περίοδο 1984-1990 έφθασε το 65-70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα μειώθηκε στο 62%.

Σε ότι αφορά τους συνταξιούχους το 61% ζει με λιγότερα από 600 ευρώ, χωρίς μάλιστα να υπολογίζονται οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ! Την ίδια ώρα που 1,1 εκ. εργαζόμενοι ή το 25% δουλεύουν ανασφάλιστοι, η εισφοροδιαφυγή ετησίως φτάνει τα 8 δις. και οι ανείσπρακτες οφειλές τα 7,5 δις. ευρώ, με βάση το ίδιο το υπουργείο Εργασίας!

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ επομένως ας μην αναζητά στο ασφαλιστικό σύστημα την πηγή του δημοσιονομικού ελλείμματος. Οι βασικότερες αιτίες είναι η θεσμοθετημένη φοροδιαφυγή και η κατοχυρωμένη φοροαπαλλαγή. Από αυτά τα προνόμια πρέπει κατά συνέπεια να ξεκινήσει η «εσωτερική υποτίμηση» που επαγγέλλονται το ΔΝΤ και το ΙΟΒΕ κι όχι από τους μισθούς και τις συντάξεις…

Τραγικά επίκαιρος ο Στίγκλιτζ

«Το πρόβλημα με τα σφάλματα του ΔΝΤ είναι ότι πιθανότατα θα έχουν μεγάλη διάρκεια. Το ΔΝΤ συχνά μιλούσε ωσάν αυτό που χρειαζόταν η οικονομία να ήταν ένα δυνατό καθαρτικό. Να πονέσει, και όσο βαθύτερος ο πόνος τόσο μεγαλύτερη η επακόλουθη οικονομική μεγέθυνση. Σύμφωνα με τη θεωρία του ΔΝΤ, λοιπόν, μια χώρα που ενδιαφέρεται για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της-ας πούμε σε είκοσι χρόνια από σήμερα-, θα έπρεπε να σφίξει τα δόντια και να δεχτεί μια βαθιά κάμψη. Οι άνθρωποι σήμερα θα υπέφεραν, αλλά τουλάχιστον τα παιδιά τους θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Δυστυχώς τα στοιχεία δε στηρίζουν τη θεωρία του ΔΝΤ. Μια οικονομία που διέρχεται βαθιά ύφεση μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτερα καθώς ανακάμπτει, αλλά ποτέ δεν αναπληρώνει τον χαμένο χρόνο. Όσο πιο βαθιά είναι η σημερινή ύφεση τόσο χαμηλότερο θα είναι και το πιθανό εισόδημα, ακόμη και σε είκοσι χρόνια από τώρα. Δεν ισχύει, όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ, ότι σε είκοσι χρόνια οι άνθρωποι θα είναι σε καλύτερη κατάσταση. Οι επιπτώσεις μιας ύφεσης είναι μακροχρόνιες. Υπάρχει μια σοβαρή συνέπεια: Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση σήμερα, όχι μόνο τόσο πιο χαμηλή θα είναι η συνολική παραγωγή σήμερα, αλλά και τόσο χαμηλότερη ενδέχεται να είναι για πολλά χρόνια».

Τζόζεφ Στίγκλιτζ, Η μεγάλη αυταπάτη, εκδ. Α. Α. Λιβάνη

Το παραπάνω απόσπασμα αφιερώνεται σε όσους χαρακτηρίζουν «διαβατήριο για τη σωτηρία της Ελλάδας» την προσφυγή στο ΔΝΤ κι επίσης «προϋπόθεση για μια νέα αναπτυξιακή πορεία στηριγμένη σε υγιείς βάσεις»…

Πηγή http://eydapftaneipia.wordpress.com

Δεν θα γυρίσουμε πίσω από το 1911. Το δίκαιο του εργαζόμενου, νόμος της δημοκρατίας.

του Βασίλη Ασημακόπουλου*

«Η ντόπια μεγαλοαστική τάξη υποτελής, δορυφορική και διαβρωμένη από το πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, όσες αντιδικίες και αν έχει μαζί του, στα κρίσιμα θέματα θα μιλήσει με τη ‘φωνή του κυρίου της’»
Ανδρέας Παπανδρέου, εφημερίδα Εξόρμηση, Μάρτιος 1977

Οι προτάσεις της κυβέρνησης για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος που αποτελούν εξειδίκευση επί τα χείρω των διατάξεων του Μνημονίου (αρ. 2 παρ. 7, 9 και παράρτημα IV του ν. 3845/2010), συνιστούν την πρακτική εφαρμογή θέσεων της αστικής συνιστώσας του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των σοσιαλφιλελεύθερων διανοουμένων της κεντροαριστεράς, όπως διατυπώνονταν επί μια 15ετία τουλάχιστον. Εκείνο που έλειπε για να επιβληθούν στην πράξη και να αποτελέσουν νόμο του κράτους, παρ’ όλο που ορισμένες επιμέρους εκφάνσεις της ελαστικοποίησης και ‘απελευθέρωσης’ της αγοράς εργασίας είχαν θεσπιστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ή είχε γίνει απόπειρα να θεσπιστούν, όπως οι αλλαγές στο ασφαλιστικό (ν/σ Γιαννίτση 2001), ήταν ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός.

Με την ανοιχτή από 6-5-2010 εξάρτηση της χώρας από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και την Τρόικα ως θεσμική έκφραση αυτού, επιβάλλεται η νεοφιλελεύθερη επιταγή της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας από κάθε συλλογική, κανονιστική, κρατική ρύθμιση προστασίας του εργαζομένου.

Το εργατικό (ατομικό και συλλογικό) και το κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο δεν οδηγεί στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά αποτελεί μια ελάχιστη εγγυημένη κανονιστικού χαρακτήρα δημοκρατική ρύθμιση αποτροπής της χωρίς όρια εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας. Είναι ο υλικός και θεσμικός συμβιβασμός καπιταλισμού και δημοκρατίας, το σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό συμβόλαιο, προϊόν των αγώνων του εργατικού και του σοσιαλιστικού κινήματος από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά.

Οι κυβερνητικές πρότασεις καταργούν το οικοδόμημα κοινωνικών, εργασιακών και ασφαλιστικών σχέσεων που είχαν θεσπίσει στη χώρα μας οι κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου (1911-1920, αλλά και το 1932 με τον ιδρυτικό νόμο του ΙΚΑ) και του Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989) και μας γυρνάνε πίσω από το 1911, σε συνθήκες μάλιστα μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ειδικότερα στο εργασιακό μεταξύ άλλων προτείνεται η ουσιαστική κατάργηση του καθεστώτος της συλλογικής αυτονομίας, με την ακύρωση της δυνατότητας που είχε η εργατική πλευρά να προσφύγει στη διαιτησία εφόσον είχε κάνει ήδη αποδεκτή την πρόταση του μεσολαβητή (ν. 1876/1990, αρ. 16 παρ. 1γ, δυνατότητα που έχει και η εργοδοτική πλευρά για επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, αρ. 16 παρ. 1δ, κάτι που αποσιωπούν οι προπαγανδιστές των μέτρων), καταργώντας και την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης υπέρ του εργαζομένου. Αντί αυτής προωθείται η εξατομικευμένη διαπραγμάτευση των όρων εργασίας μεταξύ εργοδότη/μισθωτού. Δηλαδή από το συγκεντρωτικό και κρατικά ελεγχόμενο καθεστώς καθορισμού μισθών και ημερομισθίων (ν. 3239/55), περάσαμε στο καθεστώς της συλλογικής αυτονομίας (ν. 1876/90) και τώρα στο καθεστώς της ατομικής διαπραγμάτευσης.

Καταργείται η λειτουργία της Εθνικής Γενικής Σ.Σ.Ε. ως θεσπίζουσας τα ελάχιστα όρια αμοιβής της εργασίας, θεσπίζεται η μειωμένη - κάτω και από τα όποια ελάχιστα όρια- αμοιβή για ηλικιακά νέους εργαζόμενους, ενώ προωθείται η εργασία ανηλίκων, καταργώντας το ν. 1837/1989. Διευκολύνεται η απόλυση (παλιών ιδίως) εργαζομένων, καθώς μειώνεται δραστικά ο χρόνος προειδοποίησης (που ορίζει ο ν. 2112/1920) και δεν αποτελεί πλέον παράγοντα ανάσχεσης απόλυσης. Αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός και η ενέργεια του συγκεκριμένου νόμου και ψευδώς οι προπαγανδιστές των μέτρων διατυμπανίζουν καθημερινά από τα ΜΜΕ ότι ο συγκεκριμένος νόμος έχει καταστεί στην πράξη ανενεργός.

Αλλάζει ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης, με τμηματική καταβολή, αντί της εφάπαξ που ισχύει σήμερα. Αυξάνεται το όριο των ομαδικών απολύσεων (ν. 1387/1983). Προωθείται η κάθε είδους ελαστικοποίηση στις σχέσεις εργασίας, πραγματοποιούνται καταγγελίες συμβάσεων εργασίας στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, προετοιμάζοντας το έδαφος για την επικείμενη στην πράξη άρση της ‘μονιμότητας’ στο δημόσιο όπως απαιτεί η Τρόικα κλπ

Στο ασφαλιστικό τίθεται σε εφαρμογή η βαρβαρότητα της δραστικής μείωσης των καταβαλλόμενων συντάξεων και της κατάργησης των αξιοπρεπών συντάξεων για τους μελλοντικούς ασφαλισμένους, η απότομη και βίαιη αύξηση των ορίων ηλικίας και η παράταση του εργασιακού βίου με το δαρβινικό επιχείρημα της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, η δραστική μείωση και ουσιαστική ακύρωση των Β.Α.Ε., η πολιτισμική οπισθοδρόμηση που συνιστά η μη αναγνώριση της μητρότητας ως στοιχείο διακριτότητας, η αντικατάσταση της σύνταξης από το προνοιακό επίδομα και στην πράξη η προώθηση του υπέροχου κόσμου της ιδιωτικής ασφάλισης, την στιγμή που ακόμα και στις Η.Π.Α. δίνεται μάχη για να ξεφύγουν απ’ αυτόν...

Η ντόπια αστική τάξη μετά τη χρεοκοπία του αναπτυξιακού μοντέλου της περιόδου 1990-2009 - για το οποίο είναι επιτακτική ανάγκη να ανοίξει δημόσια συζήτηση - με το Μνημόνιο (ν. 3845/2010), τις εξειδικεύσεις αυτού, το συνολικό υλικό και θεσμικό πλαίσιο, εξαρτά την ελληνική κοινωνία, οικονομία, πολιτεία από την Τρόικα και το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Είναι το νέο μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου μέσα από την αποικιοκρατικού τύπου δανειακή σύμβαση της χώρας με τους διεθνείς πιστωτές. Ο Νόμος του κεφαλαίου.

Υπάρχει άλλος δρόμος. Η κυβέρνηση πρέπει άμεσα να πάρει πίσω τα μέτρα, να εφαρμόσει το πρόγραμμά της που πανηγυρικά εγκρίθηκε από τον ελληνικό λαό στις 4 Οκτωβρίου 2009, να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος με διαγραφή ενός μέρους του. Δεν γίνεται αλλιώς. Διαφορετικά οφείλει να θέσει το Μνημόνιο σε διαδικασία δημοψηφίσματος ενώπιον του ελληνικού λαού, σύμφωνα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Επιτέλους δεν ψηφίσαμε Δ.Ν.Τ. στις 4-10-2009. Μέχρι τότε κλιμάκωση των απεργιακών και αγωνιστικών κινητοποιήσεων του λαού για την ανατροπή και την ακύρωση στην πράξη αυτών των πολιτικών.

Η ολοκληρωτικού χαρακτήρα νεοφιλελεύθερη οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης των τελευταίων 20-25 χρόνων, στη βάση του ‘ελεύθερου’ και ‘ανόθευτου’ ανταγωνισμού της αγοράς εργασίας με εργαλεία την ακύρωση του κοινωνικού κράτους, την ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, τη μερική απασχόληση, τη μείωση μισθών και συντάξεων, επικαιροποιεί με όρους κοινωνικής και δημοκρατικής αναγκαιότητας την σοσιαλιστική αλλαγή. Κοινός ενωτικός αγώνας σοσιαλιστών, κομμουνιστών, ριζοσπαστών δημοκρατών για την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης, ενάντια στην ΟΝΕ, τα Σύμφωνα Σταθερότητας, την Ευρωσυνθήκη, το ευρώ, τα αποικιοκρατικά μνημόνια. Λόγω ακριβώς του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της διευρυμένης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η διαλεκτική του σύγχρονου αγώνα των εργαζομένων είναι ταυτόχρονα εθνική και διεθνική.

Η αριστερά μπορεί να γίνει μαζική λαϊκή ηγεμονική δύναμη, πλειοψηφική έκφραση των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων, των ‘μη προνομιούχων’, αν ξεφύγει από την αμυντική θέση της καταγγελίας των επιπτώσεων του νεοφιλελεύθερου μονοδρόμου και της υπεράσπισης των όποιων κεκτημένων ατομικών, πολιτικών, κοινωνικών δικαιωμάτων και παράλληλα μιλήσει επιθετικά για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Το εθνικό ζήτημα επανέρχεται και με όρους παραγωγικής συγκρότησης. Αυτή είναι η κοινή ιδιομορφία των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και ευρύτερα της περιφέρειας της Ευρώπης, καθώς ο μηχανισμός της ευρωζώνης οξύνει τις αντιθέσεις των ζωνών μητρόπολης-περιφέρειας εντός Ε.Ε. Η διαπλοκή του εθνικού με το κοινωνικό ζήτημα, καθιστά την κοινωνική συμμαχία λαϊκών και μικροαστικών τάξεων φορέα εθνικής ανεξάρτησίας, πολιτικής δημοκρατίας, οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής αλλαγής και όχι την εξαρτημένη ντόπια αστική τάξη, που παρέδωσε τη χώρα στους διεθνείς πιστωτές, με τους άκρως επαχθείς όρους της αποικιοκρατικής δανειακής σύμβασης, με εγγραφή υποθήκης στη δημόσια περιουσία, με δυνατότητα εκχώρησης σε τρίτους εκτέλεσης των δανειακών απαιτήσεων κλπ.

Άμεσα βήματα ενός λαϊκού συνασπισμού είναι η ακύρωση του μνημονίου, η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, η επανακρατικοποίηση μέρους του τραπεζικού συστήματος, ο έλεγχος των κεφαλαιακών ροών, η απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων από τη χώρα, η έκδοση λαϊκού ομολόγου, η προοδευτική φορολόγηση, η άμεση διακοπή των ιδιωτικοποιήσεων των υποδομών της χώρας, η ανάκτηση και ενίσχυση του δημοσίων αγαθών, ο αναπροσανατολισμός της γεωργίας με στόχο τη διατροφική επάρκεια της χώρας, η ανατροπή του δημοσιονομικού συντηρητισμού, των πολιτικών λιτότητας και η αναθέρμανση της οικονομίας. Το ρολόι της ιστορίας δεν θα γυρίσει 100 χρόνια πίσω, όπως επιχειρούν να μας επιβάλλουν. Στην Ελλάδα και την Ευρώπη του 21ου αιώνα το δίκαιο του εργαζόμενου, θα είναι νόμος της δημοκρατίας.

Πηγή: Εφημερίδα ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

*Δικηγόρος, μέλος της Σ.Ο. του Νέου Αγωνιστή, περιοδική έκδοση μελών ΠΑΣΟΚ και ανένταχτων σοσιαλιστών για την Κοινωνική Δημοκρατία